ΦΤΩΧΕΙΑ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Πρωινός Λόγος, Τρίκαλα, 13 Ιανουαρίου 2022

Φτώχεια (ανέχεια, ένδεια, πενία) σημαίνει ανεπάρκεια αγαθών. Η ανεπάρκεια έχει δύο συγκριτικά στοιχεία. Το ίδιο και η φτώχεια. Ο φτωχός έχει ανεπάρκεια συγκριτικά με τους άλλους ή ως προς τον εαυτό του; Αν κάποιος δεν έχει τα απαραίτητα για να ικανοποιήσει τις σωματικές ανάγκες του αισθητού Εγώ του, αν πεινά, κρυώνει κλπ και δεν έχει φαγητό, κατάλυμα, είναι φτωχός. Μπορεί όμως να είναι φτωχός και κάποιος που καλύπτει τις σωματικές ανάγκες του, αλλά ανεπαρκεί συγκριτικά με τους άλλους, ζώντας σε μια καλύβα δίπλα σε μια πολυτελή βίλα. Ενδέχεται ακόμη να υπερκαλύπτει τις ανάγκες του, αλλά έχει χρέη που υπερβαίνουν τις δυνατότητές του. Αν κάποιος έχασε τα απαραίτητα για μια αξιοπρεπή ζωή, φτώχυνε. Αν, ακόμη και χωρίς να φτωχύνει, αδυνατεί να ανταποκριθεί στα χρέη του, πτώχευσε. Στην οικονομική κρίση που περάσαμε, η αχαρακτήριστη συμπεριφορά των εταίρων μας μάς επέτρεψε να φτωχύνουμε, χωρίς να πτωχεύσουμε. Η πτώχευσή μας δεν συνέφερε ούτε αυτούς. Οι δύο συναφείς έννοιες έχουν κάποια αντιστοιχία με τα δύο είδη πλούτου, το κεφάλαιο και το θησαυρό. Το κεφάλαιο αναπαράγεται, αλλά δεν είναι εγγυημένο, ο θησαυρός μένει στάσιμος, αλλά είναι πιο σταθερός, υποκείμενος μόνο στη φυσική φθορά της τυχαιότητας.

Υπάρχει και τρίτη ανεπάρκεια εκτός από εκείνες του αισθητού και του κοινωνικού Εγώ, η ανεπάρκεια του νοητού Εγώ, όπως οι καταστάσεις άνοιας κλπ. Γι΄ αυτήν δεν έχει ευθύνη το άτομο, ενώ για τις δύο άλλες είναι ο κύριος υπεύθυνος. Κατά τη σύγχρονη αντίληψη, η μέριμνα για την τελευταία είναι κοινωνική υποχρέωση. Η κοινωνία έχει υποχρέωση να καλύπτει τις ανάγκες εκείνου που για φυσικούς λόγους, όπως υγείας, ανεπαρκεί να αποφασίζει μεριμνώντας για τον εαυτό του. Αυτή η αντίληψη βρίσκει αντίθετη τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, όπως και την ιδεολογία πολλών ολοκληρωτικών καθεστώτων. Αν η επικρατούσα κοινωνική αντίληψη δίνει προτεραιότητα στην ανάπτυξη της κοινωνίας, αδιαφορώντας για τα άτομα που την αποτελούν, προς όφελος της κρατούσας ολιγαρχίας είτε των πολλών ή των ολίγων, το αποτέλεσμα είναι η παραμέληση των “ανεπαρκών”. Αποτελούν ζημιά για την κοινωνία, είτε διότι, αν μπορούν, γίνονται επικίνδυνα μικρόβια ή ιοί στην υγεία της κοινωνίας, σαν το Γιάννη Αγιάννη που έκλεψε ένα καρβέλι ή, αν δεν μπορούν, γίνονται παράσιτα, που κοστίζουν στην κοινωνία, όπως οι ζητιάνοι, χωρίς σε τίποτε να την ωφελούν.

Από επιστημονική κοινωνική άποψη, εξέτασαν το ζήτημα οι R.G.Wilkinson και K.Picket. Συνέκριναν μεταξύ τους τις 23 πλουσιότερες χώρες του κόσμου και 282 μητροπολιτικές περιοχές των ΗΠΑ. Βρήκαν ότι ένας δείκτης ψυχοκοινωνικών δεινών (προσδόκιμου επιβίωσης, επίδοσης σε μαθηματικά και γράμματα, παιδικής θνησιμότητας, ανθρωποκτονιών, αριθμού φυλακισμένων, γεννήσεων από ανήλικες, εμπιστοσύνης, παχυσαρκίας, ψυχικών νόσων και εθισμού σε ναρκωτικά και οινόπνευμα, κοινωνικής κινητικότητας) ήταν ευθέως ανάλογος με την οικονομική ανισότητα. Όλα αυτά τα δεινά με κοινωνικό χαρακτήρα, δεν σχετίζονται με την απόλυτη φτώχεια, συγκριτικά με τις προσωπικές ανάγκες καθενός, αλλά με την κοινωνική φτώχεια, τη διαφορά πλούτου μεταξύ των ανθρώπων.

