179. ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΑ

Δημ. Α. Σιδερής, ομ. Καθηγητής καρδιολογίας

Κοινή Γνώμη, 27 Φεβρουαρίου 2018

179. Θρησκευτικά και θρησκειολογία

Τα θρησκευτικά διδάσκουν την πίστη και τη λατρεία της θρησκείας μας, ενώ η θρησκειολογία ενημερώνει για όλες τις θρησκείες. Αφήνει την πίστη στη διάκριση του μαθητή και στην οικογενειακή του παράδοση. Το πολίτευμά μας δεν υποχρεώνει όλα τα παιδιά να παρακολουθούν το μάθημα των θρησκευτικών, αν είναι αλλόθρησκα. Σωστά. Επίσης το κράτος μας δεν δέχεται να γίνει καθηγητής θρησκευτικών πτυχιούχος θεολογίας αλλόθρησκος. Λογικό. Έτσι όμως παραβιάζονται τα στοιχειώδη δικαιώματα των Ελλήνων πολιτών. Αν διαθέτουμε κάποιο χρόνο υποχρεωτικής εκπαίδευσης για όλα τα Ελληνόπουλα, πρέπει όλα να παρακολουθούν τα ίδια, υποχρεωτικά, μαθήματα σ΄ αυτό το διάστημα. Κι αν είναι όλοι οι πολίτες ίσοι, πρέπει όλοι, ανεξάρτητα από το θρήσκευμά τους, να μπορούν να αναλάβουν οποιαδήποτε δουλειά, όπως υπηρετούν την πατρίδα. Το μάθημα των θρησκευτικών είναι επομένως αναγκαστικά διχαστικό διαχωρίζοντας τους πολίτες. Δύο λύσεις: Ή καταργούμε το μάθημα των θρησκευτικών ή το αντικαθιστούμε με θρησκειολογία. Θρησκευτικά διδάσκει κάθε θρήσκευμα στους πιστούς του.

Η μακρόχρονη εμπειρία δείχνει ότι οι άνθρωποι πάντοτε πίστευαν σε υπερφυσικές δυνάμεις. Μοιάζει με βιολογική ανάγκη του ανθρώπου η πίστη. Γι΄ αυτό προτιμώ τη θρησκειολογία από την απουσία θρησκευτικών. Υπάρχουν πολλές διαδεδομένες θρησκείες σήμερα: Χριστιανική, Μουσουλμανική, Ιουδαϊκή, όλες με τις υποδιαιρέσεις τους, Βουδδιστές, Ινδουϊστές, και άλλοι. Έχω διαβάσει το Ευαγγέλιο, στο σχολείο διδάχθηκα ό,τι από την Παλαιά Διαθήκη ταίριαζε στο Χριστιανισμό αλλά για τις λοιπές θρησκείες ελάχιστα γνωρίζω. Οι Έλληνες όμως είχαμε και την παραδοσιακή «ειδωλολατρική», θρησκεία, στην οποία κανένας δεν πιστεύει σήμερα, αλλά εξακολουθεί, ισχυρίζομαι, να επηρεάζει σημαντικά τον καθημερινό μας βίο. Αυτά μόνο σε μάθημα θρησκειολογίας μπορούν να διδαχθούν, εφόσον θεωρούμε ότι η δυνατότητα να αναπτύξουν θρησκευτική συνείδηση τα παιδιά είναι απαραίτητη. Θα επιχειρήσω εδώ μια σύγκριση της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας με το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα.

Θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της αρχαίας θρησκείας και της Χριστιανικής (μαζί με την Ιουδαϊκή και τη μουσουλμανική) είναι ότι η πρώτη ήταν πολυθεϊστική, ενώ η δεύτερη μονοθεϊστική. Ισχύει όμως αυτό;

Γραφή: «Είπεν ο Θεός. Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ΄ εικόνα ημετέραν και καθ΄ ομοίωσιν». Και παρακάτω: «Είπεν ο Θεός. Ιδού ο Αδάμ έγινεν ως είς εξ ημών» (Γεν 1,26 και 3,22). Πού τον βλέπετε το μονοθεϊσμό; Η Βίβλος είναι σαφής. Εκτός από το Θεό υπάρχουν και άλλοι Αθάνατοι. Είναι οι Άγγελοι με αρχηγούς τους Γαβριήλ, Ραφαήλ και Μιχαήλ, αλλά και οι Διάβολοι με αρχηγό το Σατανά. Η διαφορά τους είναι, αφήνεται να εννοηθεί, ότι ο Θεός είναι δημιουργός καλής τάξης στον κόσμο και μάλιστα δεν εμπιστεύεται ο ίδιος την παντοδυναμία Του και γι΄ αυτό αξιολογεί στο τέλος το έργο του: «Είπεν ο Θεός γεννηθήτω φως και εγένετο φως. Και είδεν ο Θεός το φως ότι καλόν». Οι Άγγελοι δεν έχουν δική τους βούληση, αλλά μεταφέρουν τη βούληση του Θεού στους ανθρώπους. Ούτε οι διάβολοι έχουν δική τους (κακή) βούληση, αλλά αντιστρατεύονται τη δημιουργική βούληση του Θεού.

Και οι πρόγονοί μας; Βέβαια, οι ποιητές, Όμηρος, Ησίοδος κλπ μιλούν για πολλούς αθανάτους θεούς. Ωστόσο, υπήρχαν και φιλόσοφοι. Υλιστές και ιδεαλιστές. Ηράκλειτος: «Τρέφονται γὰρ πὰντες οἱ ἀνθρώπειοι νόμοι ὑπὸ ἑνὸς, τοῦ θείου». Το θείον λοιπόν είναι Ένα. Εμπεδοκλής: «Οὓτως Ἁρμονίης πυκινῷ κρύφῳ ἐστήρικται/ Σφαῖρος κυκλοτερής μονίη περιηγέι γαίων» και περιγράφει το μόνο Θεό, την Αρμονία, σα Σφαίρα, ότι δεν είναι ορατή, δεν έχει κεφαλή ούτε πόδια και γεννητικά όργανα. Θυμίζει τον Ιωάννη που γράφει: «Ουδείς πώποτε Θεόν εώρακε»; Αλλά και ιδεαλιστές, όπως ο Πλάτων, θεωρούν, ένα μοναδικό, στον ενικό, το θείον.

Βέβαια, οι αρχαίοι πρόγονοί μας λάτρευαν πολλούς θεούς και τους απεικόνιζαν άλλοτε ζωγραφίζοντάς τους και άλλοτε σε αγάλματα. Στις εορταστικές λατρείες, γίνονταν πανηγύρια, μαζεύονταν κόσμος, άναβαν κεριά, έρχονταν κι οι πραματευτάδες με τα εμπορεύματά τους, έκαναν και θυσίες, αφιέρωναν τα κόκκαλα στους θεούς και έτρωγαν αυτοί τα μεζεδάκια. Από τις πιο σημαντικές ήταν οι εορτές του Διονύσου. Σύμβολό του το κρασί. Ήταν άνθρωπος, θνητός, διότι κάθε χρόνο πέθαινε. Γι΄ αυτό και δεν είχε θέση στον Όλυμπο. Αλλά ήταν και θεός, αθάνατος, διότι μετά το θάνατό του ανασταινόταν. Ο θάνατός του συνοδευόταν από θρηνώδεις ύμνους όπως «δείξον ημίν την ένδοξόν σου ανάστασιν» και η ανάστασή του εορταζόταν με εκκωφαντικούς κρότους, σωστό πανδαιμόνιο. Εμείς, οι Χριστιανοί, γιορτάζομε τους Αγίους, τους απεικονίζομε ζωγραφιστούς ή, οι καθολικοί, και γλυπτούς. Όταν γιορτάζουν, κάνομε πανηγύρια με προσέλευση πιστών, άναμμα κεριών, υπαίθριους πραματευτές, ψησταριές κλπ. Και ο Ιησούς είναι θεάνθρωπος. Μοίρασε το κρασί λέγοντάς μας: «τούτο εστί το αίμα μου». Πεθαίνει στο Σταυρό για μας και ανασταίνεται με βαρελότα και άλλες τρακατρούκες.

Κι όμως υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στην ορθόδοξη πίστη αφενός και την Ιουδαϊκή και αρχαιοελληνική αφετέρου: Ο Θεός που πιστεύομε είναι τρισυπόστατος.

Ο Άγιος Σπυρίδωνας πήρε ένα κεραμίδι, το έσφιξε, μια φλόγα πετάχτηκε πάνω, νερό έρρευσε κάτω και στο χέρι του έμεινε το χώμα. Όπως το κεραμίδι είναι νερό, χώμα και φωτιά, αλλά είναι Ένα, έτσι και ο Θεός είναι Ένας, αλλά τρισυπόστατος. Εντυπωσιακό, παραστατικό, αλλά δεν αντέχει στη λογική.

Τρισυπόστατο όμως είναι και το Εγώ μας. Το αισθητό από όλους Εγώ γεννιέται με τη σύλληψη. Το νοητό Εγώ, αντιληπτό άμεσα μόνον από τον εαυτό του, ενώ οι άλλοι το νοούν, το συμπεραίνουν, γεννιέται μόλις βγει το έμβρυο στο φως και στον αέρα. Το κοινωνικό Εγώ, τη στιγμή που εισάγεται στην κοινωνία του. Εγώ είμαι Ένας, αλλά τρισυπόστατος, λοιπόν. Με αξιόλογη ανεξαρτησία καθεμιάς από τις υποστάσεις. Το αισθητό Εγώ μπορεί να είναι ακρωτηριασμένο, το νοητό και το κοινωνικό όμως υποχρεωτικά ακέραια. Το αισθητό και το νοητό Εγώ είναι ανεπανάληπτα, τα κοινωνικά Εγώ όμως είναι όλα ίδια μεταξύ τους τη στιγμή της ένταξής τους στην κοινωνία. Το αισθητό Εγώ ζει στον φυσικό χρόνο και χώρο, το νοητό όμως ζει μόνο σε μια στιγμή, τώρα, και σε ένα σημείο, εδώ, όπου κι όποτε νάναι. Το τρισυπόστατο λοιπόν του ενιαίου Εγώ μπορεί να αποτελέσει το πρότυπο για την κατανόηση του τρισυπόστατου ενιαίου Θεού της Ορθοδοξίας. Ο Θεός, πνεύμα, είναι αμέθεκτος, μόνον νοητός, ουδείς πώποτε Τον εώρακε. Ο Υιός που εγένετο σαρξ, αντιστοιχεί στο αισθητό Εγώ. Και το Άγιον Πνεύμα που μεταφέρει τη θεία βούληση στους πιστούς αντιστοιχεί προφανώς στο κοινωνικό Εγώ.

