Δημοκρατία: Κλήρος ή εκλογή;

Δημοκρατία Κλήρωση ή εκλογή

Δημ. Α. Σιδερής, ομ. καθ. καρδιολογίας

Η Δημοκρατία γεννήθηκε στην αρχαία Αθήνα. Έκτοτε εξελίχθηκε. Βασικά χαρακτηριστικά κάθε δημοκρατίας είναι ότι: Η βούληση του 50%+1 αποτελεί τη βούληση του λαού. Η βούληση του λαού είναι αμετάκλητη. Καθώς είναι δύσκολο να συναθροίζονται για τα τρέχοντα προβλήματα το σύνολο του λαού, αποφασίζει γι΄ αυτά ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του (βουλή). Στην Αθηναϊκή δημοκρατία η βουλή προέκυπτε με κλήρωση από το σύνολο των πολιτών. Αντίθετα, στις περισσότερες από τις σύγχρονες (αντιπροσωπευτικές) δημοκρατίες η βουλή προκύπτει με εκλογή των βουλευτών από το λαό. Ενώ οι αποφάσεις λαμβάνονται από τη βουλή, οι εισηγήσεις και η υλοποίησή τους γίνονται από έμπειρους, ειδήμονες, πολιτικούς («στρατηγοί», «κυβέρνηση») που αξιολογούνται για κάθε πράξη τους από τη βουλή και τελικά από το λαό. Θα προσπαθήσω στα επόμενα να συγκρίνω μια σύγχρονη παραλλαγή της αρχαίας δημοκρατίας με τις σύγχρονες δημοκρατίες, ειδικότερα με αυτήν που ισχύει σήμερα στην Ελλάδα.

Μειονεκτήματα του αρχαίου συστήματος ήταν ότι: Στους πολίτες δεν υπάγονταν η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων της Αττικής, της Αθηναϊκής επικράτειας. Ενώ οι κάτοικοι ήταν περί τις 300 000, οι πολίτες ήταν περί τους 30 000.Δεν υπάγονταν στους ενεργούς πολίτες παιδιά, γυναίκες, μέτοικοι και δούλοι. Η βουλή είχε όχι μόνο νομοθετικές αρμοδιότητες, αλλά και δικαστικές.

Στα νεότερα χρόνια έγιναν σημαντικές βελτιώσεις: η δουλεία καταργήθηκε και οι γυναίκες έγιναν ενεργά μέλη της κοινωνίας, με πολιτικά δικαιώματα ίσα με των ανδρών. Παρέμειναν, ωστόσο, εκτός κοινωνίας οι μέτοικοι και οι ανήλικοι. Η εξουσία τριχάστηκε σε τρεις ανεξάρτητες και ισότιμες εξουσίες: Βουλή, Κυβέρνηση και Δικαιοσύνη.  Σε πολλά μέρη σήμερα ισχύει το σύστημα του δικαστηρίου με απονομή της δικαιοσύνης από κοινούς πολίτες που επιλέγονται με κλήρο (ενόρκους), χωρίς να είναι όμως βουλευτές: Σήμερα, στην Ελλάδα τα ορκωτά δικαστήρια είναι μικτά απαρτιζόμενα και από ενόρκους και από επαγγελματίες δικαστές.

Η δημοκρατία στη σύγχρονη εποχή πέρασε από πολλά στάδια. Με τη γαλλική επανάσταση επικράτησε με πρωτοφανή βιαιότητα, επιδιώκοντας ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα. Οι επαναστάσεις σε όλο τον κόσμο, οι αντεπαναστάσεις, οι πόλεμοι, εμφύλιοι, διακρατικοί, παγκόσμιοι, συνέχισαν τη βία, που άλλοτε τόνιζε την εξουσία του ανώνυμου λαού και άλλοτε των κρατούντων (π.χ. δικτατορίες). Παράλληλα, οι ελευθερίες έχουν μειωθεί και διαστρεβλωθεί. Αντί της ελευθερίας των πολιτών επικράτησε η ελευθερία της οικονομίας. Η ανισότητα αυξάνεται μετά  από μια παροδική μείωσή της μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο1.

Η σχέση ελευθερίας – ισότητας μοιάζει πολύπλοκη. Υποστηρίζεται ότι χωρίς ισότητα δεν υπάρχει ελευθερία και χωρίς ελευθερία δεν μπορεί να υπάρχει ισότητα. Πραγματικά, ο πλούσιος ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ισχυρός έχει περισσότερες δυνατότητες (ανισότητα) να κάνει ό,τι θέλει (ελευθερία) από τον ασθενέστερο. Χωρίς ισότητα επομένως δεν μπορεί να υπάρχει ελευθερία. Παράλληλα, χωρίς ελευθερία δεν μπορεί να υπάρχει ισότητα, αφού π.χ. σε ένα δουλοκτητικό σύστημα, προφανώς δεν είναι ίσοι οι κύριοι με τους δούλους. Αυτή είναι η θέση του Καντ και γενικότερα του Διαφωτισμού. Από την άλλη, υποστηρίζεται ότι η ισότητα είναι αντίθετη από την ελευθερία. O Moynihan έλεγε ότι «η αντιπαλότητα μεταξύ του Προέδρου Wilson και του Lenin ήταν ο αγώνας μεταξύ του κόμματος της ελευθερίας και της ισότητας 2.

Είμαι άνθρωπος. Ένα μέρος του χρόνου το αναλώνω για να υπηρετώ τις βιολογικές μου ανάγκες, να κοιμηθώ, να φάω, να κάνω έρωτα κλπ. Γεννήθηκε αυτό το μέρος του Εγώ μου με τη σύλληψή μου και γίνεται αντιληπτό από όλους (αισθητό Εγώ). Ένα άλλο μέρος του χρόνου μου το αναλώνω για να ανταποκρίνομαι στα άλλα μέλη της κοινωνίας στην οποίαν ανήκω (κοινωνικό Εγώ). Γεννήθηκε αυτό το Εγώ με την είσοδό μου στην κοινωνία, με την εγγραφή μου στα ληξιαρχικά βιβλία, με κάποια κοινωνικο-θρησκευτική τελετή (αμφιδρόμια στην αρχαιότητα, βάπτιση στους Χριστιανούς, περιτομή σε Εβραίους και Μουσουλμάνους κλπ). Το τρίτο μέρος του χρόνου μου είναι αποκλειστικά δικό μου (νοητό Εγώ). Μπορώ να σκέφτομαι, να χαίρομαι ή να θλίβομαι, να βούλομαι κι αυτές οι νοερές δραστηριότητες μου είναι άβατες για οποιονδήποτε άλλον εκτός από εμένα. Γεννήθηκε το νοητό Εγώ μου τη στιγμή της γέννησής μου. Όσο ήμουν έμβρυο, αισθητήρες στην επιφάνεια του σώματός μου (κυρίως δέρμα) δέχονταν ερεθίσματα από το εσωτερικό και το εξωτερικό του σώματος μου, που ήταν ακριβώς ίδια: ίδια θερμοκρασία, υγρασία, οξύτητα κλπ. Επομένως ήταν αδύνατο να αντιληφθώ την ύπαρξή μου: εγώ και το περιβάλλον μου είμαστε Ένα. Με την έξοδό μου από τη μητέρα μου, τα αισθητήριά μου εξακολουθούσαν να δέχονται σταθερά ερεθίσματα από το εσωτερικό μου, αλλά από το περιβάλλον μου άρχισαν απότομα να δέχονται τα πιο απρόβλεπτα, μεταβαλλόμενα ερεθίσματα, διαφορετικά από εκείνα που προέρχονταν από το εσωτερικό του σώματός μου3.

Το αισθητό Εγώ έχει περιορισμένες επιλογές, τους απαραβίαστους περιοριστικούς φυσικο-χημικο-βιολογικούς νόμους. Το κοινωνικό Εγώ έχει επίσης περιορισμένες επιλογές, τους κοινωνικούς νόμους. Μόνο το νοητό Εγώ δεν επιδέχεται περιορισμούς, καθώς είναι ανοικτό στη φαντασία. Από την άλλη, κανένα αισθητό Εγώ δεν είναι ίδιο με κάποιο άλλο, κανένας δεν έχει τα δακτυλικά αποτυπώματα ή το DNA που έχω εγώ, κάποιος είναι ισχυρότερος, άλλος ωραιότερος, άλλος ευφυέστερος από εμένα κλπ. Το νοητό Εγώ μου δεν μπορεί καν να συγκριθεί με εκείνο ενός άλλου, και των δύο μας τα νοητά Εγώ είναι άβατα, επομένως όχι μόνο δεν είναι ίσα, αλλά ούτε καν συγκρίσιμα. Τη στιγμή της «γέννησής» τους με την εισαγωγή τους στην κοινωνία, όλα τα κοινωνικά Εγώ είναι απολύτως ίσα. Εκείνη τη στιγμή δεν είναι παρά μέλη της κοινής κοινωνίας τους με όλα τα άλλα κοινωνικά Εγώ. Στην εξέλιξη, φυσικά, ενδέχεται να γίνουν κοινωνικά άνισα, όταν εμφανισθούν η σημασία της βιολογικής και κοινωνικής (π.χ. πλούτος) κληρονομικότητάς τους, οι διαφορετικές διανοητικές και συναισθηματικές ικανότητές τους κλπ. Με βάση τα παραπάνω, η μεν ελευθερία είναι ιδιότητα πρώτιστα του νοητού Εγώ, η δε ισότητα πρώτιστα του κοινωνικού Εγώ. Επομένως είναι αδύνατη η αντιπαράθεσή τους αφού βρίσκονται σε διαφορετικό επίπεδο, σε διαφορετική όψη του Εγώ. Ωστόσο, αλληλεπηρεάζονται.

Η κοινωνία αποτελείται από ρόλους, που ολοένα εξειδικεύονται. Ιδανικά κάθε ρόλος εξυπηρετείται από άτομα με βιολογικές και νοητικές ικανότητες που είναι κατάλληλες για το συγκεκριμένο ρόλο. Ένας ασθενικός τύπος δεν μπορεί να γίνει χειρώνακτας, ένας ατάλαντος δεν μπορεί να γίνει μουσικός ή ζωγράφος και ένας νοητικά ανεπαρκής ή απαίδευτος δεν μπορεί να γίνει επιστήμονας. Οι ρόλοι της κοινωνίας διαφέρουν ο ένας από τον άλλον και μπορεί να είναι άνισοι. Ο ρόλος του βασιλιά διαφέρει από το ρόλο του στρατιώτη και ο ρόλος του πλουσίου από το ρόλο του πένητα. Ωστόσο, από τη στιγμή που καθένας υπηρετεί ένα ρόλο, η υποχρέωσή του να τον υπηρετεί είναι ίση με την υποχρέωση κάθε άλλου να υπηρετεί το δικό του ρόλο, στο κοινωνικό τους ωράριο. Ο ρόλος του βασιλιά έχει πολύ περισσότερες ευθύνες από εκείνον του στρατιώτη. Ωστόσο, συνεπάγεται δυνατότητες πολύ μεγαλύτερες από εκείνες του στρατιώτη να ικανοποιεί τις βιολογικές ανάγκες του αισθητού Εγώ του και τις νοερές επιθυμίες του νοητού Εγώ. Καθένας λοιπόν έχει ισχυρό κίνητρο να καταλάβει κοινωνικούς ρόλους με υψηλότερους βαθμούς ελευθερίας στην κλίμακα της κοινωνικής ανισότητας.

Οι φυσικοί και κοινωνικοί νόμοι δεν παραβιάζονται, αλλά οι φυσικές και κοινωνικές επιστήμες παράγουν τη γνώση που μπορεί να τους αντισταθμίζει. Η ανακάλυψη της φωτιάς, του τροχού, της άνωσης, της αεροδυναμικής, της ορμής έδωσε τη δυνατότητα να αντισταθμίσει ο άνθρωπος το κρύο, την τριβή, τη βαρύτητα. Η ανάπτυξη των φυσικών επιστημών οδηγεί αναγκαστικά σε ολοένα μεγαλύτερη εξειδίκευση τα μέλη της κοινωνίας. Έτσι, αναπτύσσονται ολοένα πιο εξειδικευμένοι κοινωνικοί ρόλοι που οδηγούν σε μεγαλύτερη εξάρτηση (απώλεια ελευθερίας) τα μέλη της κοινωνίας και σε ασυμβατότητα με ό,τι ίσχυε στο εκάστοτε παρελθόν. Από τις κοινωνικές επιστήμες προσδοκάται να ανακαλύψουν τους τρόπους για να αντισταθμισθούν οι εξελισσόμενοι κοινωνικοί περιορισμοί. Τι μένει λοιπόν για την κοινωνική ισότητα;

Μακρές συζητήσεις από την αρχαιότητα έχουν καταλήξει στην ισοπολιτεία, ισονομία και ισηγορία: ισότητα στις πολιτικές αποφάσεις που αφορούν όλη την κοινωνία, ισότητα απέναντι στο νόμο και ισότητα στη δυνατότητα να μιλά καθένας δημόσια. Αμφισβήτηση υπάρχει για μια τέταρτη ισότητα, την ισομοιρία.

Θα συζητήσω παρακάτω πώς υπηρετούνται οι παραπάνω προδιαγραφές από μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία, με εκλεγόμενους βουλευτές και μια δημοκρατία με κληρωνόμενους βουλευτές. Σαν παράδειγμα της πρώτης θα πάρω την ισχύουσα ελληνική δημοκρατία. Ως προς τη δεύτερη θα συζητήσω μια επεξεργασμένη εκδοχή της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας.

