Λογοκρισία

25 οκτωβρίου 2016

Διάβασα προχθές στο Διαδίκτυο μια επιστολή προς την Ελληνική δικαιοσύνη. Έγραφε: «Στις 27 Οκτωβρίου του 2016 διεξάγεται μία δίκη που φέρνει στο εδώλιο την ίδια την ιστορική επιστήμη. Μία ιστορικός, η Sheila Lecoeur (Σέιλα Λεκέρ), ένα βιβλίο της, προϊόν ιστορικής έρευνας, που εκδόθηκε το 2013 με τίτλο Το νησί του Μουσολίνι. Φασισμός και ιταλική κατοχή στη Σύρο… και ο εκδοτικός οίκος που το κυκλοφόρησε… βρίσκονται κατηγορούμενοι….». Επιτρέψτε μου εδώ να πω τη γνώμη μου, όχι για το βιβλίο, αλλά για το γεγονός ότι κάποιο βιβλίο, συγγραφέας και εκδότης παραπέμπονται στο δικαστήριο. Έχω ξανασυζητήσει παρόμοιο θέμα.

Ο Αριστοτέλης ορίζει την ελευθερία: «Ἓν μὲν τὸ ἐν μέρει ἂρχειν καὶ ἂρχεσθαι…ἓν δὲ τὸ ζῆν ὡς βούλεταἱ τις» Το να μπορεί κανένας να ζει όπως θέλει, αφορά το νοητό Εγώ, αφού η βούληση είναι νοητή διαδικασία. Δεν αφορά το αισθητό (σωματικό μας) Εγώ, αφού αυτό πειθαρχεί πλήρως στους φυσικούς, βιολογικούς νόμους. Το να είναι κάποιος εκ περιτροπής άρχοντας και αρχόμενος, αφορά βέβαια το κοινωνικό Εγώ. Το «ενμέρει», στη σειρά δηλαδή, αναφέρεται στην ισότητα, (ισοπολιτεία) και είναι ιδιότητα της δημοκρατίας. Επιτυγχάνεται καλύτερα με κλήρωση. Ο Αριστοτέλης φαίνεται να ταυτίζει ισότητα και ελευθερία. Η συμπόρευση ελευθερίας και ισότητας, υποστηρίχθηκε και από το διαφωτισμό (Kant κλπ) και τη Γαλλική Δημοκρατία, έχει όμως αμφισβητηθεί από σύγχρονους διανοητές. O πολιτικός και κοινωνιολόγος Moynihan έλεγε ότι «η αντιπαλότητα μεταξύ του Προέδρου Wilson και του Lenin ήταν ο αγώνας μεταξύ του κόμματος της ελευθερίας και της ισότητας». Ασφαλώς πρόκειται για σύγχυση. Η ελευθερία αφορά το νοητό Εγώ, ενώ η ισότητα το κοινωνικό. Αφορώντας δύο διαφορετικές υποστάσεις του Εγώ μας, δεν μπορούν να έρχονται σε αντίθεση. Ο Moynihan αναφέρεται, προφανώς στην ελευθερία της αγοράς και όχι στην ελευθερία των ανθρώπων.

Η ελευθερία της πράξης αφορά το αισθητό Εγώ, αφού η πράξη γίνεται από όλους αισθητή. Περιορίζεται από τους βιολογικούς νόμους. Η ελευθερία της σκέψης αφορά το άβατο νοητό Εγώ, είναι η «ελευθερία της βούλησης». Τα σύνορά της ορίζονται από την απεριόριστη φαντασία. Η ελευθερία της έκφρασης όμως είναι συζητήσιμη. Η έκφραση είναι πράξη. Όταν εκφράζεται κάποιος, αυτό γίνεται αντιληπτό από όλους, έστω και αν δεν γίνεται κατανοητό. Εκφραζόμαστε κυρίως με τη γλώσσα (επικοινωνία στόματος-αφτιού) ή με τη γραφή (επικοινωνία χεριού-ματιού). Το τι λέμε όμως έχει αντιστοιχία με το τι σκεφτόμαστε (νοητά) και επιτυγχάνει επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών προσώπων. Ως επικοινωνία επομένως, η έκφραση αφορά το κοινωνικό Εγώ. Η κοινωνία οφείλει να ελέγχει τις πράξεις των μελών της, έτσι που οι πράξεις κάποιου να μην περιορίζουν τις πράξεις άλλων· δεν έχει δικαίωμα να ελέγχει τη νόησή τους (π.χ. κοινωνικά φρονήματα ή πίστεις)· πόσο δικαίωμα έχει όμως να ελέγχει την έκφραση, απαιτεί συζήτηση και ρητή απόφαση. Απαγορεύεται και τιμωρείται π.χ. η συκοφαντία, η εξύβριση, η παρακίνηση σε βία, καθώς τέτοιες εκφράσεις υποκινούν πράξεις, όπως ήταν η βία των τζιχαντιστών εναντίον των Γάλλων δημοσιογράφων που γελοιογραφούσαν τον Μωάμεθ.