Τέτοιου είδους συγκρίσεις, που βοηθούν στην πρόσληψη των μυστηρίων της δικής μας θρησκείας, μόνον ένα μάθημα θρησκειολογίας, όχι θρησκευτικών, επιτρέπει να γίνονται στους μαθητές.

 

 

 

Τρίτη Άποψη Περισσότερο ή λιγότερο;

ΤΟΥ ∆ΗΜΗΤΡΗ Α. ΣΙ∆ΕΡΗ* dimitris.sideris@gmail.com

Ηπειρωτικός Αγών, 23 Φεβρουαρίου 2018

Περισσότερο ή λιγότερο; Το θέμα απασχόλησε τους ανθρώπους από τότε που συγκροτήθηκαν σε πολιτείες ή και παλιότερα. Ο Αριστοτέλης έδωσε την πρώτη ορθή απάντηση. Ούτε πολύ ούτε λίγο, αλλά μεσότητα. Η απάντησή του, ωστόσο, στη σύγχρονη πολύπλοκη εποχή απαιτεί διευκρινίσεις.

Περισσότερο ή λιγότερο κράτος; Περισσότερος ή λιγότερος συνδικαλισμός; Περισσότερη ή λιγότερη δημοκρατία; Περισσότερη ή λιγότερη ελευθερία; Περισσότερη ή λιγότερη ισότητα; Περισσότερη ή λιγότερη ανάπτυξη; Περισσότερη ή λιγότερη γεννητικότητα; Περισσότερη ή λιγότερη θνησιμότητα; Τέτοια ερωτήματα δεν έχουν τέλος. Οι απαντήσεις μοιάζουν ατελεύτητες, αρχίζοντας από τους ορισμούς: τι εννοούμε κράτος, συνδικαλισμός, δημοκρατία, ελευθερία, ισότητα, ανάπτυξη, γεννητικότητα, θνησιμότητα κ.λπ.; Για να συζητήσουμε, πρέπει να καταλαβαινόμαστε και γι’ αυτό πρέπει να δεχθούμε τους ορισμούς που δόθηκαν από τους δημιουργούς τέτοιων εννοιών.

Θα αρχίσω από τα φαινομενικά εύκολα. Ασφαλώς θέλομε λιγότερη θνησιμότητα. Σκεφτείτε όμως. Η γη γεμίζει από γέρους, μέλη της κοινωνίας ανίκανα να παράγουν για να ζουν οι ίδιοι και οι άλλοι. με αυξημένες απαιτήσεις για να επιβιώνουν. Η γη έχει περιορισμένους πόρους. Επομένως, για να ζουν οι γέροι, πρέπει να μειωθούν οι παραγωγικοί νέοι. Πώς; Μείωση της γεννητικότητας; Αύξηση πάλι της παιδικής θνησιμότητας; Πόλεμοι που πια σκοτώνουν αδιακρίτως νέους και γέρους; Είναι τέτοιες λύσεις επιθυμητές; Το πρόβλημα του υπερπληθυσμού απασχολεί τους σοφούς από τη ρωμαϊκή εποχή. Έκτοτε, η εμπειρία έδειξε ότι όσο περισσότεροι είναι οι άνθρωποι, τόσο αυξάνεται η εκμετάλλευση της φύσης και γίνεται ο πλανήτης μας ικανότερος να τρέφει περισσότερο πληθυσμό. Ωστόσο, δεν παύει να είναι περιορισμένος. Αν η δημιουργία ικανοποιητικών βιοτικών πόρων έχει επιτευχθεί, η διαχείριση των αποβλήτων παραμένει ανεξέλεγκτη και σε λιγότερο από έναν αιώνα, η γη μας δεν θα είναι βιώσιμη. Ούτε για ανθρώπους ούτε για ζώα και φυτά. Το πρόβλημα περιπλέκεται, καθώς η υποχρεωτική ή αυτόματη μείωση της γεννητικότητας συνοδεύεται από αμείωτη ή αυξημένη γεννητικότητα κάποιων γειτόνων. Άνωθεν εντολές, διατάζουν: «Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και κατακυριεύσετε…»

Και προκύπτει η πρώτη εξειδίκευση της αριστοτελικής «μεσότητας». Απαιτούνται θετικές προτάσεις. Αντί: «όχι σε τούτο ή σε κείνο», «ναι, σ’ αυτό!». Απαιτείται π.χ. ανακατανομή του πληθυσμού. Δεν είναι ανάγκη να είναι συγκρουσιακή. Η τεχνολογία, που έχει επιτύχει θαύματα, οφείλει και μπορεί να στραφεί προς τη γονιμοποίηση των τεράστιων ερήμων, τροπικών και πολικών, ώστε να γίνει ανακατανομή του πληθυσμού. Και να αναπτυχθούν μέσα ανακύκλωσης των αποβλήτων, ώστε αυτό που κάνει υπομονετικά από εκατομμύρια χρόνια η Μάνα μας η Γαία να γίνεται με ταχύτερο ρυθμό, όσος απαιτείται για να συνεχισθεί το μοναδικό θαύμα της Ζωής πάνω της.

Όχι στην ανάπτυξη! Μα χωρίς ανάπτυξη, πεθαίνομε όλοι ή γινόμαστε οι αδύναμοι δούλοι (δηλαδή, άβουλοι) των ολίγων ισχυρών ως τη στιγμή της βίαιης κρίσης, μιας επανάστασης που καταστρέφει τυφλά τα πάντα. Αντί να φωνάζουμε «όχι στα πετρέλαια», να φωνάζουμε «ναι, στις ανεξάντλητες πηγές ενέργειες, ήλιο, ανέμους, κύματα, καλλιέργεια γης και θάλασσας». Κι αυτό όχι φωνασκώντας σε συγκεντρώσεις του όχλου, αλλά σε εργαστήρια παραγωγής σκέψης και σχεδιασμού και σε συγκεντρώσεις του δήμου που αποφασίζουν έλλογα. Υπενθυμίζω πως δήμος είναι, αντίθετα από τον όχλο, συγκροτημένο πολιτικό σώμα και συγκροτείται με ορισμένους κανόνες. Οι κανόνες καθορίζουν αυστηρά ποιος έχει το δικαίωμα να συγκαλέσει τον λαό, ποια θέματα είναι να συζητήσει ο λαός και πώς θα πάρει τις αποφάσεις του. Τους κανόνες αυτούς τους έχει θεσπίσει από την αρχή ο ίδιος ο λαός σε μεγάλη γενική συνέλευση γι’ αυτό ακριβώς το θέμα και με τη μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή και αποδοχή.

Ως εκ περισσού, θυμίζω ότι τέτοιοι αναπτυξιακοί κανόνες θα θεσπισθούν διεθνώς υποχρεωτικά, όταν η καταστροφή θα χτυπάει την πόρτα μας και ίσως τότε να είναι αργά. Έστω κι έτσι, η διεθνής ισχύς θα στηρίξει βιαστικά, οικονομικά και με κάθε άλλο τρόπο, εκείνες τις προτάσεις που θα είναι έτοιμες, άμεσα εφαρμόσιμες. Κι αυτό σημαίνει, εμείς να έχουμε έτοιμα σχέδια. Εξαρχής, διαθέτομε όσο πολύ λίγοι λαοί (όσο ακόμη υπολείμματα της πατρίδας μας είναι δικά μας) πολύ ήλιο, ανέμους, κύματα, τεράστια γεωγραφική ποικιλία. Η τριάδα των καθοριστών για τη λήψη έλλογων αποφάσεων, πόροι, ανάγκες, και τεχνογνωσία (υψηλό ποσό επιστημόνων που αιμορραγούν στο εξωτερικό) υπάρχει. Τι μένει; Μόνον η πολιτική βούληση. Τα σχέδια για την αξιοποίηση των στοιχείων της τριάδας, επείγει να γίνουν. Σχέδια είναι, ελάχιστα δαπανηρά, που οφείλουν να είναι έτοιμα πριν από άλλους, μόλις ηχήσουν οι διεθνείς σάλπιγγες, που ναι, είναι αδυσώπητα βέβαιο πως θα ηχήσουν, αλλά άγνωστο πότε.

Και φθάνουμε στα πολιτικά διλήμματα. Δεν θέλομε περισσότερο ή λιγότερο κράτος, αλλά καλύτερο κράτος. Ούτε περισσότερο ή λιγότερο συνδικαλισμό, αλλά καλύτερο συνδικαλισμό. Τέτοιες στάσεις απαιτούν να αποδεχθούμε, εκόντες άκοντες, ότι οι αποφάσεις θα λαμβάνονται από όλους, επιμένω από όλους, τους ενήλικες ανεξάρτητα από καταγωγή, πλούτο, μόρφωση, θρησκεία, πατρίδα κ.ο.κ., εννοώ ίσης αξίας βούληση όλων, εφόσον είναι βιολογικά ώριμοι, εξαιρώντας δηλαδή τους ανηλίκους κάτω από μια ηλικία. Σ’ αυτά τα άτομα θα πρέπει να εκτεθούν με κατανοητή σαφήνεια τα επιστημονικά τεκμήρια υπέρ και κατά μιας πρότασης από συμπολίτευση και αντιπολίτευση, και αυτός ο δήμος να αποφασίσει.

Στις διευκρινίσεις της «μεσότητας» του Αριστοτέλη χρειάζεται άλλη μία. Η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ σταθερή. Κάνει κύκλους όπως ο ιδανικός πνευματικός κόσμος του Πυθαγόρα και του Πλάτωνα κι όμως προχωρεί. «Οὐκ ἄν δίς τὸν αὐτὸν ποταμὸν μβαίης», έλεγε ο Ηράκλειτος. Ο Hegel και ο Marx συνδύασαν τις δύο απόψεις με το πρότυπο της έλιξης, στον πνευματικό κόσμο ο πρώτος, στον αισθητό κόσμο ο δεύτερος. Και ακόμη καλύτερα, ο VanderPol υποστήριξε ότι ο κόσμος εξελίσσεται με ταλάντωση. Υπάρχουν κρίσιμα σημεία, ουδοί, κατώφλια, μεταξύ των οποίων (μεσότητα) τα πάντα αλλάζουν με αρνητική βραδεία ανάδραση εναλλάξ με θετική ταχεία ανάδραση: Ταλάντωση. Κάθε πολιτικό-οικονομικός σχεδιασμός οφείλει να λαβαίνει υπόψη του μια τέτοια ταλάντωση. Για παράδειγμα, μια νέα πολιτική περίοδος, μεταξύ διαδοχικών αλλαγών βουλής και κυβέρνησης, αρχικά ακολουθεί ένα «καπιταλιστικό» αναπτυξιακό μοντέλο, στο οποίο μπορεί να πάρει αντιλαϊκά μέτρα χωρίς κλυδωνισμούς, καθώς βρίσκεται σε ανερέθιστη περίοδο, δηλαδή στην περίοδο χάριτος. Θα ακολουθήσει μια «σοσιαλιστική» φάση με στήριξη των εργαζομένων ανάλογα με την προσφορά τους, διότι αλλιώς θα υπάρξει πολιτική κρίση. Και θα τελειώσει με ένα «κομμουνιστικό» πρότυπο, στηρίζοντας όλους ανεξαιρέτως, εργαζομένους, επενδυτές, ανέργους, άντρες, γυναίκες, παιδιά, γέρους, ανάλογα με τις ανάγκες τους, ανεξάρτητα από την προσφορά τους στην κοινωνία. Εξαρχής στη συνέχεια. Η δημοκρατία αγρυπνά, ώστε να μη σφετερισθεί την εξουσία καμία από τις τρεις φάσεις.