Ισοπολιτεία δεν υπάρχει στη σύγχρονη ελληνική δημοκρατία. Όταν οι εκπρόσωποι 40% του λαού μπορούν να έχουν 51% των βουλευτών και όταν όσοι ψηφίζουν ένα κόμμα με <3% των ψήφων δεν έχουν εκπροσώπηση στη βουλή, δεν μπορούμε να μιλάμε για ισοπολιτεία των πολιτών. Εξάλλου, η δημογραφία της βουλής διαφέρει κατάφωρα από εκείνην των πολιτών. Όπως έδειξε ο Δημολιάτης4 αναλύοντας τη βουλή του 1989, η βουλή μας κατακλύζεται κυρίως από νομικούς, μηχανικούς, γιατρούς, οικονομολόγους, ενώ απουσιάζουν παντελώς η πληθώρα των λοιπών επαγγελμάτων, πέρα από την κατάφωρη διαφορά ως προς τη δημογραφία κατά ηλικίες και φύλο. Είναι προφανές ότι η βούληση της κοινωνίας δεν εκφράζεται μέσα στη βουλή. Βεβαίως, στη βουλή υπάρχουν εκείνοι που εκλέχθηκαν ως αντιπρόσωποι της κοινωνίας, έχοντας επιπλέον περισσότερα εφόδια να κρίνουν. Αλλά πρώτον, ο αντιπρόσωπος δεν εκφράζει ποτέ τη βούληση εκείνου τον οποίον εκπροσωπεί, παρά μόνον σε συγκεκριμένο θέμα. Δεύτερο, ο βουλευτής προεπιλέγεται από τον αρχηγό του κόμματός του και ψηφίζεται από τους ψηφοφόρους του κόμματος μεταξύ των κομματικά προεπιλεγμένων. Κι εδώ βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα του τόπου μας: η εξάρτηση στη σειρά.

Κάθε εξάρτηση είναι και στήριγμα5. Κρέμομαι από ένα σκοινί. Στηρίζομαι σ΄ αυτό. Αν κοπεί, δεν ελευθερώνομαι, αλλά πέφτω στο κενό. Αν κρέμομαι από δύο σκοινιά δεμένα στη σειρά το ένα με το άλλο, οποιοδήποτε κι αν κοπεί, χάνω το στήριγμά μου. Η ελευθερία μου μειώνεται έτσι στο ήμισυ. Οι εξαρτήσεις στη σειρά αυξάνουν τη συνολική εξάρτησή μου. Αν, αντίθετα, κρέμομαι από δύο παράλληλα σκοινιά, αν κοπεί το ένα, δεν πέφτω στο κενό, διότι στηρίζομαι στο άλλο. Οι παράλληλες εξαρτήσεις αυξάνουν το στήριγμα, την ελευθερία, μειώνοντας τη συνολική εξάρτηση.

Επανερχόμενος στο πολιτικό μας σύστημα, εκλέγομε τους αντιπροσώπους μας που εκλέγουν την κυβέρνηση: Εξαρτήσεις στη σειρά. Οι πολιτικοί μας, για να εκλεγούν, πρέπει να τους ψηφίσουν κάποιοι, προφανώς έναντι κάποιου «ρουσφετιού», προσωπικού ή και ομαδικού, σε βάρος, πάλι προφανώς, του συνόλου. Επιπλέον, η κυβέρνηση πρέπει να κάνει τα ρουσφέτια που ζητούν οι βουλευτές που τη στηρίζουν, αλλιώς θα άρουν την εμπιστοσύνη τους. Στη σειρά λοιπόν πελατειακή σχέση των βουλευτών με τους ψηφοφόρους τους αφενός, με την κυβέρνηση αφετέρου: μεγάλος περιορισμός της ελευθερίας. Η κατάσταση βελτιώνεται με δύο τρόπους. Η δημιουργία βουλής με κλήρωση, όπως στην αρχαία Αθήνα, αίρει τη μία από τις δύο πελατειακές σχέσεις (εξαρτήσεις). Εξάλλου, η ύπαρξη δύο παράλληλων βουλευτικών σωμάτων, όπως στις ΗΠΑ (βουλή και κογκρέσο) και στο Ηνωμένο Βασίλειο (βουλή των κοινοτήτων και των λόρδων) αυξάνει περαιτέρω τους βαθμούς ελευθερίας της κοινωνίας. Για να ληφθούν κάποια θεμελιώδη αναγκαία, αλλά δυσάρεστα, μέτρα, πρέπει να εγκριθούν και από τις δύο βουλές.

Η ψήφος των κληρωμένων βουλευτών μπορεί να μην είναι εξειδικευμένη, με τις απαιτούμενες γνώσεις (μα είναι δυνατό να κατανοήσει το συμφέρον της χώρας ο ψαράς ή ο χτίστης, που πρέπει να κρίνουν τι συνέπειες μπορούν να έχουν τα σπρεντς ή τα αμοιβαία κεφάλαια;). Από την άλλη η ψήφος των εκλεγμένων βουλευτών είναι προκατειλημμένη, δεσμευμένη από τη βούληση των κομμάτων και από την ψήφο των ψηφοφόρων τους (πώς να μη θυσιάσουν το περιβάλλον για τα συμφέροντα των επιχειρηματιών που κερδίζουν χωρίς να επενδύουν ή τους φόρους των φορολογουμένων για αποδοχές εργαζομένων που δεν εργάζονται, αφού, αλλιώς, δεν πρόκειται να εκλεγούν;). Βεβαίως, πρέπει να τονισθεί ότι η βουλή δεν κυβερνά, δεν επιτρέπεται να κυβερνά – η κυβέρνηση κυβερνά – και η κυβέρνηση αποτελείται από ειδήμονες πολιτικούς με πείρα που έχουν εκλεγεί από τη βουλή που οφείλει να εκφράζει τη βούληση του λαού.

Η εκλογή των βουλευτών επιτρέπει, θεωρητικά τουλάχιστον, να εκλεγούν οι «άριστοι», πράγμα που δεν είναι δυνατό όταν οι βουλευτές κληρώνονται. Από την άλλη, ένα «εκλογοδικείο» μπορεί να εξαιρεί κληρωμένους βουλευτές για λόγους π.χ. ποινικούς, αστικούς ή ψυχιατρικούς (ανοϊκούς, παρανοϊκούς, σχιζοφρενείς κλπ), όπως γινόταν στην αρχαία Αθηναϊκή δημοκρατία, όπου εξαιρούνταν, μετά την κλήρωση, κάποιοι για λόγους ηθικούς ή θρησκευτικούς. Η κληρωμένη βουλή δηλαδή μπορεί να εξαιρεί τους «χείριστους». Εξαίρεση των χειρίστων δεν μπορεί να κάνει η εκλεγμένη βουλή, διότι η απόφαση του λαού, που άμεσα ψήφισε καθέναν από τους βουλευτές, είναι αμετάκλητη. Υπενθυμίζεται ότι και στο, αμιγές τουλάχιστον, δικαστήριο των ενόρκων (που έχουν κληρωθεί από το λαό) δεν είναι νοητή η δευτεροβάθμια κρίση, παρά μόνον για δικονομικούς λόγους (δεν ακολουθήθηκαν οι πρέπουσες διαδικασίες). Αντίστοιχα, ακύρωση εκλογής βουλευτή δικαιολογείται μόνον αν υπήρξε νοθεία, βία ή άλλη παράνομη παρέμβαση στην εκλογή του. Ακόμη και αν καταδικασθεί για ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να χάσει το αξίωμα του βουλευτή, αν τον έχει ψηφίσει ο λαός. Αλλιώς καταστρατηγείται η δημοκρατία. Για τον ίδιο λόγο (αμετάκλητη η απόφαση του λαού), οι εκλεγμένοι βουλευτές μπορούν να έχουν ασυλία, την οποίαν δεν μπορούν να έχουν οι κληρωμένοι βουλευτές. Η κληρωμένη βουλή απηχεί τη βούληση του λαού σαφώς πιο αξιόπιστα από την εκλεγμένη. Επομένως, οι αντιπαραθέσεις μεταξύ ποικίλων τάξεων είναι πιο πιθανό να γίνονται μέσα στη βουλή, παρά στους δρόμους· η παρουσία αγροτών, λιμενεργατών, φοιτητών  κλπ στη βουλή μειώνει τις πιθανότητες να κλείνονται οι δρόμοι, τα λιμάνια ή τα Πανεπιστήμια.

Όπως και να είναι, οι βουλευτές είναι άνθρωποι, μπορούν να κάνουν σφάλματα, π.χ. παρασυρμένοι από λαϊκισμούς (δημαγωγία) είτε από άγνοια ή απειρία (κυρίως κληρωμένη βουλή) είτε από εσκεμμένη προκατάληψη (κυρίως εκλεγμένη βουλή). Τα σφάλματα έχουν βραχυπρόθεσμες συνέπειες, που μπορούν να αντιμετωπισθούν από την ίδια τη βουλή σε δεύτερη κρίση της ή μακροπρόθεσμες, που δεν μπορεί να τις αντιμετωπίσει η ίδια βουλή, ενώ οι συνέπειές τους είναι μη αναστρέψιμες. Για τις τελευταίες κατάλληλη θα ήταν μια παράλληλη βουλή (σαν τα κογκρέσο των ΗΠΑ ή τη βουλή των λόρδων στο ΗΒ). Μια τέτοια βουλή (γερουσία) θα είναι αρμόδια για θέματα όπως τα δικαιώματα των μειονοτήτων, η διανομή της γης κλπ. Για παράδειγμα, η γερουσία δεν επιτρέπει στο 50% + 1 της βουλής να λάβουν μέτρα εναντίον του 50% – 1 ή να σύρεται από ξενοφοβική καπηλία. Μπορεί η γερουσία να αποτελείται από άτομα καταξιωμένα με το χρόνο, όπως είναι οι τέως ηγεσίες των τριών εξουσιών (τέως πρωθυπουργοί, πρόεδροι της βουλής, πρόεδροι ανώτατων δικαστηρίων). Υπάρχουν ποικίλες παραλλαγές. Μπορεί να είναι όλοι οι παραπάνω χωρίς περιορισμό αριθμού, διορισμένοι ex officio. Ή, μπορούν να είναι περιορισμένοι σε αριθμό και να εκλέγονται από την ίδια τη γερουσία μεταξύ εκείνων που έχουν τα αντίστοιχα προσόντα.

Το Συμβούλιο Επικρατείας είναι πιθανόν ο θεσμός που λειτουργεί καλύτερα από κάθε άλλον στον τόπο μας. Καλό είναι να διατηρηθεί, ελέγχοντας αν οι νόμοι που ψηφίζει η βουλή, τα προεδρικά διατάγματα και οι υπουργικές αποφάσεις συνάδουν με τις διατάξεις του συντάγματος.

Ένας Πρόεδρος δημοκρατίας συντονίζει τις εξουσίες. Πρέπει να έχει αυξημένες εξουσίες και, επομένως, να εκλέγεται άμεσα από το λαό (δημοψήφισμα). Στις αυξημένες εξουσίες του μπορεί να ανήκει και η δυνατότητα να αναπέμπει σε δημοψήφισμα αποφάσεις της βουλής υπό όρους. Σε ένα δείγμα π.χ. 300 ατόμων μια πλειοψηφία με 151 ψήφους, αντιστοιχεί σε ποσοστό 46-54% του συνόλου. Επομένως, όταν η πλειοψηφία στη βουλή είναι οριακή, μπορεί, με εισήγηση της γερουσίας και με δική του ευθύνη, να αναπέμπει σε δημοψήφισμα την ψήφιση ή καταψήφιση του αντίστοιχου νόμου. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, εκλεγμένος άμεσα από το λαό, είναι ο μόνος που δικαιούται να έχει ασυλία.

Κι ο Πρόεδρος της δημοκρατίας άνθρωπος είναι. Μπορεί να πεθάνει πρόωρα, να διαπράξει παρανομίες, να πάθει άνοια κλπ. Η αντικατάστασή του θα πρέπει να γίνει φυσικά από το λαό (δημοψήφισμα) μετά από σύμφωνη απόφαση και των τριών εξουσιών, της κυβέρνησης, της βουλής και γερουσίας, εφόσον τηρήθηκαν οι διατάξεις του Συντάγματος κατά το Συμβούλιο της Επικρατείας. Στο μεσοδιάστημα, η προσωρινή («υπηρεσιακή») προεδρία μπορεί να ασκείται από ένα ανεξάρτητο πρόσωπο, π.χ. τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου.