Έτσι προβάλλει ένα δύσκολο δίλημμα. Κύριο κίνητρο για την ανάπτυξη είναι η άμιλλα και ο ανταγωνισμός. Αν όσο κι αν εργάζομαι, πνευματικά και/ή σωματικά, αυτό δεν μου αποφέρει καμιά ωφέλεια, γιατί να εργασθώ και να συμβάλω στην ανάπτυξη της κοινωνίας μου; Από την άλλη, κύριο κίνητρο για τα κοινωνικά δεινά, είναι η οικονομική ανισότητα. Ό,τι κερδίζει η κοινωνία σε ανάπτυξη, το δαπανά για να αντιμετωπίσει τα δεινά που τη μαστίζουν λόγω της ανισότητας. Το δίλημμα όμως είναι ως ένα βαθμό τεχνητό. Άλλο άμιλλα και άλλο ανταγωνισμός. Στην άμιλλα προσπαθώ να γίνω καλύτερος από αυτό που είμαι. Στο στίβο, προσπαθώ να επιτύχω επιδόσεις στο άλμα, ρίψη, ταχύτητα, καλύτερες από εκείνες που είχα είτε έχω αντιπάλους είτε αγωνίζομαι μόνος μου. Στον ανταγωνισμό όμως προσπαθώ να γίνω καλύτερος από έναν αντίπαλο, που μπορεί να επιτευχθεί είτε αν γίνω εγώ καλύτερος είτε αν καταστήσω αυτόν χειρότερο. Στην πρώτη περίπτωση η κοινωνία προάγεται, στη δεύτερη, σε σημαντικό βαθμό, κοινωνικά αλληλεξουδετερώνονται οι αγώνες των πολιτών. Συνάγεται ότι η κοινωνία οφείλει να προάγει την αγωνιστικότητα των πολιτών της με άμιλα μάλλον παρά με ανταγωνισμό.

Δεν υπάρχουν δυο άνθρωποι ίδιοι. Έχω διαφορετικά δακτυλικά αποτυπώματα και DNA από κάθε άλλον. Οι σκέψεις, τα συναισθήματα και τα θέλω μου δεν είναι με κανενός άλλου ίδια. Ωστόσο, αυτή η ποικιλομορφία δεν συνεπάγεται αναγκαστικά ανισότητα. Αυτή υπάρχει μόνον ως προς την κοινωνική ταυτότητα του καθενός μας, όπου κάποιος μπορεί να έχει μεγαλύτερο πλούτο ή περισσότερη εξουσία από άλλους. Η κοινωνία είναι δομημένη σε τεράστιο αριθμό ρόλων και για κάθε ρόλο είναι κάποιος καταλληλότερος από τους άλλους, ανάλογα με τη φυσική και πνευματική κατασκευή του. Τείνομε να πιστεύομε ότι ένας Πρύτανης, ένας Αρχιεπίσκοπος, ένας Στρατηγός, ένας Αρεοπαγίτης κλπ είναι ανώτερος από τους άλλους. Για σκεφθείτε όμως. Ένας δήμος προκηρύσσει μια θέση οδοκαθαριστή. Ποιος από τους παραπάνω είναι ανώτερος από έναν επαγγελματία σκουπιδιάρη για τη συγκεκριμένη θέση; Οι άνθρωποι ποικίλλουν, αλλά δεν είναι άνισοι. Οι κοινωνικοί ρόλοι και ποικίλλουν και είναι άνισοι. Βέβαια, η ιεράρχηση μετατοπίζεται από τα άτομα στους ρόλους. Αυτούς όμως τους αντιμετωπίζει νομικά μια πολιτεία. 

Τώρα το κοινωνικό χρέος είναι διττό. Από τη μια επιστημονικά οφείλει να εξετάζει κάθε κοινωνία, πόση οικονομική ανισότητα είναι μέγιστα αποδοτική και ελάχιστα ολέθρια; Αυτό όμως δεν αρκεί. Ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, όπου βασιλεύουν π.χ. ρομπότ με τεχνητή νοημοσύνη, θα μπορούσε να εφαρμόσει με άτεγκτο τρόπο, αυτή τη λογικά δίκαιη λύση. Όμως, η πολιτεία έχει στόχο την ευδαιμονία των πολιτών της, δηλαδή να προσφέρει στους πολίτες της την όσο γίνεται καλύτερη δυνατότητα της αυτοπραγμάτωσής τους, να γίνει καθένας ό,τι καλύτερο θεωρεί για τον εαυτό του, στο μέτρο που δεν εμποδίζει την αυτοπραγμάτωση των άλλων. Επομένως η λογική λύση των ρομπότ δεν αρκεί, εκτός αν δεχόμαστε πως πρέπει να γίνουμε όλοι δούλοι των μηχανών. Οφείλει να συμπληρώνεται λαβαίνοντας υπόψη της τη βούληση της κοινωνίας. Και αυτή η βούληση μπορεί να εκφράζεται είτε μέσα από ένα δημοψήφισμα, με τον όρο ότι μπορεί να έχει προηγηθεί διαβούλευση με τους νοήμονες κοινωνικούς επιστήμονες (ή τις αντίστοιχες μηχανές/όργανά τους) ή  από μια βουλή τυχαία κληρωμένων βουλευτών από το σύνολο των πολιτών, σε αριθμό επαρκή να εξασφαλίζει στατιστικά ελάχιστο τυχαίο σφάλμα (συγκριτικά με τη βούληση όλου του λαού), αλλά όχι απαγορευτικό για να εμποδίζει επαρκή συζήτηση με τους επαΐοντες και μεταξύ τους πριν αποφασίσουν, που υποχρεωτικά προηγείται πριν από μια ψηφοφορία.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s