Η επιστήμη στοχεύει στην αναζήτηση της αλήθειας εκεί όπου διασταυρώνονται η θεωρία με την εμπειρία, η υπόθεση με την παρατήρηση, το νοητό με το αισθητό. Κάθε αδιασταύρωτη «αλήθεια», όπως αυτή που στηρίζεται σε μια υπερβατική πίστη, είναι αμφισβητήσιμη. Και η αλήθεια, ευχάριστη ή δυσάρεστη, είναι πάντοτε καλοδεχούμενη. Η επιστημονική αλήθεια ενέχει ποσοστό σφάλματος, που μπορεί, ωστόσο, να μετρηθεί ή, τουλάχιστον, να παρατηρηθεί. Και η αλήθεια που εκφράζεται από μια επιστημονική μελέτη μπορεί να αντικρουστεί με άλλα επιστημονικά επιχειρήματα. Και οφείλει να γίνεται έτσι, διότι, από την αντίθεση μεταξύ επιστημονικών υποθέσεων προκύπτει η σύνθεση νέων που περιμένουν τη διασταύρωσή τους με νέες παρατηρήσεις για να επιβεβαιωθούν. Τέτοιες διαμάχες υπάρχουν τόσο στις φυσικές όσο και στις κοινωνικές επιστήμες, όπως είναι η ιστορική επιστήμη.

Τα τελευταία χρόνια είχαμε την περίπτωση ενός Γερμανού ιστορικού, του Richter, που παρουσίασε τις χιτλερικές ωμότητες στην Κρήτη, λίγ΄ ως πολύ ως νόμιμη άμυνα στις επιθέσεις που δέχονταν από τους Κρητικούς. Οι Γερμανοί ήταν στρατιώτες, ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν ό,τι τους διέταζαν, οι Κρητικοί όμως ήταν άτακτοι αντάρτες, κανένας δεν τους υποχρέωνε να κάνουν ό,τι έκαναν. Η υπόθεση οδηγήθηκε στη δικαιοσύνη, όπου, σωστά, ο καθηγητής απαλλάχθηκε. Τα επιχειρήματά του, καταφανώς απαράδεκτα για τον κοινό, Ελληνικό τουλάχιστον, νου, ήταν αυτά που επικαλούνταν οι ναζιστές στις δίκες που έγιναν μετά τη λήξη του πολέμου. Τέτοια επιχειρήματα όμως οφείλουν να αντικρουστούν από ιστορικούς με επιστημονικά αντεπιχειρήματα και όχι ποινικά. Δεν είχε διαπράξει τις άδικες Γερμανικές πράξεις ο συγγραφέας. Αυτή την υπόθεση θυμήθηκα με την παραπομπή της Sheila Lecoeur στη δικαιοσύνη.

Ακόμη και στις πιο ακραίες καταστάσεις η ζωή συνεχίζεται. Γίνονται κάποιες πράξεις που απαιτούν κοινωνική τεκμηρίωση, γάμοι, κηδείες, άδειες οικοδόμησης, μισθοδοσίες κλπ. Κάποιοι που νομιμοποιούν τέτοιες πράξεις στις δύσκολες συνθήκες μιας κατοχής αξίζουν συχνά συγχαρητήρια μάλλον παρά ψόγο. Φυσικά, αξίζουν την κοινωνική κατακραυγή, αν, χάρη στην εξουσία τους, έβλαψαν συμπολίτες τους ή επωφελήθηκαν. Ήμουν πολύ μικρός στην κατοχή και η όποια μαρτυρία μου δεν μπορεί να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Νομίζω όμως πως θυμάμαι αόριστα τον Βαΐτση Βάγια νομάρχη και δεν θυμάμαι να έχω ακούσει ότι επωφελήθηκε ή έβλαψε οποιονδήποτε χάρη στη θέση του.

Η Lecoeur, έχοντας εντρυφήσει σε χιλιάδες κατοχικά έγγραφα, μας υπομνήσκει στο βιβλίο της, ποιοι ήταν τότε οι τοπικοί άρχοντες και της οφείλομε γι΄ αυτό χάριτες. Αν αναφέρει ανακρίβειες ή ανεπαρκώς τεκμηριωμένα στοιχεία, έργο των ιστορικών είναι να τα ανασκευάσουν. Αν βέβαια, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που θέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον των προσώπων που αναφέρει, τότε έχει σοβαρές νομικές ευθύνες. Στην προκειμένη περίπτωση δύσκολα μπορώ να φαντασθώ να ισχύει η τελευταία περίπτωση, αφού μάλιστα ο αναφερόμενος κατοχικός νομάρχης δεν υπάρχει πια.

Αντίθετα, η προσπάθεια κάποιων να παραπέμψουν την ιστορικό στη δικαιοσύνη μου φαίνεται πολλαπλά επιζήμια. Προσπαθούν αφενός να φιμώσουν την ιστορική επιστήμη, πράγμα απαράδεκτο. Αφετέρου βλάπτουν αυτοί την υπόληψη του θανόντα, καθώς παρακινούν σε δημόσια αναμόχλευση τη δράση του, που πέρα από το γεγονός ότι υπήρξε νομάρχης στην κατοχή, για τίποτε δεν κατηγορείται σήμερα.

Δεν αμφιβάλλω ότι η Δικαιοσύνη θα πράξει το καθήκον της, όταν μάλιστα το Σύνταγμά μας ορίζει σαφώς ότι «η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες» και ακόμη ότι «ο τύπος είναι ελεύθερος. H λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται».