Ενστάσεις που μπορούν να προβλεφθούν ότι θα προκύψουν από ένα σύστημα σαν το παραπάνω είναι οι ακόλουθες: Δυσχέρεια στη λήψη αποφάσεων. Πραγματικά, θα υπάρχει δυσχέρεια, όπως υπάρχει και σε μια βουλή που έχει προκύψει με απλό αναλογικό σύστημα. Η διαφορά τους είναι ότι στο μεν αναλογικό σύστημα η βουλή είναι κατανεμημένη ανάλογα με τη βούληση των κομμάτων, ενώ η κληρωμένη βουλή ανάλογα με τη βούληση του λαού. Για την αντιμετώπιση τέτοιου πρακτικού προβλήματος έχουν επινοηθεί ποικίλες στρεβλώσεις της βούλησης του λαού και των κομμάτων, όπως στην «ενισχυμένη αναλογική», μια παραλλαγή της οποίας είναι το ισχύον σύστημα. Οι λύσεις βέβαια ποικίλλουν. Μία είναι συζήτηση μεταξύ των κομμάτων, ώστε προκύψει για ψήφιση μια συναινετική πρόταση. Μια άλλη λύση είναι να παρουσιάζονται ταυτόχρονα πολλαπλές λύσεις για το ίδιο πρόβλημα από τα διάφορα κόμματα. Αν καμιά δεν πάρει πλειοψηφία, να γίνει δεύτερη ψηφοφορία μεταξύ των δυο προτάσεων που πήραν τις περισσότερες ψήφους, όπως περίπου γίνεται στις δημοτικές εκλογές. Μ΄ αυτούς τους τρόπους η αντιπολίτευση δεν ασκεί αρνητική πολιτική ανταγωνιζόμενη τη συμπολίτευση, αλλά θετική πολιτική αμιλλόμενη την κυβέρνηση. Αρνητική πολιτική σημαίνει ότι λέει «όχι» στις προτάσεις της κυβέρνησης. Θετική πολιτική σημαίνει ότι προτείνει λύσεις στα προβλήματα που προκύπτουν διαφορετικές από της κυβέρνησης. Άλλο πρόβλημα είναι ότι ένα σύστημα σαν της αρχαίας δημοκρατίας, αν ήταν πραγματικά αποτελεσματικό, θα είχε υιοθετηθεί από ένα σύγχρονο κράτος. Βέβαια το ότι εφαρμόσθηκε κάποτε, πριν από 2,5 χιλιετίες και συνδυάσθηκε με ανάπτυξη του υψηλότερου πολιτισμού που είδε ποτέ η ανθρωπότητα, σημαίνει ότι δεν πρόκειται για ου-τοπία. Η ένσταση ότι η κοινωνία τότε ήταν πολύ μικρή δεν ισχύει, διότι αντιρροπείται σήμερα από την τεχνολογία στις επικοινωνίες. Δεν χρειάζεται πια να μαζευτεί όλος ο λαός σε μια Πνύκα ή Άρειο Πάγο, για να γίνουν συζητήσεις και να ληφθούν αποφάσεις. Τέλος υπάρχει ένα σύγχρονο κράτος που εδώ και δύο αιώνες έχει ένα σύνταγμα που στηρίζεται στις αρχές της αρχαιοελληνικής δημοκρατίας. Η Ελβετία έχει επιτύχει, προφανώς χάρη και στο σύστημά της, να ευημερεί και να έχει μείνει έξω από τους δύο παγκόσμιους πολέμους, μολονότι βρίσκεται στο κέντρο της Ευρώπης. Δεν είναι πιθανώς τυχαίο που το σύνταγμά της προτάθηκε από έναν Έλληνα με ευρύτατη ελληνική παιδεία και διεθνή πολιτική εμπειρία, τον Ιωάννη Καποδίστρια.

Όλα τα παραπάνω οφείλουν να έχουν αποφασισθεί από ένα σύνταγμα που έχει ψηφισθεί από το λαό. Το παρόν σύνταγμα επιτρέπει μεταβολές ορισμένων μόνον άρθρων του από τη βουλή με αυξημένη πλειοψηφία και συγκεκριμένη διαδικασία. Τα θεμελιώδη άρθρα του δεν μπορούν να αλλάξουν. Και οι παραπάνω αρχές είναι αντίθετες προς θεμελιώδη άρθρα του συντάγματος. Μια τόσο ριζική αλλαγή, χωρίς να παραβιασθεί το σύνταγμα, μπορεί να συντελεσθεί μόνο στη βάση της ακροτελεύτιας διάταξης του συντάγματος που ορίζει: «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία». Βία είναι και η διατήρηση του παρόντος συντάγματος παρά τη βούληση της πλειοψηφίας του λαού, όπως π.χ. εκδηλώνεται με αποχή από την εκλογική διαδικασία, που υπερβαίνει το 50%+1 του λαού.

 

  1. Picketty T. Η Οικονομία των Ανισοτήτων. Μετ. Παπαδάκη Ε, Εκδόσεις Πόλις, 2007
  2. Mazower MQ. Governing the World: The History of an Idea (Penguin Group, 13 September 2012. ISBN 978-1-5942-0349-7)
  3. Σιδερής ΔΑ. Να βρούμε την άκρη του κομμένου νήματος. Εκδ. Αγγελάκης 2016. (τυπώνεται)
  4. Δημολιάτης Γ. Πολιτική δημογραφία. Η Ακτινογραφία της Βουλής. Γιάννενα 1992.
  5. Σιδερής ΔΑ. Στήριγμα-εξάρτηση. Κοινή Γνώμη, 01.12.2015

 

Klirosi. org

 

ΒΡΕΧΙ(Τ)

BREXIT

Έβρεχε, άκουσα, την Πέμπτη στο Λονδίνο. Και οι Άγγλοι ψήφισαν BREXIT. Όχι βέβαια επειδή έβρεχε. Και τώρα; Και το Ηνωμένο Βασίλειο; Το δημοψήφισμα δεν είναι νόμος. Για να γίνει, πρέπει να περάσει από το κοινοβούλιο που είναι υπέρ του BREMAIN. Θα βρουν άραγε τρόπο να διαβάσουν το ΒΡΕΧΙ σαν ΒΡΕΜΕΝοι και να πουν Βρε,μένομε; Και η Ευρώπη; Είχε προηγηθεί ο κίνδυνος του GREXIT. Τότε η επικρατούσα θέση στην Ευρώπη ήταν να μας κλωτσήσουν έξω από το κοινό μας σπίτι. Κι εμείς, εντελώς σχιζοφρενικά, επιδιώκαμε να μείνουμε στην Ευρωπαϊκή  στέγη, αλλά να μην κάνουμε ό,τι μας λέει. Κι εγώ βρίσκομαι σε σύγχυση. Όπως με όλα μου τα άρθρα, θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω κάποιες σκέψεις μου, να βάλουν και σας σε έγνοιες.

Ένα πρωτόζωο προσλαμβάνει συστατικά από το περιβάλλον του, τα αφομοιώνει, ώσπου φθάνει σε ένα μέγεθος που δεν αντέχει άλλο και διαιρείται σε δύο ή περισσότερα μέρη. Δεν είναι τίποτε το υπερφυσικό. Είναι παγκόσμιος γεωμετρικός νόμος. Όσο μεγαλώνει μια οντότητα, ο όγκος της αυξάνεται στην τρίτη δύναμη, ενώ η επιφάνειά της μόνο στη δεύτερη. Έτσι, η επιφάνειά της δεν αρκεί για να στηρίζεται στο περιβάλλον της από το οποίο εξαρτάται. Διαιρείται λοιπόν και όλα καλά. Δύο θυγατρικές οντότητες με την ίδια ακριβώς μάζα όπως η μητρική, έχουν τώρα μεγαλύτερη επιφάνεια. Το ίδιο ισχύει με τα κράτη. Ο Μεγαλέξανδρος άπλωσε την Ελλάδα που παρέλαβε από τον πατέρα του κι αμέσως μετά, αυτή κομματιάστηκε. Κι η Ρώμη μεγάλωνε, ώσπου διαιρέθηκε σε Ανατολή και Δύση και σε μικρότερα κομμάτια. Και η Οθωμανική αυτοκρατορία· και η κοσμοκράτειρα Αγγλία με αποικίες και Κοινοπολιτεία· και η Σοβιετική Ένωση· και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Παγκόσμιος νόμος. Κάθε φορά που γίνεται η διαίρεση, οι επιτόπιοι λόγοι ποικίλλουν, αλλά έχουν ένα πάντοτε κοινό, ότι η επιφάνεια της οντότητας μεγάλωσε λιγότερο από τον όγκο της. Η Ελλάδα έχει μοναδικότητες:  Έχει τεράστια έκταση συνόρων συγκριτικά με την επιφάνειά της. Μέγα πλεονέκτημα, που η διατήρησή του έχει τεράστιο κόστος που ποτέ δεν αποδεχθήκαμε.

Αν είχαμε βγει από την Ευρώπη, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι θα χαίρονταν και οι περισσότεροι  Έλληνες θα θρηνούσαμε. Με την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου η πλειοψηφία, έστω και οριακή, πανηγυρίζει, ενώ οι Ευρωπαίοι μάλλον θρηνούν. Τι άλλαξε από την ίδρυση της ΕΟΚ ως σήμερα;

Η περισσότερο ορατή αλλαγή είναι τούτη: Η οικονομική ανισότητα πριν από τους παγκόσμιους πολέμους ήταν τεράστια. Μετά μειώθηκε σε πρωτοφανή επίπεδα – χωρίς να φθάσει τόσο χαμηλά όσο π.χ. στη Σοβιετική Ένωση, όπου η ισότητα βάλτωσε την (καταναλωτική τουλάχιστον) ανάπτυξη. Κι οι Ευρωπαίοι χαίρονταν τα επιτεύγματα της σοσιαλδημοκρατίας τους. Ώσπου το δίδυμο Θάτσερ-Ρήγκαν, με την πνευματική καθοδήγηση της  Άυν Ραντ, αναποδογύρισε τις συνθήκες: Αρετή είναι ο εγωισμός, αμαρτία ο αλτρουϊσμός. Ζήτω ο άκρατος ανταγωνισμός! Καθένας εναντίον όλων. Οι ισχυρότεροι γίνονται ολοένα ισχυρότεροι και λιγότεροι, οι ασθενέστεροι ολοένα ασθενέστεροι και περισσότεροι. Έτσι «προοδεύει» η «κοινωνία»· των πλουσίων· η κοινωνία της μειοψηφίας. Η ανισότητα στην Ευρώπη έχει φθάσει στα επίπεδα που βρισκόταν πριν από ένα αιώνα. Έχει δειχθεί αντικειμενικά ότι στις πλουσιότερες 23 χώρες του κόσμου τα πιο κοινά δεινά υγείας και κοινωνικότητας (θνησιμότητα, παιδεία, αριθμός φυλακισμένων κλπ) είναι ευθέως ανάλογα με το βαθμό ανισότητας που επικρατεί σε κάθε χώρα. Με τέτοιες συνθήκες η ανισότητα εκτρέφει μέσα της τις δυνάμεις της αυτοκαταστροφής και αυτοκατάργησής της.

Αρχικά λοιπόν η Ευρώπη με την ένωσή της προχώρησε τη σώφρονα σοσιαλδημοκρατία της. Ώσπου άλλαξε ριζικά πορεία. Δεν μπορούσε να ανταγωνισθεί την Αμερική. Η ενίσχυσή της με την ένωση των Γερμανιών, απέβηκε μπούμεραγκ: Η Γερμανία έγινε το αφεντικό. Η «ευλογία» της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης έγινε άλλο ένα μπούμεραγκ. Μεταμορφώθηκε σε καπιταλιστική Ρωσία, οικονομικά πιο επίφοβη από τη Σοβιετική Ένωση, που, παρά τη Δυτική προπαγάνδα, ποτέ δεν απείλησε πραγματικά τη Δύση (το αντίθετο μάλλον ίσχυε).

Κι εμάς τι μας συμφέρει; Να έχουμε λίγο περισσότερο έλεγχο πάνω σε ένα μάλλον αδύναμο κράτος ή λίγο μικρότερο έλεγχο πάνω σε μια ισχυρότερη οντότητα; Πώς θα ήταν μια «Ευρώπη των λαών», που θα έδινε μεγαλύτερο έλεγχο στους λαούς, αντί της Ευρώπης των κρατών που είναι σήμερα; Τα 10 εκατομμύρια Έλληνες θα ήταν το πεντηκοστό της Ευρώπης, ενώ η Ελλάδα είναι το 1/28 των κρατών-εθνών. Από την άλλη, το Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο δεν έχει ουσιαστική ισχύ στη διακυβέρνηση της Ευρώπης. Είναι δύσκολο να σταθμισθούν τα οφέλη και οι ζημίες από ένα εκδημοκρατισμό της. Να γυρίσουμε όμως σε εμάς. Το μεγάλο ερώτημα στο οποίο δεν έχομε ποτέ απαντήσει είναι: ΤΙ ΘΕΛΟΜΕ; Απαντήσεις του τύπου «θέλομε να παίρνομε λεφτά και να μην τα γυρίζουμε πίσω» δεν ισχύει φυσικά, διότι: Τι τα θέλομε τα λεφτά; Είναι μέσον, όχι σκοπός.