*Ο κ. Δημήτριος Α. Σιδερής είναι ομ. καθηγητής Καρδιολογίας

ΦΡΟΝΗΣΗ

  • Δημ, Α. Σιδερής, ομ. Καθηγητής καρδιολογίας, dimitris.sideris@gmail.com
  • Κοινή Γνώμη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Τη λέξη «φρόνηση» τη χρησιμοποιεί ο Αριστοτέλης. Προέρχεται από τη «φρένα», το διάφραγμα, που θεωρούνταν έδρα των επιθυμιών, αλλά και του περιορισμού τους, σαν το φρένο που αναστέλλει τις ταχύτητες. Είναι το αντίδοτο της ύβρης.

Από την εποχή του Διαφωτισμού που οδήγησε στη Γαλλική επανάσταση καθιερώθηκαν δύο παρατάξεις, η δεξιά των εργοδοτών και η αριστερά των εργαζομένων. Η αντίθεσή τους γιγαντώθηκε με το Μαρξ και έγινε η κυρίαρχη ιδεολογία για πάνω από ένα αιώνα. Κάθε άλλη ιδεολογία ήταν παράγωγη αυτού του διπόλου. Τις τελευταίες δεκαετίες προέκυψε μια νέα, ανεξάρτητη, ιδεολογία, η οικολογία, χωρίς όμως καμιά εντυπωσιακή πολιτική παρουσία. Διάβαζα σχετική διάλεξη του Καστοριάδη του 1993. Βλέπει προφητικά τη λαίλαπα της μετανάστευσης που κατακλύζει ήδη Ευρώπη και ΗΠΑ. Ακόμη κι αν χρησιμοποιήσουν όλα τα μυδράλια που διαθέτουν, είναι ανίκανες να την αναχαιτίσουν. Οι ορδές των μισθοφόρων εξάλλου, πόσο θα υπακούν στους μισθοδότες τους; Το σημαντικό όμως που μιλάει είναι η οικολογία.

Ζούμε το θαύμα των φυσικών επιστημών. Έχουν αυτονομηθεί. Αν υπάρχει κάτι που μπορεί να γίνει, οι επιστήμονες θα το επιτύχουν. Και κανένας δεν ξέρει ούτε μπορεί να προβλέψει πώς θα χρησιμοποιηθεί. « ἂνθρωπος φύσει τοῦ εἰδέναι ὀρέγεται» (Αριστοτέλης). Και η όρεξη για γνώση είναι ακαταμάχητη, όσο και η όρεξη για φαγητό. Σπάνια αντιστέκεται ένας επιστήμονας σ΄ αυτή την όρεξη. Ο Χάιζεμπεργκ στη ναζιστική Γερμανία δεν συνέβαλε, λέγεται, στην κατασκευή της ατομικής βόμβας, ενώ μπορούσε. Η συμβολή του θα είχε αλλάξει την πορεία του κόσμου. Αντίθετα, οι Οππενχάιμερ και Ζαχάρωφ συνέβαλαν στην κατασκευή της και έκαναν δημόσιες δηλώσεις εκφράζοντας τύψεις για το έργο τους. Το έγκλημα όμως είχε συντελεσθεί. Φυσικά, αν δεν ήταν αυτοί, θα ήταν κάποιοι άλλοι. Το αποτέλεσμα υπήρξε καταστροφικό. Οι δικαιολογίες ότι με την ατομική βόμβα τέλειωσε πιο γρήγορα ο πόλεμος και ότι χωρίς αυτήν θα είχαν σκοτωθεί περισσότεροι άνθρωποι, είναι ανοησία που δεν αίρει το γεγονός ότι εκτελέσθηκαν χωρίς δυνατότητα άμυνας εκατοντάδες χιλιάδες άμαχοι, που, αυτοί, δεν απειλούσαν κανέναν. Τώρα πια δεν είναι στο χέρι των επιστημόνων να ανακαλέσουν τη γνώση που πρόσφεραν στον κόσμο με τον κίνδυνο αφανισμού της ζωής ολόκληρης πάνω στον Πλανήτη. Τώρα είναι στα χέρια της πολιτικής. Κι αυτή τα τελευταία χρόνια έχει παραδοθεί στα χέρια της οικονομίας.

Οι φυσικές επιστήμες δεν πέτυχαν όμως μόνο τον όλεθρο. Πέτυχαν και την παράταση της ζωής. Χάρη στην ιατρική επιστήμη, αλλά όχι μόνο. Ο κυριότερος μαζικός φονιάς των ανθρώπων, ο λιμός, έχει καταπολεμηθεί σημαντικά, χάρη στις νεότερες μεθόδους παραγωγής τροφίμων και άλλων αγαθών αναγκαίων για την επιβίωση. Καλό αυτό! Ως ποιο βαθμό; Αναρωτιόταν παλιότερα η φιλοσοφία: «Ζούμε για να τρώμε ή τρώμε για να ζούμε;» Σήμερα ισχύει: «Ζούμε για να παράγουμε ή παράγουμε για να ζούμε;» Η αύξηση της μακροζωίας είναι παγκόσμια, αν και η διαφορά μεταξύ πλούσιων και φτωχών χωρών παραμένει. Το προσδόκιμο επιβίωσης στις πλούσιες χώρες παρατάθηκε από 76 χρόνια το 1990, στα 80 το 2009, αλλά και στις φτωχές από 52 στα 57 στο ίδιο διάστημα. Αποτέλεσμα είναι ο υπερπληθυσμός. Η φοβία από τη Ρωμαϊκή εποχή και τον Malthus ότι η γη δεν θα μπορεί να θρέψει τον πληθυσμό δεν έχει δικαιωθεί. Όσο αυξάνεται ο πληθυσμός της γης, τόσο αυξάνεται και η παραγωγή – και περισσότερο. Κι όμως ο κίνδυνος μεγεθύνεται. Η μεγάλη παραγωγή και κατανάλωση συνεπάγεται άθροιση τοξικών αποβλήτων που ο πλανήτης μας δεν προλαβαίνει πια να ανακυκλώσει. Τα τοξικά προϊόντα ρυπαίνουν στεριά, αέρα και θάλασσα. Χιλιάδες ζωικά είδη εξαφανίζονται μέσα σε λίγα χρόνια. Σε λίγο θα εξαφανισθεί και το ανθρώπινο είδος. Αν δεν ληφθούν κρίσιμα μέτρα σήμερα, σε 100 χρόνια η μέση θερμοκρασία του πλανήτη θα έχει αυξηθεί κατά 10ο C που είναι ασύμβατη με την ανθρώπινη ζωή. Τι κάνομε; Ακόμη κι αν η αιτία δεν είναι αμιγώς ανθρώπινη, η ανθρώπινη παραγωγή αποδεδειγμένα την επιδεινώνει.

Προφανώς πρέπει να ανασταλεί ο ρυθμός της ανάπτυξης. Πρέπει να πάψουν να καταστρέφονται μαζικά οι μεγάλοι βιότοποι από τη ζούγκλα του Αμαζονίου ως τους θαλάσσιους παραδείσους οπουδήποτε στον κόσμο. Για να συμβεί κάτι τέτοιο, που θίγει γιγάντια συμφέροντα, απαιτείται ασύλληπτη βία. Και δεν αρκεί. Με την περιστολή της ανάπτυξης θα αρχίσει πάλι να βραχύνεται το προσδόκιμο επιβίωσης παντού και ο κόσμος θα διαμαρτύρεται με μαζικές ασυγκράτητες μεταναστεύσεις και με κάθε δυνατή βία. Ο έλεγχος της κατάστασης απαιτεί λοιπόν μια παγκόσμια δικτατορία που θα επιβάλει την παγκόσμια βία πάνω στους πάμπλουτους και στους πάμπτωχους που θίγονται καίρια όλοι με τέτοια μέτρα. Ή μήπως όχι; Υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις;

Φοβούμαι πως οι λύσεις για ένα τέτοιο παγκόσμιο πρόβλημα βρίσκονται στα όρια της φαντασίας. Κι όμως υπάρχουν. Μια λύση είναι η Δημοκρατία. Συνήθως ταυτίζομε τη δημοκρατία με την ελευθερία. Όταν όμως ο καθένας κάνει ό,τι θέλει καταλήγει στην αυτοκαταστροφική αναρχία. Η Δημοκρατία μπορεί να είναι αμείλικτη, εξίσου όσο και μια δικτατορία. Τέτοια ήταν η αρχαία δημοκρατία στην ακμή των Αθηνών. Τα στραβοπατήματά της αυστηρότητάς της ήταν συχνά, με κορυφαίο την θανάτωση του Σωκράτη. Η διαφορά είναι ότι στις μοναρχίες οι αποφάσεις λαμβάνονται από ένα άτομο, στις ολιγαρχίες από λίγους, ενώ στη δημοκρατία από το σύνολο του λαού με ενεργητική συμμετοχή του. Μια καθολική απόφαση λοιπόν των πολιτών της γης για έλεγχο της ανάπτυξης είναι η μόνη που μπορεί να επιτύχει το ακατόρθωτο με τη μικρότερη βία. Η άλλη λύση βρίσκεται αλλού. Η ανάπτυξη επιτυγχάνεται χάρη στις φυσικές επιστήμες. Με τις γνώσεις που παράγουν μπορούν να αντισταθμίζονται οι φυσικοί νόμοι, ακόμη και η βαρύτητα. Υπάρχουν όμως και οι κοινωνικές επιστήμες. Οι γνώσεις που παράγουν μπορούν να αντισταθμίσουν τους κοινωνικούς νόμους, που γίνονται όλο και πιο ασφυκτικοί όσο αναπτύσσονται οι φυσικές επιστήμες. Πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, κομβικό ιστορικό σημείο για την εξέλιξη της σύγχρονης ιστορίας, προηγήθηκε ο Διαφωτισμός στον οποίο υπήρχε ικανοποιητικά ισόρροπη ανάπτυξη φυσικών και κοινωνικών επιστημών. Σήμερα, οι κοινωνικές επιστήμες υπολείπονται, ενώ οι φυσικές αφηνιάζουν. Έμφαση στις κοινωνικές επιστήμες είναι υλοποιήσιμη. Μπορεί να δώσει γνώσεις τέτοιες ώστε να ξαναεπιβληθεί η πολιτική πάνω στην οικονομία και, με φρόνηση, να ελέγξει δημοκρατικά την αυτονόμηση των φυσικών επιστημών. Στόχος, η ανακατανομή αντί αναστολής της ανάπτυξης. Περιττό να τονίσω την αναγκαιότητα και των ανθρωπιστικών επιστημών, όπως στην κλασική αρχαιότητα, μόνο που η κατάδειξη αυτής της αναγκαιότητας είναι πιο δύσκολη παρά στις φυσικές και κοινωνικές επιστήμες.