Koinignomi dimitris.sideris@gmail.com

 

 

ΓΝΩΣΗ, ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ ΚΑΙ ΒΟΥΛΗΣΗ

%ce%b3%ce%bd%cf%8e%cf%83%ce%b7

Δημ. Α. Σιδερής

18 Οκτωβρίου 2016

Στα ολοκληρωμένα συστήματα βλέπομε μια είσοδο, μια έξοδο και ένα μηχανισμό εσωτερικό που διαμορφώνει και τροποποιεί τα εισερχόμενα σήματα σε εξερχόμενα. Με την τροποποίηση διατηρείται στα εξερχόμενα σήματα η σχέση των εισερχομένων μεταξύ τους, αλλά η φύση τους δεν σχετίζεται με τη φύση των εισερχομένων. Βάζω ένα μέγεθος στην είσοδο ενός οργάνου μέτρησης και βλέπω στην έξοδο τον αριθμό 1. Βάζω ύστερα άλλο μέγεθος και βλέπω τον αριθμό 2. Προφανώς η σχέση τους είναι 2:1, όπως και η σχέση των αριθμών που βλέπω μεταξύ τους. Όμως, παρατηρώντας τους αριθμούς στην έξοδο του οργάνου δεν έχω ιδέα για τη φύση των εισερχόμενων σημάτων. Είναι μάζες; Βάρη; Όγκοι; Ένταση ηλεκτρικού ρεύματος; Ηλεκτρικό δυναμικό; Κανένας δεν ξέρει. Το ξέρω όμως, αν γνωρίζω το όργανο μέτρησης. Αν είναι ζυγαριά, στην είσοδό της έχει τοποθετηθεί μάζα ή βάρος. Αν είναι βολτόμετρο, ηλεκτρικό δυναμικό κλπ. Η μετατροπή των εισερχόμενων σημάτων σε εξερχόμενα γίνεται από τον εσωτερικό μηχανισμό μετατροπής. Βέβαια υπάρχουν και κάποια άλλα, αξιόλογα, όργανα που έχουν έξοδο χωρίς είσοδο. Είναι οι ταλαντωτές. Το ρολόι παράγει σήματα, τις ώρες, χωρίς να δέχεται πληροφόρηση από πουθενά: Γεννά σήματα.

Κάπως έτσι λειτουργούν τα ποικίλα όργανά μας. Είσοδος είναι τα αισθητήρια, έξοδος κυρίως οι μύες και οι αδένες μας. Χτυπά με το σφυράκι το γόνατο ο νευρολόγος και το πόδι πετάγεται. Τοποθετείται φαγητό στο στόμα και εκκρίνεται σάλιο. Έτσι εισάγεται η εικόνα του έξω κόσμου μέσα μας. Η ένταση των αισθημάτων που σχηματίζονται μέσα μας είναι περίπου ανάλογη με την ένταση των ερεθισμάτων που πέφτουν πάνω στα αισθητήριά μας, ενώ η φύση των αισθημάτων μας εξαρτάται από το αισθητήριο που διεγέρθηκε. Μια γροθιά στο μάτι μάς κάνει να δούμε μια αστραπή, στο αυτί να ακούσουμε ένα κρότο, στο σώμα να πονέσουμε κοκ. Και υπάρχουν σήματα που παράγομε ρυθμικά χωρίς να δεχόμαστε από πουθενά αντίστοιχα ερεθίσματα, όπως χτυπά η καρδιά μας χωρίς να τη διατάζει κανένας.

Μέσα μας γίνεται η επεξεργασία των σημάτων που δεχόμαστε και εκείνων που εκφεύγουν από μας προς κάποια έξοδο. Έτσι το σύστημα των εισαγόμενων σημάτων γίνεται Γνώση, των εξερχόμενων Βούληση και του συστήματος διαμόρφωσης των γνώσεων σε βουλήσεις Συναίσθημα. Όπως και στο φυσικό και στο φυσιολογικό επίπεδο, έτσι και στο νοητικό, μπορεί να διεγείρεται περιοδικά, σαν από ταλάντωση, το σύμπλεγμα Συναισθήματος- Βούλησης χωρίς να δέχεται από πουθενά ερεθίσματα. Απλώς επειδή πέρασε η ώρα, πεινάμε, διψάμε, επειγόμαστε να ουρήσουμε ή αποπατήσουμε, διψάμε για ερωτική πράξη κλπ. Αυτά ισχύουν σε όλα τα ζώα. Στον άνθρωπο ειδικά υπάρχει και δευτεροβάθμια νόηση, δευτεροβάθμια γνώση, η Συνείδηση, και δευτεροβάθμια Συναίσθημα και Βούληση, το Υποσυνείδητο.

Σε ένα ακόμη ανώτερο επίπεδο οργάνωσης, στην κοινωνία, μπορούμε να παρατηρήσουμε τα ίδια τρία στοιχεία. Είσοδος είναι η Επιστήμη, η κοινωνική γνώση, έξοδος η Ηθική, η κοινωνική βούληση και ενδιάμεσο διαμορφωτικό στοιχείο, το κοινωνικό συναίσθημα, η Τέχνη. Κι όταν φθάνουμε στον άνθρωπο και στην κοινωνία, αρχίζουν τα προβλήματα. Ενώ προφανώς τα στοιχεία της εισόδου, της εξόδου και το διάμεσο διαμορφωτικό στοιχείο είναι αλληλοσυμπληρούμενα σε ένα σύνολο, στην κοινωνία αρχίζει μια ιεραρχική αξιολόγησή τους. Τυποποιήθηκε από τον Πλάτωνα που θεώρησε το γνωστικό στοιχείο ανώτερο, ενώ το συναισθηματικό και το βουλητικό υποτελή. Στην κοινωνία αναζήτησε, αντίθετα από τη δημοκρατική άποψη, τους αρίστους που πρέπει να την ελέγχουν, όχι το σύνολο. Ποιοι είναι όμως οι άριστοι; Ποιος τους επιλέγει; Μήπως είναι κληρονομικοί, απόγονοι θεών, ευγενών και ηρώων; Είναι φορείς περιουσίας, ιδίως της πιο ακίνητης, της γης; Ή μήπως είναι οι πλούσιοι, φορείς εξουσίας λόγω του πλούτου τους που έχουν αποκτήσει με το εμπόριο, τις τέχνες ή άλλο τρόπο; Ή μπορεί να είναι οι μορφωμένοι; Η τελευταία άποψη είναι υποσυνείδητα η πιο διαδεδομένη σήμερα, χάρη στο κύρος που συνοδεύει την επιστήμη. Είναι προφανές πως όποτε έχω ανάγκη, πρέπει να απευθυνθώ σε κάποιον ειδήμονα: αν αρρωστήσω σε γιατρό, αν θέλω να ταξιδέψω σε καπετάνιο, αν θέλω να χτίσω σπίτι σε μηχανικό ή αρχιτέκτονα κλπ. Κατ΄ επέκταση, για τη διακυβέρνηση μιας χώρας, κατάλληλοι είναι οι γνώστες και όχι ο λαός. Πόσο έτσι είναι όμως;