Μια απάντηση θα ήταν «Να γίνουμε ίδιοι σαν τους λοιπούς Ευρωπαίους». Μερικοί φθάνουν να λένε: «Ας αναθέσουμε τη διακυβέρνησή μας στους αποδειγμένα ικανούς και ώριμους ξένους, ώσπου να ωριμάσουμε κι εμείς». Να ωριμάσουμε όπως οι Άγγλοι που ψήφισαν BREXIT; Ή όπως οι Γερμανοί, που έφεραν το Χίτλερ; Το σφάλμα δεν βρίσκεται σε ποιον αναθέτομε τη διακυβέρνησή μας, αλλά στο ότι δεν ξέρομε τι θέλομε να κάνουμε. Μια άλλη απάντηση θα ήταν «Να γίνουμε αρκετά ισχυροί για να τους ανταγωνισθούμε». Προφανώς λανθασμένη απόφαση. Τη βιώσαμε πριν από μόλις ένα χρόνο. Είναι τόσο ισχυρότεροι από εμάς, που θα μας εκμηδενίσουν. Αν ο κίνδυνος είναι να αφανισθούμε σα σταγόνα στον ωκεανό με την πρώτη απάντηση, η δεύτερη είναι να αφανισθούμε σαν εξατμισμένη σταγόνα στην ξερή ατμόσφαιρα. Τι μένει; Μένει να προωθήσουμε την Ελληνικότητά μας, συμπληρωματικά, ούτε ανταγωνιστικά ούτε μιμητικά, με των λοιπών Ευρωπαίων. Τότε, θα μπορούμε να ανταλλάσσουμε τα πνευματικά και υλικά πρωτότυπα προϊόντα μας με εκείνα που παράγουν οι λοιποί εταίροι μας προς όφελος αμφοτέρων. Εκτός από την έκταση των συνόρων μας, έχομε μοναδική ποικιλία εδάφους για την έκτασή μας, βουνά, κάμπους, νησιά, λίμνες, ποτάμια. Έχομε πηγές ενέργειας με χαμηλή απόδοση, αλλά, ανεξάντλητες και πεντακάθαρες, ήλιο, ανέμους, κύματα, υδατοπτώσεις κλπ. Έχομε νερά όπου μπορούμε να καλλιεργήσουμε το (σχεδόν ανεξάντλητο) πλούτο τους, ψάρια, θαλασσινά, κοράλια, ακόμη και μαργαριτάρια. Έχομε ποικιλία εδάφους με την αντίστοιχη ποικιλία κλίματος, τέτοια που μπορεί να φυτρώσει ό,τι καλλιεργείται στη στεριά πάνω στη γη. Έχομε ακόμη μοναδική τεχνογνωσία στους νέους μας (που διαρρέουν) και μοναδική άθροιση φθηνής εργατικής δύναμης, που δυσανασχετούμε για την παρουσία της. Αυτά!

 

Δίκαιο και άμυνα

Δίκαιο ονομάζεται το σύνολο των υποχρεωτικών και εξαναγκαστικών κανόνων που ρυθμίζουν τις σχέσεις των διαβιούντων στην αυτή κοινωνία ατόμων. Αυτό είναι το τυπικό δίκαιο. Υπάρχει όμως και το «φυσικό» δίκαιο, που στηρίζεται στην ηθική και στην εθιμοτυπία. Η ηθική, αντίθετα από το Δίκαιο, απευθύνεται στον εσωτερικό ψυχισμό του ανθρώπου, προερχόμενη από τη συνείδησή του. Η συμμόρφωση προς αυτή γίνεται οικειοθελώς χωρίς εξαναγκασμό. Η Αντιγόνη βίωσε τραγικά την αντιπαράθεση Δικαίου και Ηθικής. Η εθιμοτυπία ρυθμίζει μεν την εξωτερική συμπεριφορά του ανθρώπου, όπως το Δίκαιο, αλλά η συμμόρφωση και προς αυτή γίνεται «οικειοθελώς» χωρίς εξαναγκασμό. Η μη συμμόρφωση στους κανόνες Ηθικής και Εθιμοτυπίας μόνο την περιφρόνηση των λοιπών μελών της κοινωνίας μπορεί να επισύρει. Το φυσικό δίκαιο βασίζεται στη φύση του ανθρώπου και στη λογική. Η ιδέα ξεκίνησε από τους σοφιστές και εξελίχθηκε με το Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη.
Υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ τυπικού και φυσικού δικαίου. Αναφέρθηκαν η υποχρέωση και ο εξαναγκασμός του τυπικού δικαίου. Επιπλέον, το τυπικό δίκαιο, συμφωνία μεταξύ συμβαλλομένων, μπορεί να αλλάξει, ενώ το φυσικό είναι, υποτίθεται, αιώνιο, όπως είναι η συνείδηση των ανθρώπων και η κοινή άποψη της συνολικής ανθρωπότητας. Το τυπικό δίκαιο είναι πιο σαφές, ενώ το φυσικό υπόκειται σε διαφορετικές ερμηνείες. Υπάρχουν σημαντικές συνέπειες αυτών των διαφορών.
Μια από τις σοβαρές συνέπειες είναι η άμυνα. Για να θεωρηθεί μια βία ότι είναι άμυνα, πρέπει να αντιμετωπίζει απειλή παρούσα και άδικη. Στη διάρκεια μιας μάχης, η απειλή είναι παρούσα. Αν δεν αμυνθεί κάποιος, η βία δεν αποσοβείται, απλώς αλλάζει στρατόπεδο το θύμα. Όσο για το άδικη, το δίκαιο βρίσκεται πάντοτε με μας, όχι με τους αντιπάλους. Έτσι, ο αμυντικός πόλεμος είναι πολύ δύσκολο να αποδειχθεί. Αμερόληπτη κρίση από τρίτους δεν υπάρχει. Στην πράξη πάντως η κρίση των τρίτων είναι απαραίτητη. Και αυτή στηρίζεται συχνά στην επικρατούσα διεθνή γνώμη, στο φυσικό δίκαιο επομένως.
Ένας απελευθερωτικός πόλεμος μπορεί να θεωρηθεί άμυνα, και επομένως δίκαιος; Η δική μας επανάσταση του 1821 ήταν «δίκαιη»; Η Γαλλική επανάσταση προδόθηκε. Αρχικά με τις φρικαλέες ακρότητες που συνδέθηκαν με το Ροβεσπιέρο. Στη συνέχεια με το Ναπολέοντα, που έγινε αυτοκράτορας πέρα από κάθε δημοκρατική αρχή και προσπάθησε να γίνει κοσμοκράτορας. Παραδόξως, αυτή η επέκταση του Ναπολέοντα, προδοτική για τη Γαλλική επανάσταση, συνέτεινε στο να διαδοθούν οι αρχές της σε όλο τον κόσμο. Οι διαμορφωμένες έτσι συνειδήσεις των Ευρωπαϊκών λαών βοήθησαν να θεωρηθεί «δίκαιος» ο αγώνας μας και να πιεσθούν οι Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να συμβάλουν στην προσπάθειά μας, όταν η Επανάσταση είχε σχεδόν καταπνιγεί. Βέβαια σ΄ αυτή την προσπάθεια συνέβαλε και κάτι άλλο, πολύ πιο πεζό, εκτός από τον αγώνα του λαού. Ο Μαυροκορδάτος, «κακός δαίμονας της επανάστασης» κατά μερικούς, μπόρεσε να πείσει τους κοσμοκράτορες Άγγλους να μας δανείσουν. Αντάλλαγμα ήταν ένα «ξεπούλημα» της Ελλάδας, που θα ήταν πολύ περιορισμένη, όχι σε όλη την έκταση που είχε επαναστατήσει. Τα δάνεια «φαγώθηκαν» στο μεγαλύτερο μέρος τους πριν φθάσουν στην Ελλάδα και τα ελάχιστα υπολείμματά τους που έφθασαν αναλώθηκαν στον εμφύλιο πόλεμο που είχε ξεσπάσει. Ωστόσο, οι κοσμοκράτορες, αφού έδωσαν δάνειο, ενδιαφέρονταν να πάρουν τα λεφτά τους πίσω και αυτό σήμαινε την ανάγκη για κάποιο υποτυπώδες ελεύθερο κρατίδιο. Έτσι φθάσαμε στο Ναβαρίνο και στην «απελευθέρωση». Χωρίς τη διαμόρφωση του αισθήματος του φυσικού δικαίου και χωρίς τα συμφέροντα των τότε δανειστών μας, η επανάστασή μας δεν ήταν παρά αυτό που σήμερα ονομάζομε «τρομοκρατία».
Διαφέρει η Τρομοκρατία από μια Επανάσταση; Νομίζω πως η διαφορά βρίσκεται αλλού. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει βία. Μια βία που στρέφεται κατά μιας κατάστασης που θεωρείται άδικη. Ωστόσο, στην τρομοκρατία επιδιώκεται η κατάργηση της «άδικης» κατάστασης. Στην επανάσταση όμως, επιδιώκεται η αντικατάσταση μιας «άδικης» κατάστασης από μιαν άλλη, που θεωρείται δικαιότερη. Δικαιότερη; Μα η υπάρχουσα κατάσταση έχει περιχαρακωθεί με νόμους και θεσμούς που την καθιστούν τυπικά «δίκαιη», ενώ «άδικη» είναι κάθε προσπάθεια για την ανατροπή της. Το δίκαιο της ανατροπής βρίσκεται ακριβώς στην αντιπαράθεση μεταξύ τυπικού και φυσικού δικαίου.
Για παράδειγμα, το οικοδόμημα του δικαίου ενός λαού θεμελιώνεται στο Σύνταγμά του. Το δικό μας αρχίζει: «Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα.» Η αντίφαση είναι σαφής. Αν η λαϊκή κυριαρχία επιθυμεί να αλλαχτεί το πολίτευμα της Ελλάδας, αλλά οι εξουσίες που πηγάζουν από το λαό ασκούνται όπως ορίζει αυτό το Σύνταγμα, που ορίζει άδικη τέτοια αλλαγή, πού είναι η λαϊκή κυριαρχία; Τρόπος αλλαγής των βασικών αρχών του Συντάγματος δεν προβλέπεται. Η προσπάθεια για αλλαγή τους είναι επομένως είτε τρομοκρατία είτε επανάσταση! Μια φυγή θα μπορούσε να στηριχτεί στο ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος: «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία». Αν όμως η διατήρηση του Συντάγματος επιτυγχάνεται με βία, τότε αναστρέφονται οι όροι και το άρθρο μπορεί να ερμηνευθεί ως «…(οι Έλληνες) δικαιούνται και υποχρεούνται να το αλλάξουν με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το διατηρεί με τη βία!» Η αλλαγή δεν είναι συνώνυμη με την κατάργηση, όπως η επανάσταση δεν είναι συνώνυμη με την τρομοκρατία. Προϋποθέτει, ωστόσο, να υπάρχει ένα όραμα πολύ κοντά στο φυσικό δίκαιο. Ένα όραμα καλά εδραιωμένο σε ευρύτατο τμήμα του λαού, διατυπωμένο τελικά σε συγκεκριμένο αίτημα. Για παράδειγμα, το 1ο άρθρο του Συντάγματος μεταβάλλεται σε: «Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι Δημοκρατία». Υπενθυμίζεται πως το παρόν Σύνταγμα, όπως και όλα τα προηγούμενα, προήλθαν από αλλαγές στα βασικά άρθρα τους, οι οποίες απαγορεύονταν. Στις προηγούμενες αλλαγές προηγήθηκαν βίαια τραγικά γεγονότα. Στην τελευταία ήταν η εθνική τραγωδία της Κύπρου. Μήπως πλησιάζει ο καιρός για μια μη βίαιη επανάσταση στηριγμένη στο φυσικό δίκαιο; Ο ρόλος των πνευματικών ανθρώπων για να διαμορφώσουν το όραμα που αιωρείται διάχυτο στον κόσμο είναι προφανής. Η αποχή στις εκλογές ανέρχεται σταθερά σε διαδοχικές αναμετρήσεις από το 2004, έχοντας πλησιάσει το 45% στην τελευταία. Αν υπερβεί το 50%, υπάρχει σοβαρή ένδειξη ότι χρειάζεται ριζική αλλαγή. Σε συνδυασμό με την ανάγκη για συνεχή ενεργό παρουσία της αστυνομίας στους δρόμους, εφόσον υπάρχει και το κατάλληλο όραμα, ήγγικεν η ώρα για ριζική αλλαγή του Συντάγματος.
Koinignomi 14 Ιουνίου 2016