Φρόνηση

Τρίτη άποψη. Μετάνειρα Πηλέας

Δημ. Α. Σιδερής* dimitris.sideris@gmail,com

Ηπειρωτικός Αγών, 16 Φεβρουαρίου 2018.

Η Τύχη πάντοτε επισκέπτεται τον καθένα μας και του χτυπά την πόρτα. Μόνο που δεν την αναγνωρίζομε. Και μπορεί να μην τη δεχθούμε. Η θεά η Δήμητρα, μεταμορφωμένη σε κακόμοιρη γριούλα, ζήτησε φιλοξενία από τη βασιλοπούλα της Ελευσίνας, τη Μετάνειρα. Ευσεβής η πριγκίπισσα, τη φιλοξένησε και την έκανε τροφό του γιου της, του Δημοφώντα. Κι η καλή θεά, για ν’ ανταμείψει την ευεργέτιδά της, κρυφά περνούσε κάθε βράδυ από την ιερή φωτιά το μικρούλη τον Δημοφώντα, για να τον κάνει αθάνατο. Και στην κρίσιμη βραδιά, την πήρε είδηση η Μετάνειρα, της έβαλε τις φωνές, την έδιωξε, αυτήν, τη Δήμητρα, τη θεά, κι ο Δημοφών έμεινε θνητός. Κι άλλη μια παρόμοια, πιο τραγική ιστορία. Μεγάλη τύχη! Η θεά η Θέτις ερωτεύτηκε το παλικάρι τον Πηλέα. Λαμπρός ο γάμος τους. Θεοί καλεσμένοι. Κι ο μεγάλος, ο προφήτης, ο ολόλαμπρος Απόλλων, έδωσε την ευχή του. Θα ζήσει χρόνια πολλά, τρισένδοξος ο γιος που θα ‘ρχόταν στο ζευγάρι. Κι η Θέτιδα, η θεά, περνούσε κι αυτή τον Αχιλλέα το γιο της από την ιερή φωτιά για να τον κάνει άτρωτο, όταν την είδε ο Πηλέας και της έβαλε τις φωνές. Κι η Θέτις δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει. Στη φτέρνα του μωρού απ’ όπου το κρατούσε πάνω από την ιερή φλόγα, το παιδάκι έμεινε τρωτό. Και δεν τέλειωσε εδώ το δράμα. Όταν σκοτώθηκε ο Αχιλλέας πληγωμένος στη φτέρνα, η Θέτις τραβούσε τα μαλλιά της. Και τα ‘βαζε με τον Απόλλωνα. Πού ήταν εκείνη την ώρα ο Λοξίας που προμάντευε μακρά ζωή για το καμάρι της; Και της απάντησαν, πως, μαζί με τους Τρώες, αυτός ήταν που τόξευσε τον Αχιλλέα!

Εμείς οι κοινοί θνητοί δεν αναγνωρίζομε την Τύχη όταν μας χτυπά την πόρτα. Κι εμπιστευόμαστε τους Μεγάλους, που στην πρώτη ευκαιρία μας προδίδουν και μας παραδίδουν στους εχθρούς μας. Και μας προειδοποιούν να μην εμπιστευόμαστε την Τύχη, όταν χτυπά την πόρτα μας, και να μην της φερθούμε ανθρώπινα, όπως πραγματικά της αξίζει.

Θυμάμαι… και τι να πρωτοθυμηθώ; Όταν μας χτύπησε την πόρτα η Τύχη, τότε που οι Οθωμανοί ήταν προ των πυλών και μεις δεν δεχθήκαμε τις σωτήριες προτάσεις της Δύσης: 1453. Και μείναμε τέσσερις αιώνες στην τιμωρία. Όρθιοι στο ένα πόδι. Κι ήρθαν ύστερα οι ομόδοξοί μας, το ξανθό το Γένος, κι έκαναν πόλεμο με τους Τούρκους και μας ξεσήκωσαν προφητεύοντας, σαν τον Απόλλωνα, τη σωτηρία μας. Και ξαφνικά, μας εγκατέλειψαν στα χέρια των σφαγέων μας: 1770. Μα και στα νεότερα χρόνια. Να τος ο κίνδυνος, ο ολοκληρωτισμός. Κι οι Μεγάλοι, οι ισχυροί σύμμαχοί μας, μάς πρόσφεραν τα πάντα για να απαλλαγούμε από τον κακό εαυτό μας, που τύχαινε να είναι και ο δικός τους εχθρός. Οι μισοί μας άρχισαν να σκοτώνουν τους άλλους μισούς μας. Και λίγο αργότερα, 1967, μας παρέδωσαν στον αντίθετο ολοκληρωτισμό, μαζί και με την τραγωδία της Κύπρου, που παραδόθηκε στους δικούς μας, τους προαιώνιους, εχθρούς…

Η Τύχη! Μας χτυπά την πόρτα. Αλλά είναι δική μας, ολόδική μας, η ευθύνη να την αναγνωρίσουμε και να την καλοδεχθούμε. Και δική μας η ευθύνη να μη δεχθούμε άκριτα τη «βοήθεια» των ισχυρών, σαν τον Απόλλωνα, που πάνω απ’ όλα, νοιάζονται για το δικό τους συμφέρον και τις δικές τους επιθυμίες και όχι για την τήρηση των προφητικών τους μεγάλων λόγων. Κι έχουμε πολλές δικαιολογίες για να δεχθούμε τις απατηλές φωνές που, σαν τις Σειρήνες, συλλαλούν στ’ αυτιά μας για να σκοτίσουν την κρίση μας.

Θα ‘ρθω πάλι στα δικά μας. Όχι, δεν είναι δυνατό να περιμένουμε τη σωτηρία από τους ομοδόξους μας, ούτε από εκείνους που νομίζομε πως έχουν κοινό με μας πολιτισμό. Όχι, δεν είναι εχθροί μας. Προς Θεού, ανάγκη τους έχομε όλους αυτούς, αλλά όχι να κάνουμε άκριτα ό,τι μας πιέζουν να κάνουμε. Σκέφτομαι. Σε όλη τη νεώτερη ιστορία μας, είχαμε μία μόνο ένδοξη περίοδο, πριν από έναν αιώνα. Αναγνωρίσαμε τότε πως ένας ήταν ο εχθρός μας. Και αποφασίσαμε να παραμερίσουμε τις μικροδιαφορές μας με τους λοιπούς γείτονές μας. Και χωρίς να ζητήσουμε την άδεια από τους θεούς, προχωρήσαμε με τους συμμαχικούς Βαλκανικούς Πολέμους. Που ήταν η αναλαμπή για το ντροπιασμένο έθνος μας. Και τώρα; Ποιος είναι ο εχθρός μας; Ποιος είναι εκείνος που ανοιχτά μας απειλεί; Που με την πιο επίσημη γλώσσα μας προειδοποιεί πως η άσκηση των διεθνών δικαιωμάτων μας θα είναι casus belli; Και καθημερινά παραβιάζουν ανενόχλητοι τα κυριαρχικά μας δικαιώματα στον αέρα; Και πού είναι οι συμμαχίες και οι φιλίες που ετοιμάζομε με τους γείτονές μας, παραμερίζοντας τις προσχηματικές διαφορές μας; Με όλους έχομε διαφορές. Και η υποχώρηση σ’ αυτές χαρακτηρίζεται βαριά σαν εθνομηδενισμός. Όμως, ποιος από αυτούς πραγματικά μας απειλεί;

Μας απειλούν βέβαια! Μόλις κάνουμε την παραμικρή υποχώρηση, θα εισβάλουν με όλο το μηχανοκίνητο οπλισμό τους (και με τα πέντε τανκς που έχουν), και ταυτόχρονα θα αποκλείσουν τη Θεσσαλονίκη από τη θάλασσα με τον ένδοξο, αήττητο στόλο τους και… (Δ.Κ. Κατσούδας). Ποιος πραγματικά μας απειλεί; Και ποιον πρέπει να φοβόμαστε και να προσέχουμε; Και με ποιον πρέπει να γίνουμε φίλοι, έστω κι αν κάνουμε κάποιους αναγκαίους, αμοιβαίους, συμβιβασμούς, που πάντοτε είναι απαραίτητοι για μια καλή γειτονία και μια αμοιβαία ευημερία;

Τα έχω ξαναγράψει (wordpress. dimitrissideris.com/Ενσωμάτωση μειονοτήτων, 11.07.17). Έσφαξαν Έλληνες στην κατοχή για να μας αποσπάσουν τη Θεσπρωτία. Τους ανταποδώσαμε, τους διώξαμε, τους καταδικάσαμε ως εγκληματίες πολέμου. Πολλές χιλιάδες. Όμως από όλο τον πόλεμο, καταδικάστηκαν στη Νυρεμβέργη ως εγκληματίες για τη δολοφονία πολλών εκατομμυρίων, καμιά εικοσαριά άτομα. Για μας εγκληματίες ήταν χιλιάδες, ανάμεσά τους γέροι, γυναίκες, παιδιά. Κι άλλη ιστορία που εκκρεμεί. Στο δικό μας εμφύλιο, κάποιοι ντόπιοι, εγκαταστημένοι εδώ και 14 αιώνες περίπου, ξεσηκώθηκαν όχι για να φέρουν τον αριστερό ολοκληρωτισμό, αλλά για να αποκτήσουν δική τους πατρίδα. Σε βάρος μας βέβαια. Τους νικήσαμε, τους διώξαμε. Κι όταν τελειώσαμε τον εμφύλιο πόλεμό μας, στη δεκαετία του 1980, επιτρέψαμε να επιστρέψουν στον τόπο μας μόνον όσοι δήλωναν Έλληνες. Κι οι λοιποί, με τα κόκκαλα των προγόνων τους, από 14 αιώνες που τους καλούν; Κάπου πρέπει να δούμε πιο ανθρώπινα όσους από τους γείτονές μας μάς έβλαψαν, κι εμείς τους βλάψαμε και να αναγνωρίσουμε ποιος είναι ο επικίνδυνος εχθρός μας και ποιοι μπορεί να είναι οι φίλοι μας. Μετάνειρα. Πηλέας. Η Τύχη χτυπάει την πόρτα!