Αντίθετα από το πώς πρέπει να γίνεται κάτι, όπου σαφώς έχει λόγο ο αντίστοιχος ειδήμονας, το για τι να γίνει αφορά εξίσου όλο τον κόσμο. Η προσφορά των αγράμματων αγωνιστών, Κολοκοτρώνη, Καραϊσκάκη, Κανάρη και λοιπών δεν ήταν κατώτερης αξίας από εκείνη των Μαυροκορδάτου, Κωλέττη και λοιπών εγγράμματων ηρώων. Όταν αρρωστήσω, εγώ ξέρω τι θέλω καλύτερα από κάθε άλλον. Για το πώς θα το επιτύχω όμως απευθύνομαι στο γιατρό. Αυτός δεν μπορεί να υποκαταστήσει το τι εγώ θέλω. Μπορεί όμως, καλύτερα από εμένα, να υποδείξει τι μπορώ να κάνω. Εγώ αποφασίζω. Το ίδιο ισχύει αν χρειάζομαι δικηγόρο, μηχανικό, τεχνίτη ή άλλον ειδήμονα. Εγώ ξέρω τι θέλω, ο ειδικός με πληροφορεί για τις δυνατότητες, αποφασίζω εγώ και εκείνος υλοποιεί. Η γνώμη του ειδικού έξω από την ειδικότητα του και η βούλησή του είναι ισοδύναμες με του μη ειδικού.

Αντίστοιχα στην πολιτική χρειάζεται ένα σώμα που να εκφράζει με τον πιο αξιόπιστο τρόπο τι θέλει το σύνολο της κοινωνίας. Μια βουλή αποτελούμενη κατά 90% από άνδρες, και κατά 95% από δικηγόρους, γιατρούς, μηχανικούς, οικονομολόγους, λίγους ποδοσφαιριστές και ηθοποιούς, όλους με μέση ως ανώτερη οικονομική κατάσταση (δεδομένα από τις βουλές του 1989 και 1990, από το Δημολιάτη) εκφράζει και επιδιώκει τα συμφέροντα των τάξεών τους, όχι του λαού. Αν μάλιστα από αυτούς αποτελείται και η κυβέρνηση, οι ίδιοι εκφράζουν τι θέλουν, οι ίδιοι αποφασίζουν, οι ίδιοι υλοποιούν και οι ίδιοι αξιολογούν το αποτέλεσμα. Ο λαός μόνον πληρώνει, αν αυτοί λάθεψαν. Αυτό δεν είναι βέβαια δημοκρατία (αν και μπορεί να είναι ρεπούμπλικα). Και φυσικά, η αναμενόμενη βέβαιη αποτυχία του συστήματος δεν σημαίνει απαξίωση της δημοκρατίας. Αντίθετα, αν η βουλή εκλεγόταν με κλήρωση από τους πολίτες, με ίση πιθανότητα όλων να κληρωθούν και αυτή η βουλή εξέλεγε εκείνους που θεωρεί «αρίστους», που αυτοί, ναι, μπορούν (και πρέπει) να είναι καλά εκπαιδευμένοι με τεκμηριωμένες γνώσεις και πείρα, τότε οι «άριστοι» θα φρόντιζαν αναγκαστικά να υπηρετούν τα συμφέροντα του συνόλου μάλλον παρά της ιδιαίτερης τάξης τους. Τότε θα έλεγχαν την πορεία της κοινωνίας ο λαός και όχι τα κόμματα ή οι στρατιωτικοί ή οι ξένοι ή οι πλούσιοι ή οποιοσδήποτε άλλος έξω από το λαό.