Ο Καραγκιόζης δήμαρχος

Για να τον πειράξουν και να γελάσουν, έκαναν τον Καραγκιόζη δήμαρχο. Δέχθηκε ασμένως, αφού εξασφάλιζε έτσι τη φασολάδα του την επιούσα. Μόλις έγινε δήμαρχος τον οδήγησαν στην κεντρική πύλη του χωριού. Εκεί ήταν στημένη μια κρεμάλα. «Παμπάλαιος νόμος ορίζει», του εξήγησαν, «ότι όποιος πάει να διαβεί την πύλη να ερωτάται πού πάει. Αν πει αλήθεια, τον αφήνομε και πάει στο καλό. Αν πει όμως ψέματα, τον κρεμνάμε. Τώρα είμαστε σε αδιέξοδο. “Πού πας;” ρωτήσαμε το διαβάτη. “Να κρεμαστώ” μας απάντησε. Αν λέει αλήθεια, πρέπει να μην τον κρεμάσουμε. Αλλά, αν έτσι δεν κρεμαστεί, λέει ψέματα και πρέπει να τον κρεμάσουμε. Είμαστε σε αδιέξοδο». Βιαζόταν ο Καραγκιόζης να φάει τη φασολάδα του. «Καταργείται ο νόμος», αποφάνθηκε.
Αριστερός ή δεξιός; Παλιός νόμος, από τον καιρό του μακαρίτη του Μαρξ όρισε πως πρέπει να πάρεις θέση στο δίλημμα. Και κάποτε άρχισαν τα αδιέξοδα και οι ανίερες συμμαχίες. Μητσοτάκης με Συνασπισμό. ΣΥΡΙΖΑ με ΑΝΕΛ. Ο κύριος αντίπαλος του «ελεύθερου», του δεξιού, κόσμου, η αριστερή Σοβιετική Ένωση, έγινε καπιταλιστική, δεξιά, Ρωσία και εξακολουθεί να είναι ο κύριος αντίπαλος του «ελεύθερου», ομόδοξου πια, κόσμου. Ο κόσμος, φοβούμαι (ελπίζω;) χρειάζεται τη σοφία του Καραγκιόζη για να μας σώσει από το αδιέξοδο. Και προπάντων εμείς να δεχθούμε την απόφασή του. Να πούμε ότι δεξιό είναι το χέρι που κάνομε το σταυρό μας και αριστερό είναι το άλλο. Τίποτε άλλο δεν σημαίνουν οι λέξεις δεξιός και αριστερός. Τα εγκλήματα στον εμφύλιο έγιναν. Όλοι τα θυμόμαστε. Όμως δεν έγιναν από δεξιούς και αριστερούς, αλλά από εγκληματίες με όλων των ειδών τις ετικέτες. Και συγχωρούμε. Δεν ξεχνάμε. Συγχωρούμε!
Ο κόσμος πάντοτε αντιμετώπιζε διλήμματα. Με μανιχαϊστικό τρόπο, το ένα ήταν «καλό» και το άλλο «κακό». Στην πραγματικότητα όμως ποτέ τα πράγματα δεν ήταν άσπρο ή μαύρο. Ήταν πάντοτε αποχρώσεις του γκρίζου, ή, καλύτερα, κάθε είδους χρώματα και αποχρώσεις στα όρια του ουράνιου τόξου. Ωστόσο, φθάνει κάποτε η στιγμή που, επιδιώκοντας το σκοπό σου, αναγκάζεσαι να βρεθείς στο αδιέξοδο και πρέπει να πάρεις θέση. Ξεκινάς κάνοντας μέτωπο: Ὃς οὐκ ἒστι καθ΄ ἡμῶν, ὑπὲρ ἡμῶν ἐστί», λέει ο Χριστός, στην αρχή της πορείας του, κατά το Λουκά. Και όταν φθάσεις στην κρίσιμη στιγμή, δεν υπάρχει πια γκρίζο. Μόνον άσπρο ή μαύρο: «Ὁ μὴ ὢν μετ΄ ἐμοῦ κατ΄ ἐμοῦ ἐστὶ». Όμως αυτή είναι μία μόνο στιγμή. Δεν μπορεί να κρατά αιώνια. Διαρκεί όσο μια αστραπή, όσο χρειάζεται για να γίνει η κρίση, να διαβείς το κατώφλι, να μεταβληθεί η ποσότητα σε ποιότητα.
Η σημερινή εποχή έχει μείζονα προβλήματα να αντιμετωπίσει. Πρώτο είναι ο κίνδυνος της ολικής καταστροφής. Τον κίνδυνο της πυρηνικής καταστροφής τον έχομε ξεπεράσει για την ώρα. Μένει όμως η περιβαλλοντική. Η πορεία μας είναι τέτοια, που σε λιγότερο από ένα αιώνα, αν δεν λάβουμε μέτρα ΤΩΡΑ, η θερμοκρασία του πλανήτη θα αυξηθεί κατά 10ο C βαθμούς και τότε η ανθρωπότητα δεν θα είναι πια βιώσιμη. Απέραντες εκτάσεις ξηρασίας και άλλες απέραντες εκτάσεις βιβλικών κατακλυσμών, με ό,τι όλα αυτά σημαίνουν. Τα μέτρα που πρέπει να λάβουμε τώρα σημαίνουν παγκόσμια μείωση της παραγωγής, δηλαδή πείνα και στερήσεις σε όλο τον κόσμο. Εκτός εάν… Μια υποχρεωτική αύξηση της ισότητας στις παγκόσμιες κατανομές είναι η μόνη ορατή λύση, που μπορεί όμως να σημαίνει περαιτέρω μείωση της παγκόσμιας παραγωγής.
Η επέκταση των λοιμών, των επιδημιών, ως συνέπεια της περιβαλλοντικής καταστροφής με τις ανεξέλεγκτες μετακινήσεις λαών είναι ο επόμενος κίνδυνος. Συμβάλλουν τα συμφέροντα των πολυκεντρικών επιχειρήσεων επινόησης και διανομής φαρμάκων, που κρίνουν ασύμφορη την ανακάλυψη νέων αντιβιοτικών και τον έλεγχο στη χρήση των υπαρχόντων.
Ειδικά για μας τους Έλληνες, η αναστροφή της δημογραφίας τα τελευταία 50 χρόνια περίπου είναι μείζον πρόβλημα. Με την υπογεννητικότητά μας (4η χώρα στον κόσμο), έχομε μεγάλο αριθμό γέρων, σχετικά μικρό αριθμό νέων και πολύ μικρότερο παιδιών. Αν δεν αναστραφεί έγκαιρα αυτή η πορεία, είμαστε καταδικασμένοι ως έθνος. Η μείωση των γέρων (π.χ. με τη συνιστώμενη από τους πιστωτές μας συνταγή της μεταρρύθμισης στο ασφαλιστικό, στις συντάξεις, στο σύστημα υγείας, που πλήττει κυρίως τις ασθενέστερες ομάδες του πληθυσμού, δηλαδή τους γέρους) μπορεί να αποκατασταθεί η δημογραφική εικόνα με εξαφάνιση των γέρων, αλλά με δραστική συρρίκνωση του πληθυσμού. Η εναλλακτική λύση της αύξησης των γεννήσεων προσκρούει στην πραγματικότητα: οι νέοι μας ξενιτεύονται· δεν μπορούμε να αντέξουμε περισσότερες γεννήσεις. Μένει η τρίτη λύση: Εξελληνισμός των μεταναστών, με όλες τις συνέπειες. Το εντυπωσιακό για μένα είναι ότι τα διλήμματα που θέτουν αυτά τα προβλήματα δεν απασχολούν σοβαρά την πολιτική.
Αντίθετα, απασχολούνται με την άμυνα που προσλαμβάνει ιδεολογικές διαφορές, προκαταλήψεις. Ο κίνδυνος των τζιχαντιστών σήμερα, της Αλκάιντα πριν από λίγο, της τρομοκρατίας, του κομμουνισμού ή του φασισμού παλιότερα, αναδύονται σαν κυρίαρχη απειλή. Μπροστά στον κίνδυνο του φονταμενταλισμού, η Δύση, η Ευρώπη, άλλη μια φορά θα αναγκασθεί να συνεργασθεί με τη Ρωσία και την Αμερική. Αγώνας κατά των μουσουλμανικών ακροτήτων δεν νοείται χωρίς τέτοια συμμαχία. Ούτε χωρίς τη βοήθεια των απλών μουσουλμάνων. Δεν λύνει, ωστόσο, το πρόβλημα. Η Νέμεση από τις «ένδοξες» σταυροφορίες του Μεσαίωνα και τις αποικιοκρατίες στη συνέχεια ως τα μέσα του 20ού αιώνα μας δένουν τα χέρια. Η λύση του Μαρξ, να αντικαταστήσουμε το θρησκευτικό δυϊσμό με ταξικό, δεν τελεσφόρησε. Ο δυϊσμός οφείλει να καταργηθεί. Η «παγκοσμιοποίηση» δεν έλυσε ούτε αυτή το πρόβλημα. Το επέτεινε. Αυξάνει με πρωτοφανή ρυθμό την ανισότητα, βασική αιτία διχασμού των ανθρώπων. Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι κακή, με τον όρο όμως ότι δεν αφορά μόνο στη διακίνηση του κεφαλαίου, αλλά και στη διακίνηση της εργασίας, των ανθρώπων, των ιδεών. Είναι καλή, όταν η Οικονομία τεθεί υπό την επίβλεψη της Πολιτικής κι αυτή υπό τον έλεγχο της Κοινωνίας. Παγκοσμιοποιημένη δημοκρατία χρειάζεται. Δημοκρατία όμως, χωρίς επίθετα. Ούτε βασιλευομένη, ούτε προεδρική, ούτε κοινοβουλευτική, ούτε με πλειοψηφικό ή αναλογικό ή ενισχυμένο αναλογικό σύστημα. Απλά, δημοκρατία. Όπως στην αρχαία Αθήνα.
Φοβούμαι ότι η καταστρεπτική βία στον κόσμο ολόκληρο όλο και πιο αναπόφευκτη γίνεται. Μακάρι να την αποτρέψουμε, ακόμη και με υποχωρήσεις και θυσίες των συμφερόντων του καθενός μας. Ωστόσο, αν είναι πραγματικά αναπόφευκτη, πρέπει να έχουμε όλοι σκεφθεί και αποφασίσει, όταν κάποτε καταλαγιάσει, αν επιζούμε, ποιος κόσμος θα πρέπει να διαδεχθεί τον αμαρτωλό δικό μας. Γι΄ αυτό τον κόσμο πρέπει από τώρα να σκεφτούμε. Ρωτήστε και τον Καραγκιόζη.
koinignomi 13 Oktvbr;ioy 2015

Πόλεμος και πολιτική σκέψη Πολιτικό Σύστημα

Η ιστορία της ανθρωπότητας, από τότε τουλάχιστον που οι άνθρωποι από τροφοσυλλέκτες έγιναν τροφοπαραγωγοί και οργανώθηκαν σε κοινωνίες, εξελίσσεται με πολέμους. «Πόλεμος πάντων πατήρ», έλεγε ο Ηράκλειτος.
Οι πόλεμοι είχαν πάντοτε ποικίλα αίτια. Ένας έγινε παλιά για μιαν όμορφη γυναίκα· ένας άλλος, αργότερα, επειδή ο δούκας του Μπάκιγχαμ είχε ερωτευθεί την Άννα την Αυστριακή, βασίλισσα της Γαλλίας. Άλλοι πόλεμοι έγιναν μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων, μεταξύ σιιτών και σουνιτών, μεταξύ καθολικών και προτεσταντών, μεταξύ Ισαακιτών και Ισμαηλιτών, ένας μεγάλος πόλεμος, επειδή δολοφονήθηκε κάποιος δούκας κοκ. Ώσπου ο Μαρξ έβαλε τα θεμέλια για μια επιστημονική ιστορία.
Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να βελτιώσουν τον τρόπο παραγωγής για τα προς το ζειν. Κι αυτό έφερε την εξειδίκευση. Που οδήγησε στη δημιουργία τάξεων. Κι η ύπαρξη των τάξεων, στην πάλη μεταξύ τους που βρίσκεται πίσω από όλους τους πολέμους. Ιδιαίτερα στον 20ό αιώνα, όταν κυριάρχησε σα μέσο παραγωγής η βιομηχανία, κυριάρχησαν αντίστοιχα δύο τάξεις: Οι εργοδότες (καπιταλιστές, δεξιοί) και οι εργαζόμενοι (προλετάριοι, αριστεροί). Η θεωρία του Μαρξ επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά στον 20ό αιώνα, όταν όλος ο κόσμος εντάχθηκε είτε στη μια κατηγορία είτε στην άλλη. Και στις δύο περιπτώσεις επιβεβαιωνόταν η πάλη των τάξεων. Στη βόρεια Ευρασία επικράτησαν οι προλετάριοι, στη Δύση οι καπιταλιστές. Ώσπου…
Ώσπου η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε από μόνη της και έγινε καπιταλιστική Ρωσία. Και η αντιπαλότητα Δύσης – Βόρειας Ευρασίας συνεχίσθηκε αμείωτη. Όπως γινόταν πάντοτε, όταν εισέβαλλαν στη Ρωσία, Σουηδοί, Γάλλοι, Γερμανοί κλπ. Πού είναι λοιπόν η αντιπαλότητα δεξιάς – αριστεράς;
Στην πατρίδα μας το προέχον τρέχον πρόβλημα έχει το θρυλικό όνομα «μνημόνιο». Η δεξιά (Χρυσή Αυγή, Ανεξάρτητοι Έλληνες) έχει πάρει σαφή αντιμνημονιακή θέση. Η αριστερά (ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ) έχει πάρει σαφή αντιμνημονιακή θέση. Η αριστερά είναι εναντίον των Εβραίων στην αντιπαλότητά τους με τους Παλαιστινίους. Η δεξιά είναι αντισημιτική. Πού είναι λοιπόν η αντιπαράθεση δεξιάς – αριστεράς στην Ελλάδα;
Προ ημερών άκουσα μια κυρία που δήλωνε δεξιά, να λέει: ΕΥΤΥΧΩΣ νικήσαμε στον εμφύλιο. Κι έχω ακούσει αρκετούς που δηλώνουν αριστεροί να λένε: ΕΥΤΥΧΩΣ χάσαμε στον εμφύλιο. Κι εγώ λέω: ΔΥΣΤΥΧΩΣ, ΚΑΝΑΜΕ τον εμφύλιο. Είναι η μεγαλύτερη ντροπή και συμφορά στη σύγχρονη ιστορία μας, μετά τη Μικρασιατική καταστροφή. Κατέστρεψε τον τόπο μας, εμπόδισε την ανάπτυξή μας από τον πόλεμο και μας χώρισε, για πολλές γενιές, σε δυο ομάδες με ποταμούς αίματος ανάμεσά μας. Γι΄ αυτά τα δύο φαντάσματα, τη δεξιά και την αριστερά. Αν δεν είχε γίνει ο εμφύλιος πόλεμος, η Ελλάδα θα βρισκόταν σήμερα στο δυτικό στρατόπεδο, αφού έτσι είχαν συμφωνήσει, ερήμην μας, οι μεγάλοι, όποιες πολιτικές ομάδες κι αν είχαμε στην κυβέρνηση, με ενδεχομένως λιγότερες ή περισσότερες κοινωνικές παροχές και λιγότερες ή περισσότερες ασφυκτικές πιέσεις από το εξωτερικό.
Υπάρχουν θεωρητικές σκέψεις που υπαινίσσονται το λάθος του συλλογισμού στον ιστορικό υλισμό. Θέλει πολλή συζήτηση το ζήτημα. Ίσως να είναι σημαντικό ότι αγνοήθηκε πως στη βιομηχανική κοινωνία υπάρχουν τρεις, και όχι δύο, τάξεις: Οι εργοδότες, οι εργαζόμενοι και οι καταναλωτές. Οι τελευταίοι αποτελούν το σύνολο της κοινωνίας, είναι οι άνεργοι, συνταξιούχοι, νοικοκυρές, παιδιά, άρρωστοι κλπ, αλλά και οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι στις ώρες της σχόλης τους. Έχουν αγνοηθεί, διότι, αν και οι πολυπληθέστεροι περιλαμβάνοντας το σύνολο του λαού, αποτελούν την πιο δύσκολη τάξη να οργανωθεί. Ίσως υπάρχουν και άλλα ζητήματα, που δεν μπορούν να αναλυθούν σ΄ αυτό το βραχύ κείμενο. Όσο για την Ελλάδα, λείπει κάτι τόσο από τη συμπολίτευση όσο και από την αντιπολίτευση σ΄ ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Οι μεν λένε «ναι», οι δε λένε «όχι» στο σκοπό που μας επιβάλλουν κάποιοι άλλοι. Κανένας όμως δεν έχει διαμορφώσει το δικό μας σκοπό που να τον επιδιώξουμε ό,τι κι αν οι άλλοι λένε. Ο Καντ ήταν ο πρώτος που παρατήρησε ότι η ελευθερία δεν είναι μόνον παθητική, να μην κάνεις ό,τι θέλουν να σου επιβάλλουν οι άλλοι, αλλά, προπάντων, και θετική, να κάνεις ό,τι θέλεις εσύ. Αφορά, όπως έχομε ξαναγράψει («Πότε γεννήθηκα;», Κοινή Γνώμη) στο νοητό Εγώ. Αν και άβατο για όλους τους άλλους, πλην του εαυτού του, μπορεί να βιασθεί από την εξουσία με ποικίλους τρόπους.
Αυτό που μας λείπει λοιπόν αυτή τη στιγμή στην πολιτική αρένα είναι η διαμόρφωση της δικής μας βούλησης. Μόνο με δική μας βούληση θα μπορούμε να πούμε ότι είμαστε ελεύθεροι ως λαός. Κι οπωσδήποτε να ξεχάσουμε την αντιπαράθεση μεταξύ δεξιάς και αριστεράς. Τέτοια αντιπαράθεση ίσως και να μην υπήρξε ποτέ πραγματικά στο παρελθόν πουθενά στον κόσμο. Το να θυμάσαι διαφέρει από το να συγχωρείς. Να τον θυμόμαστε το διχασμό, δεν γίνεται και δεν πρέπει, να τον ξεχάσουμε, αλλά να αγκαλιαστούμε και να φιληθούμε συγχωρώντας ο ένας τον άλλον. Η αναγνώριση ενός λάθους που έγινε κάποτε είναι το πρώτο βήμα για την πορεία προς ένα πιο σωστό δρόμο.
Koinignomi 31 Ιουλίου 2014