*Ο κ. Δημήτριος Α. Σιδερής είναι ομ. καθηγητής Καρδιολογίας

Επιστημονικά επιτεύγματα

177. Επιστημονικά επιτεύγματα

Δημ. Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitris.sideris@gmail.co

Κοινή Γνώμη, 16 Φεβρουαρίου 2018

Σαφώς δεν έχω απάντηση. Φοβούμαι ότι μόνο η βούληση όλου του λαού έχει κύρος. Το δίλημμα: « Ό,τι είναι δυνατό να γίνει, κάποτε, σε άγνωστο χρόνο, θα γίνει· να γίνει όμως;» Οι επιστήμες, ιδιαίτερα οι φυσικές, αγωνίζονται από τον καιρό των Ελλήνων φιλοσόφων ή, μάλλον, από πολύ πιο παλιά, για να αντισταθμίσουν τους περιορισμούς που επιβάλλουν οι φυσικοί νόμοι στο αισθητό Εγώ. Και, ομολογουμένως, έχουν σημαντικές επιτυχίες, ιδίως στους τελευταίους δύο αιώνες. Έχουν παραγάγει γνώσεις που επιτρέπουν, όχι βέβαια να καταστρατηγηθούν, αλλά να αντισταθμισθούν οι φυσικοί νόμοι. Οι κοινωνικές επιστήμες, παρέχουν γνώσεις που μπορούν να καθορίζουν τους κοινωνικούς περιορισμούς. Οι γνώσεις όμως δεν έχουν ηθική. Ηθική είναι η βούληση της κοινωνίας. Και η βούληση πηγάζει αφενός από ερεθίσματα, τις υπάρχουσες γνώσεις, την υπάρχουσα επιστήμη, και αφετέρου από τις αυτόματες, περιοδικές σαν από ταλάντωση, επιθυμίες, όπως είναι όσες απορρέουν από φυσιολογικές ανάγκες, καθώς και από αυτοσχεδιαζόμενους σκοπούς. Τέτοιες είναι η πείνα, η δίψα, ο έρωτας, και όποιος σκοπός σχηματίσθηκε μέσα μας κοκ. Οι επιθυμίες έχουν κοινωνικό αντίστοιχο. Για παράδειγμα, η διαχείριση της κοινωνικής πείνας ονομάζεται οικονομία!

Η επιστήμη παρέχει τις γνώσεις που επιτρέπουν να ικανοποιηθεί καλύτερα η κοινωνική βούληση, η ηθική. Η επιστήμη δεν είναι ούτε ηθική ούτε ανήθικη, ούτε καλή ούτε κακή. Υπάρχουν κοινωνικές καταστάσεις που ανατρέπουν τελείως τους ηθικούς κανόνες. Ο φόνος είναι η πιο αποτρόπαιη πράξη. Αυτό όμως στην ειρήνη, διότι στον πόλεμο είναι αρετή! Τον τελευταίο αιώνα, η διάσπαση του ατόμου άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου. Μας επιτρέπει να διαγιγνώσκουμε και να θεραπεύουμε νόσους που άλλοτε θα ήταν ανίατες, αλλά και να εξοντώνουμε σε μια στιγμή μυριάδες αμάχους στον πόλεμο.

Τα τελευταία χρόνια βιώνομε καθημερινά ανήκουστα επιστημονικά επιτεύγματα, που σχετίζονται με τη γενετική ταυτότητα. Τα γενετικά μεταλλαγμένα προϊόντα εξαπλώνονται ταχύτατα. Αυξάνουν την παραγωγή τροφοδοτώντας την αγορά με αγαθά άφθονα και με επιθυμητές ιδιότητες. Τα σταφύλια που τρώμε σήμερα δεν έχουν κουκούτσια, αλλά ούτε και την πλούσια γεύση των παραδοσιακών. Έχομε ντομάτες όλο το χρόνο που δε νερουλιάζουν σε 2-3 μέρες, αλλά δεν έχουν άρωμα. Τα γαρύφαλλα είναι μεγάλα, με εντυπωσιακά χρώματα, αλλά δεν μυρίζουν όπως μας μάγευαν όταν ήμαστε παιδιά.

Προχωρώ από τα φυτά στα ζώα. Οι πόλεις μας έχουν αδέσποτα σκυλιά και γατιά. Η συντριπτική πλειοψηφία έχομε ευαίσθητες καρδιές και αγαπάμε τέτοια ζώα, που, μάλιστα, μας ανταποδίδουν πλούσια την αγάπη που τους δείχνομε. Ωστόσο, είναι συχνά και ενοχλητικά ως επικίνδυνα. Αδέσποτα (μερικές φορές και φύλακες) σκυλιά έχουν κατασπαράξει ανθρώπους. Τα ζώα μπορούν να μεταφέρουν αρρώστιες. Οι γάτες και οι σκύλοι είναι ιδιαίτερα καθαρά ζώα, οπωσδήποτε όμως μπορούν να αφοδεύουν στα πεζοδρόμια. Παλιότερα, ανεχόμαστε τις κοπριές αλόγων και γαϊδάρων στη μέση της πλατείας, διότι τα ζώα αυτά θεωρούνταν απαραίτητα, καθώς μάλιστα δεν ήταν αδέσποτα. Κι οι μύγες πλημμύριζαν τον τόπο, με όσες αρρώστιες μετέφεραν. Η λιγότερο ενοχλητική λύση που έχομε ανακαλύψει, δεν είναι βέβαια η φόλα, αλλά η στείρωση. Υπάρχουν όμως και τα άγρια ζώα, αρκούδες, αγριογούρουνα, λύκοι, τσακάλια, επίσης λιοντάρια, κροκόδειλοι πύθωνες σε άλλα μέρη. Ήταν παραδοσιακά εχθροί του ανθρώπου, επικίνδυνα όχι μόνο για τον ίδιο τον άνθρωπο, αλλά και για τα κοπάδια του. Ένας από τους λόγους που τιμήθηκαν οι ήρωές μας ήταν διότι απάλλαξαν τη Νεμέα από το φοβερό λιοντάρι, τη Στυμφαλία από τα τρομερά όρνια της, την Καλυδωνία από το φονικό κάπρο της κλπ. Σήμερα όμως τέτοια υπέροχα είδη κινδυνεύουν να εκλείψουν από τη γη μας. Μεγάλο πλήθος ειδών έχουν ήδη εξαφανισθεί. Και αυτό είναι μια ασύλληπτη και μη αναστρέψιμη απώλεια για τη μεγάλη πατρίδα μας τη γη όλων μας. Οι λύκοι και τα παρόμοια τρέφονται από πανέμορφα ζώα, όπως τα ελάφια, ζαρκάδια και κατσίκια, προστατεύοντας όμως έτσι το δάσος από τέτοια ζώα που, αν υπεραναπτυχθούν, τρώνε και εξαφανίζουν τα πολύτιμα δάση.

Και φθάνω στους ανθρώπους. Μπορούμε να αλλάξουμε τη γενετική των ανθρώπων και ολοένα θα γινόμαστε πιο αποτελεσματικοί σ΄ αυτό. Αν κάποιος γεννιέται με μια γενετική ανωμαλία, π.χ. μια κληρονομική πάθηση του αίματος, ευελπιστούμε ότι αλλάζοντας τη γενετική σύστασή του θα μπορούμε να εξασφαλίσουμε ότι τα παιδιά του δεν θα έχουν την ανωμαλία, αλλά και ο ίδιος δεν θα νοσεί απ΄ αυτήν. Μπορούμε να αλλάξουμε ακόμη και το φύλο του παιδιού, αν αυτό δεν είναι ικανοποιημένο από το φύλο που του έδωσε η φύση. Μπορούμε. Να το κάνουμε όμως; Η διεθνής τάση, στο δυτικό κόσμο που ζούμε τουλάχιστον, απαντά σαφώς, Ναι. Το νομοθετήσαμε κι εμείς. Εξομολογούμαι ότι καθόλου δεν μου αρέσει. Όμως, όπως μπορούμε να αλλάξουμε τη γενετική σύστασή μας, επειδή δεν θέλομε να είμαστε άρρωστοι, έτσι γιατί να μην αλλάξουμε τη γενετική σύστασή μας ως προς το φύλο μας, αν το θέλουμε, αφού μπορούμε; Αδυνατώ να δω ένα λογικό επιχείρημα, εκτός από το αυθαίρετο, το ότι δεν το θέλομε. Κι αυτό αποκτά ισχύ μόνον αν είναι το θέλω μιας ολόκληρης κοινότητας και όχι κάποιων ελαχίστων, ακόμη και εκλεγμένων εκπροσώπων, που, εκτός από τη βούληση του λαού, εκπροσωπούν και τη βούληση όσων τους στηρίζουν, των κομμάτων τους, των οικονομικών και επικοινωνιακών παραγόντων από τους οποίους εξαρτώνται κλπ.

Τα διλήμματα έχουν φθάσει στο κατώφλι μας, έχουν εισδύσει και μέσα στο σπίτι μας. Καθένας πρέπει να εκφράσει τη βούλησή του. Οι οικολογικές οργανώσεις δεν καλύπτουν πια τις ανάγκες μας ούτε η εκκλησία με τα τόσα και τόσα προβλήματά της. Ούτε φυσικά η πολιτική μας (που θα όφειλε να είναι κυρίως δικό της έργο), διότι δεν μας εκφράζει. Η μόνη ελπίδα μας είναι να ξανακάνουμε την πολιτική δική μας φωνή. Όπως ήταν μια φορά κι έναν καιρό στην εποχή και στον τόπο των προγόνων μας. Όπως τότε, χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια με πολλές θυσίες. Όμως είναι η μόνη ελπίδα. Προϋποθέτει πως, για να πάρουμε αποφάσεις, οφείλομε να ακούσουμε με μέγιστη προσοχή όλες τις απόψεις των επαϊόντων, που ασφαλώς θα διαφέρουν μεταξύ τους, αλλά την απόφαση να την πάρουμε εμείς όλοι. Οι ειδικοί ξέρουν, εμείς χρειαζόμαστε. Όπως σε ένα ορκωτό δικαστήριο, οι ένορκοι ακούν μάρτυρες, βλέπουν τεκμήρια, ακούν την τεκμηρίωση και από επαΐοντες, πολιτική αγωγή και υπεράσπιση, πειθαρχούν στην τήρηση της νομικής τάξης από τον νομομαθή Πρόεδρο, αλλά είναι αυτοί, κάποιοι ίσως αγράμματοι, που θα πάρουν αποφάσεις. Κι αυτές είναι οι πιο έγκυρες, πειστικές για όλο τον κόσμο

 