Koinignomi 18 Οκτωβρίου 2016

Εχθροί

%ce%b5%cf%87%ce%b8%cf%81%ce%bf%ce%af

11 Οκτωβρίου 2016

Συντάκτης: Κατερίνα Βιδάλη

Εχθροί απειλούν την ύπαρξή μας. Είναι λιοντάρια, οχιές, παθογόνα μικρόβια κλπ. Τους αναγνωρίζομε σχετικά εύκολα, επειδή είναι ξένοι, πολύ διαφορετικοί, κι έτσι αναπτύσσομε – επιτυχημένα ή αποτυχημένα – την άμυνά μας. Υπάρχουν όμως και εχθροί που δεν μπορούμε να τους επισημάνουμε εύκολα και γι΄ αυτό δεν αναπτύσσομε αποτελεσματική άμυνα εναντίον τους. Είναι συνήθως οι πιο επικίνδυνοι. Τέτοιοι είναι π.χ. τα καρκινικά κύτταρα. Κατάγονται από τα δικά μας κύτταρα. Τα δικά μας πεθαίνουν, αποπίπτουν και πολλαπλασιάζονται, αντικαθιστώντας τις φθορές, ανάλογα με τις ανάγκες του οργανισμού μας. Τα καρκινικά κύτταρα πολλαπλασιάζονται ταχύτατα, ανεξάρτητα από τις ανάγκες του οργανισμού. Εξαπλώνονται παντού και τότε επέρχεται ο θάνατός μας και ο θάνατός τους. Ο οργανισμός μας δεν τα αναγνωρίζει εύκολα, διότι, όπως είπαμε, κατάγονται από τα κύτταρα που αποτελούν φυσιολογικά το σώμα μας. Και δεν αναπτύσσει αντίστοιχη άμυνα.

Ποικίλοι εχθροί μπορούν να απειλούν μια κοινωνία. Είναι οι ξένοι, οι «βάρβαροι» που επελαύνουν εναντίον μας, σα λιοντάρια, φίδια και μικρόβια. Υπάρχουν όμως και εχθροί μέσα μας. Θα μιλήσω για μερικούς. Κύριος εχθρός του «λαϊκού» είναι ο «λαϊκιστής»· του «αριστερού», ο «αριστεριστής»· του «Έλληνα», ο «Ελληναράς».

Λαϊκός είναι αυτός που μεριμνά για τις ΑΝΑΓΚΕΣ του λαού που αποτελεί μια κοινωνία. Αυτός που νοιάζεται για την παιδεία, την υγεία, την πρόνοια, τη δικαιοσύνη, την ασφάλεια, την άμυνα, την ελεύθερη ισοπολιτεία, ισονομία, ισηγορία του. Μεριμνά για τους ασθενεστέρους. Λαϊκιστής είναι αυτός που νοιάζεται για τις ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ομάδων σε βάρος των αναγκών του συνόλου. Είναι αυτός που μοιράζει μισθούς στους «καϋμένους» τους εργαζόμενους που δεν εργάζονται και επιδοτεί «ατυχήσαντες» επενδυτές που δεν επενδύουν. Με το αζημίωτο, βέβαια, την ψήφο του ευεργετούμενου. Φυσικά, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο οι ανάγκες, αλλά και κάποιες επιθυμίες. Το κριτήριο διατυπώθηκε επιγραμματικά από τον Περικλή, κατά το Θουκυδίδη: «Φιλοκαλοῦμεν μετ’ ὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας». Που σημαίνει πως κάνομε ό,τι είναι αναγκαίο (χωρίς πολυτέλεια), αλλά ό,τι κάνομε ως αναγκαίο το κάνομε ωραία (φιλοκαλούμε). Παράλληλα φιλοσοφούμε, αλλά όχι για αυτοϊκανοποίηση.

Αριστερός είναι αυτός που επιδιώκει να μοιράζει αγαθά ανάλογα με τις ανάγκες και/ή την απόδοση καθενός στην κοινωνία, ενώ καθένας προσφέρει ανάλογα με τις ικανότητές του. Η αριστερά επιδιώκει τους σκοπούς της με κάθε τρόπο, με ειρηνικά ή βίαια μέσα, για να εγκαταστήσει το όραμά της, αυτό που θεωρεί σωστό. Ο αριστεριστής αγωνίζεται κατά της «άδικης» κοινωνίας με κάθε τρόπο, συνήθως με βία κατά σημαινόντων προσώπων ή και τυφλή, εναντίον οποιουδήποτε, με σκοπό να καταλύσει την υπάρχουσα κατάσταση, χωρίς όμως όραμα, ένα σχέδιο με τι θα αντικαταστήσει την παρούσα κατάσταση, αν καταρρεύσει. Κατά το Λένιν, ο αριστερισμός είναι η «παιδική ασθένεια του κομμουνισμού».

Έλληνας είναι όποιος ομολογεί την Ελληνική του ταυτότητα και ως Έλληνας συμπεριφέρεται. Δηλαδή: όποιος προσφέρεται να υπηρετήσει όπου χρειάζεται, για να δώσει ακόμη και την ύπαρξή του για τη διατήρηση και ανάπτυξη του Ελληνικού Έθνους, και μετέχει στη διαμόρφωση της βούλησης των Ελλήνων· όποιος μπορεί να διαλέγεται με τους υπόλοιπους σύγχρονους Έλληνες στην Ελληνική γλώσσα και με τους Αρχαίους Έλληνες ερμηνεύοντας τα ανεξίτηλα γραπτά μηνύματά τους· και όποιος περηφανεύεται για ό,τι σπουδαίο διαπράττουν οι συνέλληνές του ή έπραξαν οι πρόγονοί του διεκδικώντας το μερίδιο από την αντίστοιχη τιμή που τους πρέπει, αλλά και ντρέπεται για ό,τι επονείδιστο διαπράττουν οι συνέλληνές του ή έπραξαν οι περασμένες γενεές και αποδέχεται το μερίδιο της ευθύνης να αποκαταστήσει ή να αποζημιώσει για την επονείδιστη πράξη.