Ανισότητα και το μέλλον

Αυτές οι λέξεις γράφονται για να μας βάλουν σε σκέψεις. Θα ξεκινήσω από πολύ γενικές ιδέες για να καταλήξω σε καυτές τρέχουσες πραγματικότητες και προσδοκίες από το μέλλον. Αρχίζομε να σκεφτόμαστε λοιπόν.
Ποιος είναι πιο ισχυρός; Ένας που κρατά ένα πολυβόλο ή 1000 που κρατούν κοντάρια; Η απάντηση μοιάζει αυτονόητη υπέρ του πολυβολητή. Ωστόσο, οι διαθέσιμες σφαίρες του είναι περιορισμένες, δεν φθάνουν για να σκοτώσουν και τους 1000 αντιπάλους του. Όταν τελειώσουν, αυτός, δεν έχει γλιτωμό. Βέβαια, στο μεταξύ, θα έχουν αφανισθεί πάρα πολλοί κονταροφόροι. Τα ισχυρά ζώα στη ζούγκλα, σαν τα λιοντάρια και τους ελέφαντες, είναι πιο δυνατά ή τα ασθενή, σαν τα ποντίκια και τις κατσαρίδες; Η απάντηση μοιάζει προφανής. Ωστόσο, αν πέσει ανομβρία για 2-3 συνεχή χρόνια και ξεραίνονται τα δέντρα, οι ελέφαντες θα φάνε το δάσος και θα ψοφήσουν, οι αντιλόπες και οι ζέβρες, θα πεθαίνουν μη βρίσκοντας τροφή και τα λιοντάρια θα αφανίζονται μη βρίσκοντας αντιλόπες και ζέβρες για να τραφούν με την ενέργεια που έχουν ανάγκη. Τα ποντίκια κι οι κατσαρίδες θα επιβιώνουν. Γενικά ισχύς, λέει η Φυσική, είναι η ενέργεια στη μονάδα του χρόνου. Ισχυρός είναι όποιος μπορεί να καταναλώνει πολλή ενέργεια σε λίγο χρόνο. Αν όμως η ενέργεια γίνει για κάποιο λόγο δυσεύρετη, αυτός, ο ισχυρός, είναι ο περισσότερο ευάλωτος.
Στην κοινωνία που ζούμε, ιδίως τα τελευταία 30-40 χρόνια, η οικονομική και κοινωνική ανισότητα αυξάνεται ραγδαία. Στην Αμερική π.χ. 1% του πληθυσμού κατέχει το 40% του εθνικού πλούτου Παρόμοια είναι τα νούμερα παγκοσμίως. Η ανισότητα έχει αποδειχθεί πέρα από κάθε αμφισβήτηση ότι συνοδεύεται από μύρια κοινωνικά κακά, όπως είναι η αυξημένη θνησιμότητα, ιδίως η παιδική, οι γεννήσεις από ανήλικα κορίτσια, η εγκληματικότητα και ο αριθμός των ατόμων στη φυλακή και πλήθος άλλα. Ο αριθμός των πλουσίων ολοένα λιγοστεύει, ενώ όσοι μένουν γίνονται πλουσιότεροι. Παράλληλα, το πλήθος των φτωχών αυξάνεται, ενώ γίνονται ολοένα φτωχότεροι. Όσοι από τους τελευταίους δεν λιμοκτονούν ή δεν αυτοκτονούν ή δεν επιδίδονται στη μαύρη οικονομία (από το να μην κόβουν ή να μη ζητούν αποδείξεις ως τις ληστείες, το εμπόριο ναρκωτικών και ανθρώπων και τους φόνους), επιβιώνουν με εξαιρετικά μειωμένα εισοδήματα, κάτω του 50% από όσο είχαν συνηθίσει ως σήμερα, τόσο στην Ελλάδα, όσο και, περίπου έτσι, παντού στον κόσμο.
Η σύγκρουση μεταξύ των ολοένα μειούμενων και ισχυρότερων πλουσίων με τους ολοένα πολυπληθέστερους κι ασθενέστερους πένητες, φαίνεται αναπόφευκτη αργά ή γρήγορα. Οι πλούσιοι διαθέτουν πυρηνικό οπλοστάσιο που δεν το έχουν οι φτωχοί, εκτός από καραμπίνες στην Αμερική και κουμπούρια ή καλάσνικοφ στην Κρήτη. Ήδη, οι Τάιμς της Νέας Υόρκης συζήτησαν προ εβδομάδων την πρόταση να γίνει παγκόσμιος πόλεμος, διότι η Αμερική διαθέτει τέτοια υπεροπλία που θα εξουδετερώσει τη Ρωσία πριν προλάβει να ανταποδώσει. Άλλες πυρηνικές δυνάμεις, όπως η Κίνα, Βόρεια Κορέα, Ινδία, Πακιστάν, Ιράν, Ισραήλ κλπ είναι αμελητέες. Η Αμερική λοιπόν είναι βέβαιο, λένε, πως θα νικήσει. Γιατί όχι λοιπόν; Με πόλεμο λύνονται οι οικονομικές κρίσεις που μας ταλανίζουν. Βέβαια, πυρηνικά όπλα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τις δυνάμεις που τα διαθέτουν (οικονομικο-στρατιωτικό κατεστημένο) στο Σικάγο, στο Λος Άντζελες, στη Νέα Υόρκη, διότι εκεί κατοικούν οι ίδιοι. Και δίπλα τους, βέβαια, μένουν φτωχοί με καραμπίνες. Σ’ ένα τέτοιο πόλεμο (3ο παγκόσμιο) θα σκοτωθούν τρομερά μεγάλο πλήθος των «φτωχών», αλλά και πόσοι από τους «πλουσίους» θα επιβιώσουν; Τόσο λίγοι προφανώς, που θα πάψουν να αποτελούν απειλή για τον κόσμο ολόκληρο. Στις μεγάλες ένδειες όπως είναι οι συνθήκες ενός πολέμου οι ισχυροί κινδυνεύουν περισσότερο από τους αδυνάτους. Μ΄ αυτή την αρχή ξεκινήσαμε τις σκέψεις μας σ΄ αυτό το κείμενο.
Η Οικουμένη, ωστόσο, δεν είναι ζούγκλα (ή μήπως είναι;). Οι άνθρωποι διαθέτομε ό,τι δεν έχουν τα άγρια θηρία: νου και ελεύθερη βούληση. Μπορούμε άραγε να αποτρέψουμε μια τέτοια καταστροφή; Ώσπου να ξεσπάσει πόλεμος, έχομε ακόμη τη δυνατότητα να εφαρμόσουμε την ανθρώπινη σοφία για να μειώσουμε με ειρηνικά μέτρα πίεσης, την παγκόσμια ανισότητα, για ν΄ αποτρέψουμε τα χειρότερα. Θα το κάνουμε; Το μέλλον θα το δείξει.
koinignomi 6 Αυγούστου 2014