Τρίτη Άποψη Τάξη

Δημ. Α. Σιδερής* dimitris.sideris@gmail.com

Ηπειρωτικός Αγών, 9 Φεβρουαρίου 2018

Οι νόμοι της κλασικής φυσικής κατέρρευσαν πριν από ένα αιώνα με μία εξαίρεση: τον νόμο της εντροπίας. Αρκετά πολύπλοκος, αλλά εκλαϊκευμένα σημαίνει περίπου τούτο: Η τάξη στη φύση εξελίσσεται διαρκώς σε αταξία. Κι ωστόσο η Δημιουργία οργανώνεται συνεχώς από το χάος (αταξία) σε γαλαξίες, πλανητικά συστήματα, ζωή (σε ένα τουλάχιστον πλανήτη που ξέρομε καλύτερα), στον άνθρωπο που αναρωτιέται τι όλα αυτά να σημαίνουν. Αυτή η Δημιουργία οδεύει σταθερά από την αταξία προς την τάξη. Δημιουργία δεν είναι η εμφάνιση μιας ύπαρξης από το μηδέν. Δεν παραβιάζει τον νόμο της αφθαρσίας ύλης και ενέργειας. «Μηδέν ἐκ τοῦ  μὴ  ὂντος γίγνεται, μηδὲ  εἰς τὸ  μὴ  ὂν φθείρεται», έλεγε ο Δημόκριτος. Είναι η μετατροπή από την αταξία στην τάξη σε μια περιοχή. Μα πώς γίνεται; Η Φυσική δίνει σαφή απάντηση. Σε ένα κλειστό σύστημα είναι δυνατή η πορεία από την αταξία προς την τάξη, με βαρύ τίμημα: Σε ένα ευρύτερο σύστημα, που εμπεριέχει το κλειστό, η αταξία αυξάνεται περισσότερο.

Η τάξη είναι αναγκαία για την ύπαρξη. Σε κάθε έκφανσή της. Αν δεν υπάρχει τάξη, η ύπαρξη γίνεται ίδια με την περιβάλλουσα αταξία της και παύει να υφίσταται. Κι ωστόσο, η τάξη σημαίνει τελικά ακινησία. Όλα τακτοποιημένα. Αλλά η Δημιουργία, η κοινωνία για μας τους ανθρώπους, εξελίσσεται. Από την εποχή του Πυθαγόρα που πρωτοπαρατήρησε την τάξη σαν κυκλική κίνηση, με αντίποδα τον Ηράκλειτο που έβλεπε τη διαρκή ροή, ως τους Hegel και Marx που συνδύασαν τους δύο με συνεχή πορεία διαμέσου μιας ελικοειδούς κίνησης, ως τον VanderPol που είδε την περιοδικότητα όχι ως έλιξη, αλλά ως ταλάντωση, διαμορφώθηκε μια κατανοητή πορεία. Η φυσική και κοινωνική ιστορία προχωρούν με ταλάντωση, με εναλλάξ φάσεις τάξης και αταξίας.

Η τάξη είναι ωραία, άνετη, βολική. Την απολαμβάνομε, καθώς δεν έχει εκπλήξεις. Επιτυγχάνεται με μια ευρεία αρνητική ανάδραση. Αυτόματα, κάθε τάση για αλλαγή κινητοποιεί δυνάμεις που αντιτίθενται στην αλλαγή. Ωστόσο, έξω από το κλειστό σύστημα στο οποίο ζούμε, οι συνθήκες διαρκώς αλλάζουν και επιδρούν πάνω μας. Οι φυσικές επιστήμες διαρκώς ανακαλύπτουν τρόπους για να αντισταθμίζονται οι φυσικοί περιορισμοί του αισθητού (σωματικού) Εγώ μας. Αυξάνουν έτσι τις επιλογές μας, την ελευθερία μας. Απαιτούν, όμως, διαρκή εξειδίκευση των ατόμων κι αυτή συνεπάγεται αναγκαστικά διαρκώς αυξανόμενη εξάρτηση του ενός κοινωνικού Εγώ από το άλλο. Περιορισμός της κοινωνικής ελευθερίας μας. Κι οι κοινωνικές επιστήμες προσπαθούν (αγκομαχώντας πίσω από τις φυσικές) να ανακαλύπτουν τρόπους να αντισταθμίζονται οι κοινωνικοί περιορισμοί μας. Έτσι κι αλλιώς, οι εξωγενείς, φυσικοί και κοινωνικοί παράγοντες εξελίσσονται πέρα από τη βούλησή μας και πέρα από τις συνθήκες που έχουν προβλεφθεί στη διατήρηση της τάξης. Και τότε, η αθροιζόμενη αντίθεση μεταξύ δικαίου, της βούλησης των αρχόντων, που επιβάλλει νόμιμα τη σταθερότητα, και της ηθικής, της βούλησης της κοινωνίας, που ακολουθεί αυτόματα τις αντικειμενικές μεταβαλλόμενες συνθήκες, οδηγεί στη σύγκρουση. Σε μια κρίσιμη τιμή τέτοιας αντίθεσης, τον ουδό (=κατώφλι), η ποσοτικά αυξανόμενη αντίθεση μεταπίπτει σε ποιοτική αλλαγή. Απότομα, η αρνητική ανάδραση μεταβάλλεται σε θετική και ακολουθεί μια ταχεία φάση αταξίας. Για τη μετάβαση σε μια άλλη τάξη, ελπίζεται καλύτερα προσαρμοσμένη στις νέες συνθήκες.

Υπάρχουν καταστάσεις καλύτερες και καταστάσεις χειρότερες. Χείριστη, όμως, είναι η φάση της μετάπτωσης από τη μια στην άλλη. Μπορεί να σημαίνει πόλεμο, επανάσταση, δικτατορία κ.λπ. Κι όμως είναι αναπόφευκτη. Το μόνο που μας μένει είναι να την κάνουμε όσο γίνεται βραχύτερη και λιγότερο απάνθρωπη. Τώρα παίζει ρόλο η ποιότητα του νοητού Εγώ μας, η παιδεία μας. Η παιδεία που έχει διαμορφωθεί από τους γονείς μας, τα γειτονόπουλα, το σχολείο και, προπάντων, από τη δική μας αυτοκαθοδηγούμενη αναζήτηση. Είναι η επικρατούσα νοοτροπία μας. Ένα από τα πολλαπλά στοιχεία της επιζητούμενης νοοτροπίας είναι τούτο: Η τάξη είναι μέσο, όχι σκοπός. Είναι μέσο για να επιτύχει η κοινωνία τους σκοπούς της, την απόκτηση κοινωνικών εφεδρειών, πολιτισμού. Χωρίς τάξη αυτά δεν επιτυγχάνονται. Όταν από μέσο γίνεται σκοπός, είναι απλώς ωραία, άνετη, βολική. Η επιδίωξή της είναι έτσι ένας λαϊκισμός που, στη χειρότερη μορφή του, παίρνει τη μορφή της δικτατορίας. Όταν η αντίθεση νομιμότητας και ηθικής φθάσει σε συγκεκριμένο ουδό, η αταξία, η χείριστη φάση της μετάβασης, γίνεται αναπόφευκτη. Όταν η μεταβατική αταξία γίνεται για να ανατραπεί μια κακή κατάσταση, αυτό λέγεται τρομοκρατία. Όταν γίνεται για να μετατραπεί μια χειρότερη κατάσταση σε μια καλύτερη, αυτό λέγεται επανάσταση. Και οι δυο είναι βίαιες, αιματοβαμμένες φάσεις.

Πότε ακριβώς να κάνουμε την, αναπόφευκτη έτσι κι αλλιώς, επανάσταση, χωρίς να εκφυλισθεί σε τρομοκρατία; Πρώτο είναι να έχει φθάσει η αντίθεση νομιμότητας και ηθικής σε οριακή τιμή. Δεύτερο είναι να υπάρχει σαφές όραμα μιας άλλης καλύτερης κατάστασης από την παρούσα, όπου η βούληση των αρχόντων θα είναι πιο κοντά στη βούληση της κοινωνίας. Και τρίτο, να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας. Πάντοτε βέβαια με σημαντικό ρίσκο αποτυχίας, οπότε μια κακή κατάσταση μετατρέπεται σε χειρότερη. Από τη δική μας πρόσφατη ιστορία, η αριστερά επιδίωξε βίαια την επίτευξη μιας άλλης τάξης, κατ’ αυτήν καλύτερης. Προσπάθησε να αποφύγει τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά τον έκανε, όταν ήταν πια εξασφαλισμένη η ήττα της. Η δεξιά είχε την αμέριστη ενίσχυση των Αγγλοαμερικανών, ενώ η αριστερά είχε τη δηλωμένη απουσία υποστήριξης από τη Σοβιετική Ένωση: ούτε ένα βόλι, ούτε ένα ρούβλι, ούτε μια λέξη στις εφημερίδες της. Ταυτόχρονα είχε οικειοθελώς αφοπλισθεί, ενώ είχε παραδώσει στην αστυνομία έναν κατάλογο των «συνοδοιπόρων» της με την αποχή της στις εκλογές του 1946. Και ο εμφύλιος πόλεμος θεωρήθηκε τότε τρομοκρατία με το όνομα «συμμοριτοπόλεμος».

Εστία αναταραχής είναι τα ΑΕΙ. Απαράδεκτες καταστάσεις, όπου από ναός ανεξάρτητης παραγωγής γνώσης και τέχνης γίνεται οίκος εμπορίου ναρκωτικών, όπλων κ.λπ. Η αποκατάσταση τάξης είναι απλή. Την παραδίνομε στην αστυνομία ή, καλύτερα, στον στρατό. Τα τανκς εισβάλλουν στα ΑΕΙ, επιστρέφομε στις 17 Νοέμβρη 1973 κι η ιστορική εξέλιξη επαναλαμβάνεται. Θα έχουμε στο μεταξύ επιτύχει την τάξη και την υποδούλωση της γνώσης και τέχνης στον ολοκληρωτισμό του κράτους ή της «ελεύθερης» αγοράς. Ορθά φρονώ, στο πολίτευμά μας, η ανώτατη παιδεία και η εκκλησία αποτελούν αμιγώς ανεξάρτητα ολιγαρχικά συστήματα: Εκλέγουν μόνα τους τούς επικεφαλής τους. Οι λειτουργοί τους μπορούν, όπως κάθε πολίτης, να διατυπώνουν τις πολιτικές απόψεις τους, όχι όμως από τον άμβωνα ή την καθηγητική έδρα. Αντίστοιχα, οφείλει να τους παρέχει το κράτος τη δυνατότητα να επιβάλουν αυτοί την τάξη που οι ίδιοι προκρίνουν.