Από την άλλη, Ελληναράς ήταν παραδοσιακά ο «εθνικόφρονας». Γι αυτόν οι διαφωνούντες ήταν κατσαπλιάδες, κομμουνιστοσυμμορίτες, εαμοβούλγαροι, με κονσερβοκούτια, κομμούνια, φονιάδες παιδιών, Μελιγαλάδες. Υπήρχε όμως κι ο αντίποδάς του, ο «πατριώτης». Οι διαφωνούντες ήταν φασίστες, ναζιστές, γερμανοτσολιάδες, ταγματασφαλίτες, χουντικοί, δωσίλογοι, Μακρονήσια, εκτελέσεις, με ψευδοράματα, όπως «Σόφια, Σόφια είναι τόνειρό μας», «τη λένε Βόρειο Ήπειρο, την αγαπώ πολύ». Και να που οι σύγχρονοι διάδοχοί τους, εθνικόφρονες και πατριώτες, αρχίζουν να συγκλίνουν ως Ελληναράδες. Είναι αντιευρωπαϊστές, αντιαμερικανοί, μισαλλόδοξοι, εχθροί της μαντίλας και των προσφύγων, κάθε θρησκευτικής διαφορετικότητας, όλων συλλήβδην των μουσουλμάνων, θυτών και θυμάτων, αλλά και κάθε θρησκευτικής και ιδεολογικής διαφορετικότητας, άσπονδοι εχθροί των δυτικών «αιρέσεων», καθολικών και διαμαρτυρομένων, των «εβραιομασόνων», που όλοι προσπαθούν να μας φραγκέψουν ή υποδουλώσουν και οποιουδήποτε άλλου «προδότη» προσπαθεί ύπουλα να μας αφελληνίσει, να μας εκσλαβίσει, τουρκέψει, εξισλαμίσει. Ο «Ελληναράς» συμπεριφέρεται αντίθετα από τους Έλληνες, όπως περιγράφονται π.χ. στις Ικέτιδες του Αισχύλου. Το κοινό στοιχείο που ενώνει τους «Ελληναράδες» είναι η φοβία για τους ξένους. Ξένοι, για τον Ελληναρά, είναι, βασικά, όλοι εκτός από τον εαυτό του.

Όλοι οι παραπάνω «εχθροί» μάς διαβρώνουν. Είναι φανατικοί. Στηρίζονται σε πίστη, όχι σε γνώση.

Υπάρχουν δύο τρόποι για να αφανισθούμε. Ο ένας είναι να καταστραφούμε από τη βία μιας ολοκληρωτικής σύγκρουσης, σα μια σταγόνα νερό που εξατμίζεται στον εχθρικό, ξερό, ζεστό αέρα. Ο δεύτερος, να αφομοιωθούμε από τους άλλους, όπως μια σταγόνα νερό που πέφτει στον ωκεανό. Προϋπόθεση για την επιβίωσή μας είναι η δυνατότητά μας να αγωνιζόμαστε χωρίς να αλληλεξοντωνόμαστε. Με άμιλλα μεταξύ μας, όπως ο δρομέας ή ο άλτης, που αγωνίζονται στο στίβο ποιος θα επιτύχει την καλύτερη επίδοση, χωρίς να αγωνίζονται ο ένας εναντίον του άλλου. Έναντι εξωτερικής απειλής, όταν πραγματικά υπάρχει, θα αγωνισθούμε όπως ο πυγμάχος ή ο παλαιστής στην παλαίστρα, εναντίον των αντιπάλων μας. Ο κίνδυνος είναι η επινόηση εσωτερικών εχθρών που είναι απαραίτητοι για τη συντήρηση λαϊκίστικων θέσεων κρατούντων ή υποτελών.

Η επαφή με τους ξένους είναι απαραίτητη. Θα πρέπει να θωρακισθούμε για να μη χαθούμε σαν τη σταγόνα που εξατμίζεται στην ξερή, θερμή ατμόσφαιρα. Και να αποφύγουμε να εξομοιωθούμε μ΄ αυτούς σαν τη σταγόνα στον ωκεανό. Μένει η συμπληρωματική λειτουργία μας. Έχομε πολλά στοιχεία μοναδικότητας, από τη γεωπολιτική θέση και τη γεωγραφία μας, με το φυσικό μας πλούτο, ως τη μακροχρόνια ιστορία και παιδεία μας. Η πολιτεία οφείλει να συμβάλλει στη διαμόρφωση των στάσεων, της νοοτροπίας μας, με την κατάλληλη παιδεία. Εμείς ορίζομε την πολιτεία μας, που, με τη σειρά της μας ελέγχει. Όπως ο κύριος εξαρτάται από το δούλο και ο δούλος από τον κύριο, υπεύθυνος όμως για τις πράξεις του ζεύγους είναι ο κύριος, έτσι και την ευθύνη του λαού την έχει η πολιτεία. Που οφείλει να στρέφει την παιδεία μας προς την αριστεία με άμιλλα και, όταν χρειάζεται, ανταγωνισμό. Με πρωτότυπη μοναδικότητα μάλλον παρά αντιγραφή

Σχέδιο

%cf%83%cf%87%ce%ad%ce%b4%ce%b9%ce%bf

04.10.2016

Όλο και πιο συχνά βλέπω στον πανελλήνιο τύπο να εκφράζονται απόψεις που οι αναγνώστες μου έχουν διαβάσει επανειλημμένα στην Κοινή Γνώμη. Μπορούν να βρεθούν στον ιστότοπό μου https://dimitrissideris.wordpress.com.