Λαός ή ηγεμόνας

Όταν ρωτάς έναν άρρωστο, δεν θέλει να κάνει ένεση, διότι πονάει, ούτε να πάρει το σκονάκι του, διότι είναι πικρό. Όμως ο γιατρός λέει πως πρέπει. Τι κάνομε τότε; Όταν ρωτάς ένα λαό, δεν θέλει να πληρώνει φόρους ούτε να πολεμήσει. Όμως ο ηγεμόνας, ο αρχηγός του κράτους λέει πως πρέπει. Τι κάνομε τότε; Ο γιατρός έχει ιδανικά την κατάλληλη γνώση και πείρα. Ξέρει ότι, κατά πάσα πιθανότητα, υποφέροντας βραχυπρόθεσμα ο άρρωστος από τη θεραπεία, εξασφαλίζει μακροπρόθεσμα μια καλύτερη ζωή. Ο αρχηγός έχει ιδανικά τη γνώση και πείρα. Ξέρει ότι, κατά πάσα πιθανότητα, υφιστάμενος ο λαός τις δυσάρεστες εμπειρίες της φορολόγησης, του πολέμου ή άλλες, εξασφαλίζει μακροπρόθεσμα μια καλύτερη ζωή.
Έτσι κι αλλιώς, ο άρρωστος ή ο λαός, πρέπει να ερωτηθούν. Αυτός, ο άρρωστος ή ο λαός, θα υποστεί τη δυσάρεστη εμπειρία· και αυτός θα απολαύσει μακροπρόθεσμα την καλύτερη ζωή: είναι ο μόνος που μπορεί να ζυγίσει το ένα με το άλλο. Ο άρρωστος όμως (ή ο λαός) μπορεί να είναι «ανώριμος», ανίκανος να πάρει μια μακροπρόθεσμη απόφαση υπέρ του, έστω και αν είναι βραχυπρόθεσμα κατά του. Αλλά τι θα πει ωριμότητα; Ετυμολογικά σημαίνει «στην ώρα του». Σε ποια ηλικία π.χ. μπορεί το άτομο να αποφασίζει για τον εαυτό του; Γιατί, ως τότε αποφασίζουν οι γονείς του.
Για να απαντήσουμε, μεταπηδάμε από το προσωπικό και το κοινωνικό επίπεδο αναφοράς, σε πιο βασικό, βιολογικό, επίπεδο. Τώρα, η ωριμότητα ενός ζώου ορίζεται ως η ικανότητα για αυτόνομη εξασφάλιση της ζωής, και για διαιώνιση του είδους. Λόγω του αμοιβαίου χειλεο-θηλικού αντανακλαστικού, η μητέρα αγαπά το παιδί της και το φροντίζει. Μετά την ήβη, επικρατεί το νέο, πεο-κολπικό, αντανακλαστικό της ερωτικής αγάπης, ενώ εξασθενεί το παλιό της στοργής. Ο έρωτας δημιουργεί νέα ζωή. Έτσι, η ικανότητα για δημιουργία είναι που χαρακτηρίζει την ωριμότητα στα ζώα. Τα ίδια ισχύουν και για τον άνθρωπο, μόνο που η έννοια της ωριμότητας είναι πιο ευρεία: Ο άνθρωπος, πέρα από τη δημιουργία άλλων ανθρώπων, έχει την ικανότητα να κατασκευάζει εργαλεία, να θέτει ερωτηματικά και να πλάθει όνειρα.
Η φύση (βιολογία) ποικίλλει. Η ηλικία της ενηλικίωσης (ήβης) ποικίλλει. Για πρακτικούς λόγους, η κοινωνία πρέπει να ορίσει αυθαίρετα μία ηλικία ωρίμανσης, πριν από την οποίαν αποφασίζουν οι γονείς για τα παιδιά τους και μετά αποφασίζει το ίδιο το άτομο. Το αυθαίρετο όριο μπορεί να ορισθεί με εργαλείο τη μαθηματική (στατιστική) επεξεργασία των βιολογικών δεδομένων. Μπορεί να είναι ο μέσος όρος για ποσοτικά μεγέθη ή το 50%+1 για ποιοτικά. Η υιοθέτηση τελικά στατιστικών νόμων για τη λύση προσωπικών ή κοινωνικών προβλημάτων είναι βολική, καθώς τα μαθηματικά επιτρέπουν σχετικά εύκολους χειρισμούς. Ωστόσο, τα επίπεδα αναφοράς (βιολογικό/αισθητό, προσωπικό/νοητό, κοινωνικό) επιβάλλουν τους δικούς τους νόμους. Τα μαθηματικά, μπορούν να τους λαβαίνουν υπόψη, εκτιμώντας ποσοτικά την ποικιλότητα γύρω από το μέσο όρο. Το όριο της ποικιλότητας δεν επιτρέπεται να παραβιασθεί. Για παράδειγμα, αν η ηλικία ενήβωσης είναι τα 13 ± 4 χρόνια, ως ωρίμανση μπορεί να ορισθεί η ηλικία των 17 ετών. Προτιμάται το ανώτατο όριο, καθώς η λήψη κοινωνικών αποφάσεων προαπαιτεί τη δημιουργία πολύπλοκων εξαρτημένων αντανακλαστικών, ιδίως δευτεροβάθμιων, που αναπτύσσονται μόνο στον άνθρωπο – κι αυτό απαιτεί χρόνο. Ωστόσο, δεν μπορεί να αναβληθεί η ηλικία ωρίμανσης ατιμώρητα πολύ πάνω από τα βιολογικά όρια, καθώς αυτό αντιβαίνει τους φυσικούς νόμους, όπως έχουν εκφρασθεί μαθηματικά.
Αν λοιπόν υιοθετηθεί το όριο ενηλικίωσης (ενήβωσης, ωρίμανσης) σε βάση μαθηματική, στηριγμένη στους βιολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς νόμους, αυτό είναι το φυσικό όριο που το άτομο αποφασίζει για τον εαυτό του. Ο άρρωστος μετά την ενηλικίωσή του αποφασίζει αν θα δεχθεί μια βασανιστική χημειοθεραπεία που θα του επιτρέψει να ζήσει μια άθλια ζωή άλλους 6 μήνες, ή όχι, οπότε θα πεθάνει σε 1 μήνα. Αρκεί ο γιατρός να τον ενημερώσει. Το άτομο επίσης θα αποφασίσει αν προτιμά «μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή». Αρκεί ο ηγέτης του να το ενημερώσει. Εξάλλου, μετά το όριο της ωρίμανσης, ο άρρωστος θα αποφασίσει ποιον θέλει για γιατρό του και ποιον επιλέγει για ηγέτη του.
Η βούληση της κοινωνίας εκφράζεται καλύτερα ως ο μέσος όρος ή το 50%+1της βούλησης κάθε λαού. Καθώς δεν είναι δυνατό για κάθε ζήτημα να ερωτάται το σύνολο του λαού (δημοψήφισμα), η βούληση ενός ΤΥΧΑΙΟΥ δείγματός του (βουλή) την εκφράζει με τον πιο αξιόπιστο τρόπο. Αυτή είναι η δημοκρατία, όπου η βουλή εκλέγεται με κλήρο από το λαό, η δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας που οδήγησε στο υψηλότερο πολιτισμό που εμφανίσθηκε ποτέ. Είναι π.χ. απαλλαγμένη από τον κίνδυνο της πελατειακής σχέσης, που ενυπάρχει σε όλες τις σύγχρονες «δημοκρατίες», αλλού περισσότερο κι αλλού λιγότερο. Μια τέτοια βουλή είναι αρμόδια να επιλέγει την κυβέρνηση που επιθυμεί, ανάμεσα σε πολιτικούς που έχουν γνώση και πείρα. Όπως ο άρρωστος επιλέγει το γιατρό του. Στη σύγχρονη πολύπλοκη κοινωνία, για αποφάσεις με μακροπρόθεσμες συνέπειες (π.χ. διάθεση της γης, δικαιώματα μειονοτήτων κλπ) θα μπορούσε να συμπληρώνεται η βουλή με μια γερουσία από καταξιωμένα με το χρόνο, ex officio, άτομα (π.χ. παλιοί πρωθυπουργοί, ανώτατοι δικαστικοί ή ό,τι άλλο αποφασίσει με δημοψήφισμα ο κυρίαρχος λαός). Ένα ανεξάρτητο δικαστήριο, σαν το Συμβούλιο Επικρατείας αυτοανανεούμενο, θα ελέγχει τις πράξεις της κυβέρνησης, της βουλής και της γερουσίας.
Ο Μπ. Μουσολίνι, προλογίζοντας το κλασικό έργο του Ν. Μακιαβάλι «Ο ηγεμόνας», θέτει το εύλογο ερώτημα: «Μα φαντάζεστε κήρυξη πολέμου με ένα δημοψήφισμα;» Για τα κατεπείγοντα προβλήματα, όπως της κήρυξης πολέμου, καθώς και για την εύρυθμη λειτουργία ενός πολύπλοκου πολιτεύματος, χρειάζεται όντως κάποιος ηγεμόνας (πρόεδρος δημοκρατίας), εκλεγμένος όμως άμεσα από το σύνολο του λαού, των ώριμων ατόμων που απαρτίζουν την κοινωνία. Ένα τέτοιο πολιτικό πλαίσιο, στηριγμένο στις δοκιμασμένες αρχές των προγόνων μας, θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία για την εξυγίανση της πολιτικής μας κατάστασης, που μοιάζει να πάσχει από τότε που έγινε η Ελλάδα ανεξάρτητο κράτος.
Koinignomi 19 Αυγούστου 2014

Ποσότητα ή ποιότητα;

Εἶπεν ὁ Θεὸς· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς. Καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλὸν». Αντίστοιχα έγιναν και στις άλλες πέντε μέρες της δημιουργίας. Όρισε ο Θεός το σκοπό και έκανε στο τέλος την αξιολόγηση. Η Βίβλος δεν λέει λέξη για το πώς έγινε ό,τι αποφάσισε και διέταξε ο Θεός. Αφήνει την επιστήμη να το ανακαλύψει. Γι αυτό και δεν μπορεί να υπάρξει σύγκρουση μεταξύ θρησκείας και επιστήμης: Η πρώτη απαντά στις ερωτήσεις που αρχίζουν με το ποιος, η δεύτερη σ΄εκείνες που αρχίζουν με το πώς. Γι΄ αυτό κι ο οικουμενικός πατριάρχης Βαρθολομαίος όρισε την επιστήμη ως δώρον θεόδοτον και το Θεό δωτήρα φώτων επιστήμης.
Είχα σ΄ ένα μπουγέλο 1 λίτρο νερού σε θερμοκρασία 51 βαθμών. Έβαλα άλλο 1 λίτρο σε θερμοκρασία 49 βαθμών. Τώρα έχω μέσα στο μπουγέλο 2 λίτρα νερού στους 50 – όχι στους 100 – βαθμούς. Τα λίτρα του νερού είναι ποσότητα: Προστέθηκαν. Οι βαθμοί της θερμοκρασίας του, ποιότητα. Η μίξη τους καταλήγει σε μια ενδιάμεση τιμή. Δυο μεγάλα θηρία, η ποσότητα και η ποιότητα! Ποιο είναι πιο σημαντικό; Και τα δύο βέβαια είναι. Αν και, μερικές φορές, το ένα μπορεί να γίνει πρόσκαιρα πιο σημαντικό από το άλλο.
«Ο Έλληνας θέλει βούρδουλα, για να πάει μπροστά». «Όχι, περισσότερη ελευθερία χρειάζεται ο Έλληνας» Πώς το θέλομε το κράτος μας, πιο αυστηρό ή πιο επιεικές; Μπορεί να καθόμαστε ώρες στο καφενείο, να το συζητάμε και να μην καταλήγουμε. Βέβαια, ο Αριστοτέλης έβλεπε την Αρετή ανάμεσα στα δύο άκρα. Αρετή είναι η ανδρεία, που βρίσκεται μεταξύ της δειλίας και του θράσους.
Φαντασθείτε ένα δικαστή τόσο επιεική, που αθωώνει όλους τους «καϋμένους» τους κατηγορουμένους. Έτσι είναι βέβαιο πως κανένας αθώος δεν θα καταδικαστεί αδίκως. Φαντασθείτε κι έναν άλλον, τόσο αυστηρό, που καταδικάζει όλα τα «καθάρματα» τους κατηγορουμένους. Έτσι κανένας κακούργος δεν θα γλιτώσει. Και οι δύο είναι άχρηστοι δικαστές. Φανταστείτε τώρα κι έναν τρίτο δικαστή, που εκείνοι που αθωώνει καταδικάζονται στο εφετείο κι εκείνοι που καταδικάζει αθωώνονται δευτεροβάθμια. Αυτός είναι ένας πολύ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ δικαστής. Σαν τους δικαστές είναι οι αστυφύλακες που συλλαμβάνουν κακοποιούς και προστατεύουν πολίτες. Είναι οι καθηγητές που κάποιους φοιτητές τους περνούν και άλλους τους κόβουν. Είναι, τέλος, το κράτος. Κάθε φορά που κρίνομε έχομε ένα ποσοτικό και ένα ποιοτικό στοιχείο. Ποσοτικό είναι ο βαθμός της επιείκειας ή αυστηρότητάς· ποιοτικό η διακριτική ικανότητα, το να διακρίνουμε το σωστό από το λάθος. Η διάκριση ποτέ στη ζωή δεν είναι τέλεια. Κριτήριο της απόφασης είναι πόσο καλά συνάδει μ΄ αυτό που πρέπει, μ΄ αυτό που η κοινωνία έχει θέσει για σκοπό της.
Ο μαρξισμός υποστήριζε την ελαχιστοποίηση του κράτους ως την κατάργησή του. Όμοια, ο σύγχρονος νεοφιλελευθερισμός επιδιώκει την ελαχιστοποίηση του κράτους. Μόνος ρόλος που του αναγνωρίζει είναι να καταστέλλει τις κινητοποιήσεις των κατώτερων τάξεων που στρέφονται εναντίον του κεφαλαίου. Αντίθετα από το μαρξισμό, ο κάποτε υπαρκτός σοσιαλισμός ενίσχυσε το κράτος στο έπακρο, καθώς το κατέστησε τον μόνο εργοδότη, με τη συνδρομή της αστυνομίας και της γραφειοκρατίας. Αντίθετα από το σύγχρονο νεοφιλελευθερισμό και το μαρξισμό, η σοσιαλδημοκρατία που ως πρόσφατα είχε επικρατήσει στην Ευρώπη, είτε τα φιλελεύθερα («συντηρητικά») είτε τα εργατικά («προοδευτικά») κόμματα κυβερνούσαν, με μικρές παραλλαγές, πρόβλεπε ένα ποσοτικά αρκετά ισχυρό (όχι πανίσχυρο) κράτος. Κάλυπτε ζωτικές ανάγκες του πληθυσμού, υγεία, παιδεία, δικαιοσύνη, ασφάλεια κλπ σε ικανοποιητικό – όχι τέλειο – βαθμό. Αντίστοιχα, στην Ελλάδα οι μεγάλες κρατικοποιήσεις έγιναν από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, για να συμπληρωθούν από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Όλη η Ευρώπη, και ειδικότερα η Ελλάδα, βιώσαμε μια μακρά περίοδο σχετικής ευημερίας, για να καταλήξουμε στην κρίση. Τι επιτέλους χρειαζόμαστε; Λιγότερο ή περισσότερο κράτος; Βούρδουλα ή ασύδοτη ελευθερία; Κάπου ανάμεσά τους βρίσκεται η Αριστοτελική Αρετή.
Ποιότητα μάλλον, ισχυρίζομαι, παρά ποσότητα, είναι που χρειαζόμαστε σήμερα από το κράτος μας. Όχι λιγότερο ή περισσότερο, αλλά σωστότερο, κράτος. Σε κάθε επιχείρηση – και στο κράτος – υπάρχει επιτελικό και εκτελεστικό μέρος. Το επιτελικό περιλαμβάνει επιλογή στόχων, προγραμματισμό για επιδίωξή τους και αξιολόγηση. Αυτός είναι ο κύριος ρόλος του κράτους. Για παράδειγμα, αποφασίζει ότι θα ενισχύσει κυρίως εκείνες τις δραστηριότητες που επικεντρώνονται όπου υπάρχουν ανάγκη, πόροι και τεχνογνωσία. Εγκρίνει αναπτυξιακά προγράμματα που εντάσσονται στους σκοπούς του. Επιδοτεί και φοροαπαλλάσσει εργοδότες και εργαζόμενους που ασχολούνται με αυτά. Οι ιδιώτες κυρίως επιτελούν το εκτελεστικό μέρος του κράτους. Δεν έχει όμως μεγάλη σημασία αν επενδύουν, τελικά, άμεσα το κράτος ή οι ιδιώτες, ούτε αν αυτοί είναι Έλληνες ή ξένοι. Υλοποιούν τα προγράμματα που σχεδιάσθηκαν κι εγκρίθηκαν από το κράτος. Αν ένας ιδιώτης επιθυμεί να κάνει κάτι έξω από τους στόχους της κυβέρνησης, με γεια του με χαρά του. Με δικά του όμως κεφάλαια, όχι των φορολογουμένων. Το επιτελικό κράτος στο τέλος θα αξιολογήσει, αν το έργο που εκτελέσθηκε είναι σύμφωνο με τους στόχους, που είχαν εξαρχής τεθεί. Όπως ο Θεός είναι το ύψιστο ον στον κόσμο, έτσι το κράτος είναι το ύψιστο ον στη σύγχρονη κοινωνία. Το κράτος το σωστό, «είπε», όπως ο Θεός, τη βούλησή του και στο τέλος αξιολογεί «ότι το έργο που έγινε είναι καλό». Αφήνει όμως σε οποιονδήποτε την υλοποίηση της βούλησής του.
Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι ένα τέτοιο σύστημα, έντονα αναπτυξιακό, θα δημιουργήσει «αδικίες», ανισότητες, μειονεξίες σε όσους δεν μπόρεσαν να ενταχθούν στους στόχους του κράτους. Γι΄ αυτό: Πρώτο, πρέπει να υπάρξει ένα εγγυημένο ελάχιστο, για παιδεία, υγεία κλπ. Δεύτερο, η ανάπτυξη δεν μπορεί να είναι συνεχής· ταλαντούμενη ανάπτυξη με λιτότητα, που εναλλάσσεται με κατανάλωση και ύφεση, εξασφαλίζουν όχι μόνο δικαιότερη κατανομή του πλούτου, αλλά και μη εξάντληση των πόρων, δίνοντάς τους χρόνο να ανανεωθούν. Κατανομή λοιπόν σε «νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες», εργασθέντες και μη εργασθέντες. Καλά, μερίδιο και στους «τεμπέληδες» που δεν δούλεψαν; Ναι, οι «τεμπέληδες», όσο και οι «προκομμένοι», εξασφαλίζουν την ανανέωση της κοινωνίας μας, γεννώντας παιδιά, και την υπερασπίζονται, υπηρετώντας τη θητεία τους. Ένα μερίδιο από τους καρπούς της ανάπτυξης το δικαιούνται. Και τρίτο, επιλογή των στόχων από το σύνολο του λαού. Ο λαός, ο καθένας μας, εκφράζει τη βούλησή του ισότιμα. Ο Κλεισθένης έδωσε πριν από 2500 χρόνια τη μόνη γνήσια λύση με την Αθηναϊκή Δημοκρατία που την έχομε ξεχάσει (γιατί άραγε;), εκλέγοντας τους βουλευτές με κλήρο, χωρίς, επομένως, πελατειακές σχέσεις· η βουλή επιλέγει μεταξύ πολιτικών που έχουν γνώση και πείρα, εκείνους που θεωρεί «αρίστους» για να αποτελέσουν την κυβέρνηση· και η κυβέρνηση σχεδιάζει. η βουλή εγκρίνει και αξιολογεί. Οι ιδιώτες εκτελούν.
Κι ο καθένας εύχεται ποσότητα και ποιότητα στον άλλον: «Χρόνια πολλά ΚΑΙ ΚΑΛΑ!».
Koinignomi26 Αυγούστου 2014