*Ο κ. Δημήτριος Α. Σιδερής είναι ομ. καθηγητής Καρδιολογίας

ΕΠΩΝΥΜΑ Ή ΑΝΩΝΥΜΑ;

Δημ. Α, Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitris.sideris@gmail.com

Κοινή Γνώμη, 6 Φεβρουαρίου 2018

176. Επώνυμα ή ανώνυμα;

Σκέφτομαι σημαίνει «κουβεντιάζω από μέσα μου», μου εξήγησε ο γιος μου, νήπιο τότε, όταν τον ρώτησα. Η ψηφοφορία είναι από τις κυρίαρχες πρακτικές, τόσο στις ολιγαρχίες όσο και στις, ανύπαρκτες σήμερα, δημοκρατίες. Πολλές φορές αναρωτήθηκα, τι είναι σωστό, η μυστική ή η φανερή ψηφοφορία;

Η φανερή ψηφοφορία είναι επώνυμη, επομένως υπεύθυνη. Ο ψηφοφόρος, εκφράζοντας τη βούλησή του, μπορεί να πείσει και άλλους να συμμερισθούν τη δική του άποψη. Από την άλλη, όταν ψηφίζω για την εκλογή ενός άρχοντα, κάτω από τον οποίον εγώ θα τεθώ, ενδέχεται με τη φανερή αρνητική ψήφο μου να προκαλέσω την οργή του εναντίον μου. Επηρεάζει την ψήφο μου φόβος που λείπει από τη μυστική ψηφοφορία. Γενική αρχή είναι, επομένως, ότι όταν ψηφίζουμε για εκλογή ενός άρχοντα, ψηφίζομε μυστικά, ανώνυμα, ενώ για την εκλογή ενός αρχομένου, ψηφίζομε φανερά.

Ψηφοφορία όμως δεν γίνεται μόνο για εκλογή προσώπων, αλλά και για λήψη κάθε είδους αποφάσεων. Η διαφορά στην επώνυμη ψήφο των βουλευτών μεταξύ δημοκρατίας, με κληρωμένους βουλευτές (όπως στην αρχαιότητα) και σε ολιγαρχία με εκλεγμένους βουλευτές (όπως στις σημερινές ρεπούμπλικες συμπεριλαμβάνοντας τη δική μας Hellenic Republic), είναι ότι η άποψη των βουλευτών στην ολιγαρχία δεν γίνεται κατά συνείδηση, διότι οι βουλευτές είναι δεσμευμένοι διττά: Προς το κόμμα τους, αλλιώς δεν θα ξαναείναι υποψήφιοι και προς τους ψηφοφόρους τους, αλλιώς δεν θα τους ξαναψηφίσουν (πελατειακή σχέση). Έναντι της προγραμματισμένης προκατάληψης των βουλευτών στην ολιγαρχία, στη δημοκρατία, με ανέτοιμους κληρωμένους βουλευτές, υπάρχει μεγαλύτερος ευκαιριακός κίνδυνος δημαγωγίας. Η διαφορά μεταξύ της απόφασης μιας βουλής με κληρωμένους βουλευτές και μιας δημοσκόπησης με τυχαίους ερωτωμένους είναι ότι στη βουλή η γνώμη του κληρωμένου βουλευτή είναι επώνυμη και, επομένως, υπεύθυνη, ενώ στη δημοσκόπηση είναι ανώνυμη και ανεύθυνη. Ακόμη, στην κληρωμένη βουλή, οι άρχοντες (βουλευτές) έχουν προέλθει από το σύνολο, χωρίς εξαίρεση, των πολιτών. Στη δημοσκόπηση, οι ερωτώμενοι έχουν κληρωθεί από ένα υποσύνολο, με σύνθεση γνωστή μόνο στο δημοσκόπο. Άρα δυνητικά προκατειλημμένη.

Τι είναι όμως καλύτερο; Με την προσφιλή μου μέθοδο της αναγωγής σε άλλο επίπεδο, μεταβαίνω στην ψυχολογία. Από τις τρεις υποστάσεις του Εγώ μας, την αισθητή αντικειμενική, τη νοητή υποκειμενική και την κοινωνική, η νοητή είναι άβατη για όλο τον κόσμο, εκτός από το ίδιο το Εγώ. Κάθε προσπάθεια για βίαιο επηρεασμό της σκέψης και της βούλησης του νοητού Εγώ, όπως με βασανιστήρια, σωματικές ή ψυχολογικές πιέσεις, είναι κατάφωρα καταδικαστέα. Η βούληση όμως που προκύπτει από το ζύγισμα των ποικίλων εισερχόμενων γνώσεων ή και της αυτόματης ταλάντωσής της, κάποια στιγμή εκφράζεται πριν αρχίσει να επιδιώκεται η πραγμάτωσή της. Μόλις εκφρασθεί, γίνεται φανερή, έκθετη σε κινδύνους, αλλά και μόνον τότε με πιθανότητες επιτυχίας ή αποτυχίας.

Ανάλογα ισχύουν σε συσκεπτόμενες αθροίσεις του συλλογικού νου, όπως είναι, υπό ορισμένες τουλάχιστον συνθήκες, η βουλή, το υπουργικό συμβούλιο, μια επιτροπή δικαστών, επιτροπές σε εθνικό ή και διεθνές επίπεδο. Ενόσω διαρκεί η σύσκεψη, έχει κάθε δικαίωμα να γίνεται «κεκλεισμένων των θυρών». Κανένας δεν μπορεί να κατηγορήσει ένα σώμα, όσο συσκέπτεται, για αντιδημοκρατική συμπεριφορά ή μυστική διπλωματία. «Συ-σκέπτεται», «κουβεντιάζει από μέσα του»! Αν ερωτηθεί ο εκπρόσωπος της σύσκεψης, έχει δικαίωμα να μην απαντήσει, χωρίς να κατηγορηθεί ως αντιδημοκρατική η θέση του. Στη σύσκεψη, ο καθένας οφείλει να εκφέρει την προσωπική γνώμη του, ανεπηρέαστη από εξωγενείς δεσμεύσεις, που μπορεί να επηρεάζουν την απόφασή του. Όταν συνεδριάζουν οι ένορκοι για μια απόφαση, μπορεί να επηρεασθούν από τα ΜΜΕ που διακηρύσσουν πως ο «εγκληματίας» έκανε τούτο ή εκείνο, προδικάζοντας έτσι πως ο κρινόμενος είναι εγκληματίας. Όταν όμως έχει τελειώσει η σύσκεψη, αποφάσεις δεν πρέπει ακόμη να έχουν ληφθεί. Το εκφραζόμενο συμπέρασμα της σύσκεψης οφείλει να λάβει πλήρη δημοσιότητα, να συζητηθούν τα θέματα και σε όσο γίνεται ευρύτερο περιβάλλον, μεταξύ εκείνων που θα ωφεληθούν ή θα βλαφθούν από την εφαρμογή της βούλησης του συλλογικού νου. Και τότε μόνο να ληφθούν αποφάσεις από το σύνολο όσων ωφελούνται ή βλάπτονται με την ετυμηγορία των εκπροσώπων στη σύσκεψη. Το συσκεπτόμενο σώμα όμως ενδέχεται να είναι αυτό που λαβαίνει τις τελεσίδικες αποφάσεις, (π.χ. ορκωτά δικαστήρια). Τότε όμως, ορθά, υπάρχει δευτεροβάθμια κρίση ή και τριτοβάθμια. Μόνον τότε η απόφαση γίνεται αμετάκλητη. Υπενθυμίζεται ότι στα (αμιγή) ορκωτά δικαστήρια οι δικαστές έχουν κληρωθεί από το σύνολο των πολιτών, όπως γίνεται με τους βουλευτές της (ανύπαρκτης σήμερα) δημοκρατίας.

Σοβαρό πρόβλημα, πολύ δυσχερέστερο σήμερα παρά στην αρχαιότητα, είναι ότι τα συζητούμενα στις συσκέψεις απαιτούν συχνά ειδικές γνώσεις των συζητητών. Αυτοί, επομένως, δεν μπορούν να είναι κληρωμένοι από το σύνολο του λαού, αλλά εκλεγμένοι στη βάση των ικανοτήτων τους. Η εκλογή τους μπορεί να έχει γίνει από το συλλογικό νου, π.χ. μια κληρωμένη βουλή, αλλά από τη στιγμή που εκλέχθηκαν οφείλουν να είναι ανεπηρέαστοι για όσο γίνονται οι συζητήσεις ή διαπραγματεύσεις, ώσπου να τελειώσουν. Όταν τελειώσουν, τα συμπεράσματά τους θα τεθούν στην κρίση του δήμου. Και τότε, για την αποδοχή τους ή όχι, θα ληφθούν αποφάσεις που οφείλουν να είναι υπεύθυνες, με επώνυμη ψήφο. Σε μια δημοκρατία ή και ολιγαρχία τον τελικό λόγο σε κάθε αμφισβήτηση τον έχει ο δήμος, με δημοψήφισμα. Το δημοψήφισμα όμως (εκκλησία του δήμου) δεν παρέχει τη δυνατότητα για εκτενή συζήτηση, όπως μπορεί να γίνεται σε μια βουλή, με επώνυμα μέλη. Γι΄ αυτό, ο κανόνας είναι το δημοψήφισμα να ακολουθεί μιαν απόφαση της βουλής. Στατιστικά, ένα αποτέλεσμα 50% σε ένα τυχαίο (κληρωμένο) δείγμα του συνόλου έχει κάποιο σφάλμα. Στο σύνολο σημαίνει μια διακύμανση 46-54%. Επομένως, σε μια δημοκρατία, με κληρωμένους βουλευτές, μια απόφαση της βουλής με σημαντική πλειοψηφία είναι απίθανο να δώσει αποτελέσματα που θα ανατραπούν σε ένα δημοψήφισμα, που γίνεται έτσι περιττό. Όταν όμως η πλειοψηφία στη βουλή είναι οριακή (46-54%), εφόσον υπάρχει αμφισβήτηση, η λογική, αμετάκλητη λύση είναι το δημοψήφισμα.

Συμμετοχή μεγάλου πλήθους σε μια συγκέντρωση είναι το συλλαλητήριο. Το συλλαλητήριο, αντίθετα από το δημοψήφισμα, δεν λαβαίνει αποφάσεις. Είναι απλώς μέτρο πίεσης, μερικές φορές πολύ ισχυρής. Καθώς αποτελεί συγκέντρωση λαού, αλλά όχι του δήμου, ενέχει πολλά οχλοκρατικά στοιχεία. Ωστόσο, ιδίως στις ολιγαρχίες, αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα των πολιτών, για να αντισταθμίσει αυθαίρετες αποφάσεις που ευνοούν τις απόψεις της ολιγαρχίας που κυβερνά. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν υποκαθιστά τις αποφάσεις της βουλής και ενός δημοψηφίσματος, ενώ η οχλοκρατική φύση του ενδέχεται να οδηγεί σε θανάσιμα δυσάρεστες αποφάσεις.