Παπαχελάς (Καθημερινή, 21.08.2016): «Καμιά κυβέρνηση στα χρόνια της κρίσης δεν απέκτησε ένα δικό της σχέδιο και όραμα για τη χώρα…Χωρίς ένα δικό μας σχέδιο για το πώς θα ξεφύγει η χώρα από την κρίση, δεν πάμε πουθενά». Το τονίζω διαρκώς. Λεφτά χωρίς σχέδιο σκορπίζουν. Σχέδιο να υπάρχει, και λεφτά ίσως βρεθούν.(«Δίκαιο και άμυνα». «Σκέψεις πάνω στην οικονομία»).Ακόμη και αν (ο μη γένοιτο) ανατραπεί βίαια το σύστημα, είναι απαραίτητο να προϋπάρχει όραμα, σχέδιο.

Γιανναράς (Καθημερινή, 21.08.2016). Περιγράφει γλαφυρά και πειστικά την ορατή σε όλους παρούσα κατάσταση, συμπεριλαμβάνοντας τον ψευδοσκοπό «έξοδος στις αγορές» για να καταλήξει μελαγχολικά: «όσοι ακόμη διασώζουν σκέψη και κρίση στο ελληνώνυμο κρατίδιο του βαλκανικού Νότου, ξέρουν ότι επιβίωση του Ελληνισμού δεν υπάρχει πια. Χωρίς γλώσσα, χωρίς ιστορική συνείδηση, με θρησκειοποιημένη την Εκκλησία … ο τυπικός αφανισμός της οργανωμένης σε κράτος συλλογικότητας είναι θέμα χρόνου». Προσυπογράφω σχεδόν όλα όσα γράφει ο σοφός επιφυλλιδογράφος. Συμμερίζομαι την αγωνία, όχι όμως τη βεβαιότητα, ότι δεν υπάρχει πια επιβίωση του Ελληνισμού. Διατηρώ επιφυλάξεις για τη σύγχυση που έχει επικρατήσει και μας εμποδίζει να ξεφύγουμε από μακροχρόνιες προκαταλήψεις.

Ο Στείρης (http://www.huffingtonpost.gr/georgios-steiris (link is external)) περιγράφει τέτοια σύγχυση. Στην αρχαία Ρώμη δημιουργήθηκε η res publica. Δικαίωμα εκλογής, αντίθετα από την Αθηναϊκή Δημοκρατία, στα ανώτερα αξιώματα είχαν μόνο οι πατρίκιοι, οι καθαρόαιμοι αριστοκράτες Ρωμαίοι. Την εποχή του Διαφωτισμού η άμεση δημοκρατία απορρίφθηκε από τους φιλελεύθερους διαφωτιστές μετά βδελυγμίας, επειδή κρίθηκε ότι αναπότρεπτα θα οδηγούσε στην κυριαρχία των λαϊκών στρωμάτων και θα δημιουργούσε χάος. Η εξουσία έπρεπε να παραμείνει προνόμιο των αριστοκρατών, έστω με την έννοια της διακυβέρνησης από άριστους αντιπροσώπους, που επιλέγει ο λαός κατόπιν ψηφοφορίας. Το πολίτευμα αυτό ονομάστηκε εξαρχής ρεπουμπλικανικό, όχι δημοκρατικό, καθώς οι εμπνευστές του ήξεραν πολύ καλά από πού άντλησαν και τι επιδίωκαν. Στο 19ο αιώνα εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα μια εκδοχή του ευρωπαϊκού ρεπουμπλικανισμού ώστε η χώρα μας να μην υστερεί έναντι της προηγμένης δύσης. Όμως, δέσμιοι της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς, ονόμασαν το πολίτευμα αυτό δημοκρατικό! Έκτοτε, η σύγχυση υπάρχει. Ρεπούμπλικα έχομε (όταν την έχομε), όχι δημοκρατία.

Ο Μαραντζίδης (Καθημερινή, 28.08.2016) προτείνει την άμεση δημοκρατία, με μεγαλύτερη εμπλοκή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων. Το κίνημα είναι πια διεθνές.

Οι Αλιβιζάτος και συνεργάτες («Ένα Καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα», Καθημερινή, 27/06/2016) προτείνουν αλλαγές στο ισχύον Σύνταγμα. Δεν αλλάζουν όμως το 1ο άρθρο του Συντάγματος γράφοντας απλά: «Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι Δημοκρατία». Έτσι διατηρούν τη ρεπούμπλικα και τη σύγχυση χωρίς την αναγκαία προσαρμογή στα άρθρα που ακολουθούν. Η απαιτούμενη θεμελιώδης προσαρμογή είναι η άμεση δημοκρατία, όπως στην αρχαία Αθήνα, με κλήρωση των βουλευτών. («Σκέψεις για ένα Καινοτόμο Σύνταγμα»).