Πολιτικό Σύστημα

Καποδίστριας, Τρικούπης, Βενιζέλος, Καραμανλής, Σημίτης. Άφησε έργο η εποχή τους. Και κατηγορήθηκε για σκάνδαλα. Διαφωνείτε για κάποιους; το γεγονός παραμένει: Ελάχιστοι άφησαν έργο και όλοι κατηγορήθηκαν, εκτός αν πρόλαβαν να δολοφονηθούν. Όσοι δεν μπορούν να κάνουν κάτι, δυσφημούν όσους το επιτελούν.
Γιατί τόσο λίγους σημαντικούς πολιτικούς στα 190 χρόνια της ελευθερίας μας; Στατιστικά είναι σπάνιο φαινόμενο. Σήμερα σημαντικοί διεθνώς είναι ελάχιστοι. Πούτιν; Ερντογάν; Μέρκελ; (αν διαφωνείτε στα ονόματα, ο κανόνας ισχύει: σπάνια είναι η εμφάνιση σημαντικών προσωπικοτήτων). Όμως, κάποιες χώρες ευημερούν, ακόμη και όταν δεν τους κυβερνά σημαντική προσωπικότητα. Το πολιτικό τους σύστημα αντέχει στους κλυδωνισμούς από τυχαίες επιθέσεις. Κι εμείς;
Εμείς, πριν από 2500 χρόνια παραγάγαμε ύψιστο πολιτισμό. Συνέβαλε σ΄ αυτό το πολιτικό σύστημα που εφαρμόσθηκε για πρώτη (και τελευταία) φορά: η Αθηναϊκή δημοκρατία. Οι αποφάσεις λαμβάνονταν από μια βουλή που επιλεγόταν με κλήρο και εξέλεγε τους «στρατηγούς», την κυβέρνησή. Δεν ήταν τέλεια η δημοκρατία. Πολιτικά δικαιώματα δεν είχαν ούτε οι γυναίκες ούτε οι μέτοικοι ούτε, βέβαια, οι δούλοι. Οι σημερινές «δημοκρατίες» διαφέρουν ριζικά από την Αθηναϊκή. Μερικές έχουν αποδειχθεί επιτυχημένες, όπως στην αρχαιότητα υπήρξαν επιτυχημένες μη δημοκρατικές πολιτείες, π.χ. με τον Περίανδρο της Κορίνθου, τον Γέλωνα των Συρακουσών κλπ. Τι έκανε τη δημοκρατία, και, σε ειδικές περιπτώσεις, άλλα πολιτεύματα, τόσο σπουδαία;
Οι «ειδικές περιπτώσεις» σημαίνουν ότι, ανάλογα με τις γεωγραφικές και ιστορικές συνθήκες, που είναι διαφορετικές για κάθε τόπο, μπορούν να αναπτυχθούν ταιριαστά πολιτεύματα. Προφανώς αυτά δεν μπορούν να είναι επιτυχημένα σε άλλους τόπους, όπου επικρατούν άλλες συνθήκες. Η Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία, Αγγλία είναι απέραντες πεδιάδες. Τα καθεστώτα τους δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθούν στην Ελλάδα, όπου σε περιορισμένη γεωγραφική επιφάνεια υπάρχει μέγιστη ποικιλία εδάφους, ψηλά βουνά, πεδιάδες, νησιά κλπ. Όταν κάποιος πάθει έμφραγμα στη Θεσσαλία, απέχει το πολύ μια ώρα από το πανεπιστημιακό νοσοκομείο· αν το πάθει στο Κουφονήσι, απέχει μέρες από το νομαρχιακό νοσοκομείο, αφού πλοίο περνάει από εκεί κάθε λίγες μέρες. Προφανώς, δεν είναι δυνατό να ισχύουν οι ίδιοι κανόνες στη Θεσσαλία, στην Ήπειρο και στις Κυκλάδες.
Το πνεύμα μας έχει είσοδο, τη γνώση, έξοδο, τη βούληση και, ενδιάμεσα, το συναίσθημα. Η κυριαρχία της γνώσης είναι το κύριο στοιχείο του ώριμου ανθρώπου, κατά τον Πλάτωνα. Ωστόσο, το συναίσθημα με τη βούληση ταλαντώνονται αυτόματα. Κι όταν φθάσουν σε κρίσιμο όριο, καμιά γνώση, δεν μπορεί να εμποδίσει την εκδήλωση τους, με κίνηση ή έκκριση. Όταν πεινάσω, αναζητώ τροφή, έστω και παράνομα· όταν θέλω αέρα, θα αναπνεύσω, ακόμη κι αν το κεφάλι μου είναι μέσα στο νερό· όταν θέλω να κάνω έρωτα, θα προχωρήσω είτε με σύντροφο είτε με αυτοϊκανοποίηση είτε και με ονείρωξη, έστω κι αν συνειδητά ασκώ εγκράτεια.
Η βούληση μιας κοινωνίας εκφράζεται καλύτερα με τη βουλή, ενώ η γνώση της με την κυβέρνησή που, ιδανικά, είναι οι «άριστοι». Αλλά ποιος επιλέγει τη βουλή και ποιος τους «αρίστους»; Στις σύγχρονες δημοκρατίες η βουλή εκλέγεται από το λαό. Το πρόβλημα σ΄ αυτές είναι η πελατειακή σχέση. Οι βουλευτές είναι επαγγελματίες. Ασκούν το «επάγγελμά τους» πουλώντας εξυπηρέτηση στους ψηφοφόρους τους με αντάλλαγμα την ψήφο τους. Στην αρχαιότητα, αντίθετα, η βουλή με κλήρο, απέκλειε τις πελατειακές σχέσεις.
Αντιρρήσεις σε ένα τέτοιο σύστημα υπάρχουν: «μα είναι δυνατό οι τυχαία επιλεγμένοι απαίδευτοι βουλευτές, να μας κυβερνούν, να παίρνουν αποφάσεις για όλους μας;» Πρώτο, η βουλή δεν κυβερνά, η κυβέρνηση κυβερνά. Αποτελείται από «αρίστους», τους οποίους εκλέγει η βουλή μεταξύ έμπειρων, εκπαιδευμένων πολιτικών, όπως ο άρρωστος διαλέγει το γιατρό του και ο κατηγορούμενος το δικηγόρο του. Δεύτερο, η καλύτερη γνώση των ιδιοτήτων ενός συνόλου αποκτάται με εξέταση ενός τυχαίου δείγματός του· η καλύτερη γνώση της βούλησης ενός λαού αποκτάται ρωτώντας ένα τυχαίο δείγμα του (Αθηναϊκή βουλή). Στις δημοσκοπήσεις οι ερωτώμενοι απαντούν ανώνυμα και ανεύθυνα. Υπεύθυνα αποφασίζουν οι ένορκοι, που επιλέγονται με κλήρο. Η κρίση τους είναι η καλύτερη δυνατή! «Μα με μια βουλή που δεν είναι οργανωμένη σε κόμματα, η λήψη αποφάσεων είναι δυσχερής». Ναι, όσο και με τη βουλή που προκύπτει από εκλογές με αναλογική. Το πλειοψηφικό, η «ενισχυμένη» αναλογική κλπ αποτελούν στρέβλωση της βούλησης του λαού με πρόσχημα το ρεαλισμό. Η λύση είναι, βέβαια, οι συναινέσεις, στη βάση λύσεων ελάχιστα αποδεκτών από την πλειοψηφία των βουλευτών. «Μα μια τέτοια βουλή είναι επιρρεπής στην δημαγωγία, στο λαϊκισμό». Ναι, τουλάχιστον όσο και κάθε άλλη βουλή, που υπόκειται επιπλέον στο λαϊκισμό από τις πελατειακές σχέσεις.
Για ζητήματα με μακροπρόθεσμες συνέπειες, π.χ. δικαιώματα μειονοτήτων, διάθεση γης κλπ) θα μπορούσε να υπάρχει μια γερουσία από καταξιωμένα άτομα, ex officio, π.χ. πρώην πρωθυπουργούς, προέδρους ανώτατων δικαστηρίων κλπ. Ένα συμβούλιο επικρατείας κρίνει αν οι αποφάσεις συμφωνούν με το σύνταγμα που έχει εγκριθεί από το σύνολο του λαού (εκκλησία του δήμου). Ο πρόεδρος δημοκρατίας, άμεσα εκλεγμένος από το λαό, έχει κύρος να ρυθμίζει το πολίτευμα και ίσως να αναπέμπει σε δημοψήφισμα αποφάσεις που πάρθηκαν με οριακή πλειοψηφία.
Ένα πολίτευμα σαν το παραπάνω δεν είναι ουτοπία. Έχει εφαρμοσθεί δημιουργώντας το μεγαλύτερο πολιτισμό που έχει παρουσιασθεί στην ιστορία. Η Ελλάδα έγινε κράτος για πρώτη φορά μετά την επανάσταση του 1821. Καθώς ήταν επείγον να διοικηθεί, υιοθέτησε ξένα συστήματα. Δίκασε τον Κολοκοτρώνη με το Βαυαρικό δίκαιο, υιοθέτησε τον κοινοβουλευτισμό από την Αγγλία, το συμβούλιο επικρατείας από τη Γαλλία, το αστικό δίκαιο από τη Γερμανία. Μα ταιριάζουν αυτά τα συστήματα μεταξύ τους και, προπάντων με τη μοναδική γεωγραφία και ιστορία μας;
Μήπως είναι καιρός να εφαρμόσουμε ένα σύστημα βασισμένο στις δικές μας συνθήκες, όπως ήταν η Αθηναϊκή Δημοκρατία, η μόνη πραγματική δημοκρατία, που επινοήθηκε και δοξάσθηκε στην ιστορία;
Koinignomi 10 Σεπτεμβρίου 2014