 

Τρίτη Άποψη. Πόσο πουλιέται η ελευθερία;

ΤΟΥ ∆ΗΜΗΤΡΗ Α. ΣΙ∆ΕΡΗ* dimitris.sideris@gmail.com

Ηπειρωτικός Αγών, 2 Φεβρουαρίου 2018

«ΠΟΣΟ πουλιέται το φιλί στη ∆ύση στην Ανατολή;» Το γνωστό τραγούδι μάς λέει κάτι σημαντικό. Όχι πόσο πουλιέται το φιλί, αλλά ότι το φιλί πουλιέται. Τι είναι για πώληση;

Τα κίνητρα για να κάνουμε κάτι ταξινομούνται σε πέντε κατηγορίες (Maslow), που μπορούν να συμπτυχθούν σε τρεις, ανά ένα στις τρεις υποστάσεις του Εγώ μας. Το αισθητό από όλους Εγώ μας άρχισε να υπάρχει όταν ένα πατρικό σπερματοζωάριο ενώθηκε με ένα μητρικό ωάριο. Είναι ένα συγκρότημα ύλης και ενέργειας, αυτό που οι άλλοι παρατηρούν πάνω μας με τις αισθήσεις τους. Το νοητό Εγώ άρχισε να υπάρχει με τη γέννηση και είναι άμεσα αντιληπτό μόνον από τον εαυτό του. Οι άλλοι μόνο το νοούν, το συμπεραίνουν, παρατηρώντας τη συμπεριφορά του αισθητού Εγώ. Το κοινωνικό Εγώ, η αντίληψη που έχει η κοινωνία για τον καθένα μας, γεννήθηκε με την ένταξη καθενός μας στην κοινωνία του.

Ό,τι είναι αισθητό, είτε μάζα είναι είτε ενέργεια, μπορεί να μετρηθεί, να ζυγισθεί, να εκτιμηθεί. Είναι ανταλλάξιμο, πουλιέται. Δίνοντας τέσσερις κότες αγοράζω ένα κατσικάκι ή οκτώ ώρες έργο που εκτελώ με τους μύες μου κ.λπ. Το αισθητό Εγώ έχει σαφείς υλικές ανάγκες, τροφή, νερό, ένδυση, στέγαση και άλλα. Όλα αυτά αγοράζονται ή επιτυγχάνονται με ανάλωση ενέργειας από το ίδιο το άτομο. Αν δεν ικανοποιηθούν στοιχειωδώς, το άτομο πεθαίνει. Αλλά και το κοινωνικό Εγώ είναι ανταλλάξιμο. Η κοινωνία αποτελείται από ρόλους. Κάθε μέλος της κοινωνίας διαδραματίζει διαφορετικό ρόλο, άλλα όλοι μαζί επιτελούν κοινό έργο. Στο κοινωνικό (επαγγελματικό κυρίως) ωράριο του καθένας επιτελεί όχι ό,τι θέλει, αλλά ό,τι του επιβάλλει ο ρόλος του. Αλλιώς αποβάλλεται από την κοινωνία του (απόλυση, εξορία, φυλακή, εκτέλεση), που σημαίνει κοινωνικό θάνατο ή αφανισμό. Οι ανάγκες του κοινωνικού Εγώ, όπως η κοινωνική αναγνώριση, η αγάπη, η επικοινωνία, δεν είναι τόσο εύκολα μετρήσιμες όσο του αισθητού Εγώ, πάντως είναι όλες αντικειμενικά παρατηρήσιμες. Αν είμαι πλούσιος, μπορώ σχετικά εύκολα να αγοράσω την κοινωνική αναγνώριση ή την αγάπη κι οπωσδήποτε το φιλί με το καράβι από τη Χιο· αν είμαι φτωχός πιο δύσκολα. Μένει το νοητό Εγώ.

Στο νοητό Εγώ υπάγονται όλες οι λειτουργίες που παραδοσιακά εντάσσουμε στη δυσκολονόητη και ασαφώς οριζόμενη ψυχή. Από παλιά (Πλάτων), παρατηρήθηκε πως, όπως όλα τα συστήματα, αποτελείται από μια είσοδο, μια έξοδο κι ένα ενδιάμεσο συνδετικό στοιχείο που επιφέρει την αντιστοιχία μεταξύ εισόδου και εξόδου. Η φύση των εισερχόμενων σημάτων δεν έχει σχέση με τη φύση των εξερχομένων, αλλά υπάρχει, αδρή τουλάχιστον, ποσοτική αντιστοιχία. Βάζω στην είσοδο μιας ζυγαριάς ένα βάρος και στην έξοδό της παίρνω έναν αριθμό, ας πούμε 1. Βάζω ύστερα διπλάσιο βάρος και παίρνω τον αριθμό 2. Άλλη η φύση του βάρους κι άλλη του αριθμού. Στην ψυχή η είσοδος λέγεται γνώση (ή λόγος), η έξοδος βούληση και το ενδιάμεσο στοιχείο συναίσθημα (συγκίνηση, θυμός, στάση, διάθεση). Καμιά αντιστοιχία μεταξύ της φύσης των εισαγόμενων σημάτων, που είναι μορφές ενέργειας, η οποία στα αισθητήριά μας διαμορφώνεται σε ηλεκτρική διέγερση και της φύσης της εξόδου που είναι είτε μυϊκή ενέργεια είτε έκκριση. Αυτό που δεν είχαν προσέξει οι παλιότεροι είναι ότι το συναίσθημα και η βούληση διεγείρονται όχι μόνο από τη γνωστική είσοδο, αλλά και αυτόματα σαν ταλαντωτές, όπως το ρολόι δίνει σήματα χωρίς να παίρνει ερεθίσματα από πουθενά. Περιοδικά, χωρίς ερέθισμα, διψάμε, πεινάμε, νυστάζουμε κ.λπ. Κίνητρο του νοητού Εγώ είναι η αυτοπραγμάτωση, να γίνει ο καθένας ό,τι ονειρεύεται για τον εαυτό του. Διέπεται από τη φαντασία που δεν έχει ούτε φυσικούς ούτε κοινωνικούς περιορισμούς, που διέπουν το αισθητό και το κοινωνικό Εγώ αντίστοιχα. Από το νοητό Εγώ διαμορφώνεται η ελευθερία της βούλησης.

Προφανώς, η αυτοπραγμάτωση δεν μπορεί να ισχύσει, αν δεν ικανοποιούνται στο ελάχιστο τα κίνητρα του αισθητού και του κοινωνικού Εγώ. Όταν κάποιος με στραγγαλίζει, εγκαταλείπω κάθε δικό μου σκοπό, ακόμα και το όνειρο της ελευθερίας μου. Το ίδιο αν η κοινωνία με αποβάλλει. Ωστόσο, παραμένει ότι η βούλησή μου δεν πουλιέται χωρίς εγώ, ο νοητός Εγώ, να το επιτρέψω. Ακόμη και αν βασανίζομαι για ν’ αποκαλύψω τους μυστικούς συντρόφους μου, δε θα το κάνω, αν δεν το θέλω. Η ελευθερία δεν είναι για πούλημα.

Μετά το πέρας της αρχαϊκής φάσης, όταν ο άνθρωπος ζούσε σαν θηρίο από το κυνήγι και την καρποσυλλογή, με μόνους δεσμούς τους βιολογικούς μεταξύ μητέρας-τέκνου και μεταξύ εραστών, καθένας στηρίζεται στους άλλους: άρχισε η δομή και λειτουργία της κοινωνίας. Κάθε στήριγμα είναι και εξάρτηση, με αντίστροφη σχέση. Ανταλλάσσω τρόφιμα και ενδύματα προσφέροντας εργασία ή άλλα χρήσιμα αγαθά. Η ανταλλαγή διέπεται από γνωστικά στοιχεία κυρίως (πόσο πουλιέται το φιλί;), αλλά και από βουλητικά (πόση ανάγκη έχω;). Προσφέρω οτιδήποτε για λίγο νερό, αν διψάω στην έρημο.

Υπάρχει όμως και υποκλοπή της ελευθερίας της βούλησης, ιδίως στην «ανώριμη» περίοδο, όταν δεν έχουν αναπτυχθεί ακόμη οι σωματικές δυνάμεις και οι γενετήσιες επιθυμίες. Τα παιδιά έχουν αναπτυγμένη την ικανότητα να δημιουργούν εξαρτημένα αντανακλαστικά. Σ’ αυτή την περίοδο έχει τεράστια κοινωνική σημασία η κατευθυνόμενη ανάπτυξη εξαρτημένων αντανακλαστικών, δηλαδή η παιδεία, και το αντίστροφό της, η πλύση εγκεφάλου. Στην παιδεία, για κάθε παράσταση που προκύπτει μέσα μας, δημιουργείται αντανακλαστικά μεγάλο φάσμα άλλων παραστάσεων, έτσι που αυξάνονται οι επιλογές του Εγώ. Στην πλύση εγκεφάλου, για κάθε παράσταση δημιουργούνται αντανακλαστικά αναστολές για όλες τις δυνητικές παραστάσεις εκτός από μία. Ο λαός Μου, η θρησκεία Μου, το κόμμα Μου, η ομάδα Μου είναι πάνω από κάθε τι άλλο, über alles. Όποιος έχει αντίρρηση, πιστεύω ακράδαντα πως πάει να μου στερήσει την ελευθερία μου. Όποιος μου παρουσιάσει την ιστορία διαφορετικά από εκείνη που έμαθα στο σχολείο ή αμφισβητεί την ιδέα που έχω για την ελευθερία ή απλώς τον τρόπο που μιλώ ή γράφω, προσβάλλει τα ιερά και τα όσια. Είναι εχθρός μου, με απειλεί, δικαιούμαι να αμυνθώ και να τον βλάψω. Τον άπιστο!

Ελευθερία όμως δεν είναι μόνον αρνητικά, να μην κάνω ό,τι μου επιβάλλουν οι άλλοι, αλλά, προπάντων, θετικά, να κάνω ό,τι εγώ βούλομαι (Kant). Σε κοινωνικό επίπεδο συνδέεται άρρηκτα με την ισότητα. «Ἓν μὲν τὸ ἐν μέρει ἂρχειν καὶ ἂρχεσθαι…ἓν δὲ  τὸ  ζῆν  ὡς  βούλεταἱ  τις» (Αριστοτέλης). Δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς ισότητα, ούτε αντιστρόφως. Έστω και αν ο βαθμός ελευθερίας είναι αντίστροφος με εκείνον της ισότητας. Όπως είναι η σχέση στηρίγματος και εξάρτησης.

*Ο κ. Δημήτριος Α. Σιδερής είναι ομ. καθηγητής Καρδιολογίας