Ο Διαμαντής (http://www.huffingtonpost.gr/eleftherios-diamandis (link is external)) διατυπώνει ενστάσεις: «Φανταστείτε για ένα λεπτό τι θα είχε συμβεί αν κληρώναμε υπερήλικες, αγράμματους, άρρωστους, κτλ για να γράψουν τους νόμους του κράτους». Σύγχυση πάλι. Οι βουλευτές δεν γράφουν, δεν πρέπει να γράφουν, νόμους. Η κυβέρνηση τους γράφει. Η βουλή εγκρίνει ή απορρίπτει. Αν η βουλή έγραφε νόμους, θα καταργούνταν η ανεξαρτησία των εξουσιών. Με την πλύση του εγκεφάλου μας, συγχέομε τη βουλή με την κυβέρνηση, επειδή κυβέρνηση και βουλή κυριαρχούνται από το ίδιο κόμμα. Η βούληση της κοινωνίας προκύπτει από βιολογικές ανάγκες, αλλά η κοινωνία την ελέγχει ανάλογα με τις γνώσεις που υπάρχουν, τόσο που να ικανοποιείται το συναίσθημά της. Αυτό σημαίνει κυβέρνηση από επαΐοντες στους οποίους μεταφέρεται η βούληση της κοινωνίας διαμέσου μιας βουλής που την εκφράζει αξιόπιστα. Η μόνη απαίτηση από το βουλευτή είναι να διαθέτει κοινό νου, διακρίνοντας την αλήθεια από το ψέμα, όχι γνώσεις. Σαν ένορκος. Οι ψαράδες, οικοδόμοι, αγρότες, τεχνίτες, είναι εξίσου ικανοί σ΄ αυτό με δικηγόρους, γιατρούς, μηχανικούς, οικονομολόγους, που κατακλύζουν σήμερα τη βουλή. Οι Απόστολοι ήταν ψαράδες. Οι αγράμματοι Κολοκοτρώνης, Καραϊσκάκης (βαριά άρρωστος) είχαν τουλάχιστον εξίσου σωστή κρίση με τους γραμματισμένους Κοραή, Καποδίστρια, Μαυροκορδάτο, Κωλέττη. Κι οι υπερήλικες Παπούλιας, Στεφανόπουλος, Καραμανλής ήταν ικανοί πρόεδροι δημοκρατίας. Αν εμπιστευόμαστε το κοινό να επιλέγει εκπροσώπους και να κρίνει ενόχους, γιατί δεν το εμπιστευόμαστε να κρίνει νόμους;

Η επαρκής επικοινωνία μεταξύ μας είναι απαραίτητη. Σωστά ο Γιανναράς προτάσσει επανειλημμένα το θέμα της γλώσσας. Φοβούμαι όμως ότι ή δεν έχω καταλάβει ή υπάρχει πάλι σύγχυση. Η γλώσσα μας εξελίσσεται συνεχώς εδώ και >3500 χρόνια. Μεταφέρεται αβίαστα από τη μάνα στο παιδί και, μετά την ανακάλυψη της γραφής, διαβάζοντας την υπάρχουσα λογοτεχνία. Αντίθετα, η γραφή επιβάλλεται από το δάσκαλο στο μαθητή (συχνά με τη βέργα!). Έχουν φυσιολογικές διαφορές οι δύο τρόποι έκφρασης, χρησιμοποιώντας διαφορετικά εκφραστικά όργανα: στόμα-αυτί η γλώσσα, χέρι-μάτι η γραφή. Στην κλασική αρχαιότητα η γραφή απέδιδε με όση γινόταν ακρίβεια τη γλώσσα: Ένας φθόγγος για κάθε γράμμα (ή σύμπλεγμα γραμμάτων) και ένα γράμμα (ή σύμπλεγμα γραμμάτων) για κάθε φθόγγο. Μετά την Ελληνιστική εποχή εξοβελίστηκε αυτή η αρχή και η γλώσσα εξελίσσεται αναπότρεπτα αβίαστα χωρίς να την ακολουθεί η γραφή. Φτάσαμε να έχουμε 22 τρόπους για να αποδώσουμε τους φθόγγους α και ά (α,ᾳ,ά,ὰ,ᾶ,ἀ,ἁ,ἂ,ἃ,ἄ,ἅ,ἆ,ἇ,ᾀ,ᾁ,ᾂ,ᾃ,ᾄ,ᾄ,ᾅ,ᾆ,ᾇ) και 15 τρόπους (Α,ᾼ,Ε,ΑΙ,Η,ῌ,Ι,Υ,ΕΙ,ΟΙ,ΥΙ,Ο,Ω,ῼ,ΟΥ) για 5 φωνήεντα.Έλεος! Έχω υποστηρίξει: 1. Ανάγκη να μαθαίνουμε να διαβάζουμε και κατανοούμε τη γλώσσα των προγόνων ήδη από το Δημοτικό. Από τον Παπαδιαμάντη ως τον Όμηρο. Όχι μόνο για να μαθαίνουμε πώς σκέφτονταν οι πρόγονοί μας, αλλά και, κυρίως, για να γίνουμε ικανότεροι να εκφραζόμαστε ακριβέστερα. Δεν χρειάζεται να τη γράφουμε. Κανένας πρόγονός μας δεν έχει επιβιώσει για να διαβάζει ό,τι γράφομε, ενώ η γραφή της αρχαίας γλώσσας είναι απατηλή. Τα γράμματά μας δεν αντιστοιχούν πια στους αρχαίους φθόγγους, τους οποίους αγνοούμε. 2. Να γράφουμε την τρέχουσα γλώσσα με φωνητική γραφή, σαν τους Βηλαρά, Σολωμό και άλλους και εγώ στη συνέχεια. Το κέρδος θα ίνε αφάνταστο από τιν απλοπίισι τις γραφίς, που δεν βλάπτι τι γλόσα μας (αντίθετα τι στιρίζι), ιδίος για τι σιντριπτικί πλιονότιτα τον ντόπιον Ελίνον με ιπερδοδεκαετί εκπέδεφσι που αδινατούν να γράπσουν μια σελίδα χορίς ορθογραφικό λάθος («φωνητική γραφή»)· για το σίνολο τον Ελίνων μεταναστόν που σε 2-3 γενιές χάνουν τιν Ελινικότιτά τους· κε για το πλίθος τον αλοδαπόν που εγκαθίσταντε στι χόρα μας κε πρέπι ίτε να φίγουν ί να μίνουν κε εκσελινισθούν με κατάλιλι πεδία.

Για όλα τα παραπάνο, πάντος, προαπετίτε όραμα, σχέδιο.