ΟΧΛΟΥ ΕΓΚΩΜΙΟ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Ηπειρωτικός Αγών, 23 Ιουλίου 2021

Έχομε συνηθίσει να βλέπουμε την έννοια του όχλου αρνητικά. Όχλος ονομάζεται το ανοργάνωτο πλήθος. Είναι περίπου συνώνυμος των λέξεων στίφος (στρατιωτών), συρφετός, μπουλούκι, ασκέρι, χυδαίος όχλος, (κοιν. λαουτζίκος, πόπολο, πλεμπάγια, λατ. turba, αντίθετα με την λέξη δήμος=λαός με την συνταγματική έννοια). Το ρήμα οχλώ συναντάται στον Όμηρο με την σημασία κινώ, διαταράσσω. Ο όχλος είναι άθροισμα ατόμων που παρουσιάζει μια ασταθή, ανορθολογική στάση και απουσία κοινωνικού αυτοελέγχου. Αποτέλεσμα αυτών των χαρακτηριστικών είναι οι αλόγιστες πράξεις βίας και παράνοιας που συνιστούν κυρίαρχο τρόπο έκφρασής του. Είναι, παρ΄ όλα αυτά, ένα φαινόμενο που απαντά υποχρεωτικά σε όλες τις κοινωνίες. Δεν γίνεται χωρίς αυτό. Ας το δούμε λίγο καλύτερα.

Το νοητό εγώ μας, η πλατωνική ψυχή, έχει τρία στοιχεία. Η γνώση συνδέεται με την αντικειμενική πραγματικότητα διαμέσου των αισθήσεών μας που την εμπλουτίζουν συνεχώς με νέες πληροφορίες. Η βούληση επίσης συνδέεται με την πραγματικότητα διαμέσου των μυών και των αδένων μας που την εκφράζουν με κίνηση ή έκκριση. Το συναίσθημα είναι το μόνο στοιχείο της ψυχής μας που δεν συνδέεται άμεσα με την πραγματικότητα, αλλά συνδέει τη γνώση με τη βούληση. Είναι το στοιχείο που έχει δύο όψεις εντελώς υποκειμενικές, την ευχάριστη, θετική και τη δυσάρεστη αρνητική. Με ποικίλη ένταση πιέζει τη βούληση να εκδηλωθεί. Διεγείρεται διττά. Είτε κινητοποιούμενο από τη γνώση και τότε ο Αριστοτέλης μιλά για προαίρεση είτε από αυτοδιεγειρόμενη βούληση, την Αριστοτελική όρεξη. Ανάλογα, από την κατάσταση του συναισθήματος το περιβάλλον γίνεται αντιληπτό ως φιλικό, όταν η βούληση πιέζεται συναισθηματικά να αυξήσει την ένταση των ερεθισμάτων που προσβάλλουν τις αισθήσεις μας ή ως εχθρικό, όταν συνδέεται με την τάση για απομάκρυνση των ερεθισμάτων. Ακόμη το περιβάλλον προσλαμβάνεται φιλικά όταν ευνοεί την αυτοϊκανοποίηση της βούλησης (π.χ. παρέχει τροφή στην πείνα, σύντροφο στην ερωτική διάθεση κλπ) ή αρνητικά όταν την εμποδίζει. Ο ρόλος της γνώσης, είναι κατά τον Πλάτωνα, να ελέγχει το συναίσθημα και τη βούληση. Σαν τον ηνίοχο που κυβερνά δυο ατίθασα άλογα. Προφανώς, απόλυτος έλεγχος είναι αδύνατος. Είναι αδύνατο να ελεγχθεί για πολύ η συνεχιζόμενη δίψα, πείνα κλπ.

Αντίστοιχα η κοινωνία έχει γνωστικό στοιχείο την επιστήμη, βουλητικό την ηθική και συναισθηματικό την τέχνη. Μια πολιτεία προκόβει όταν η λειτουργία της κατευθύνεται από την επιστήμη. Ωστόσο, μια πολιτεία “τέλεια” με απόλυτη κυριαρχία των επιστημονικών δεδομένων, είναι ένας ολοκληρωτισμός σαν εκείνον του “Μεγάλου Αδελφού” στο περίφημο έργο του G. Orwell. Όλες οι ανάγκες του αισθητού εγώ μπορεί να καλύπτονται, τα άτομα είναι έτσι ευτυχισμένα, αλλά δεν είναι ευδαίμονα. Με ποιες κοινωνικές εκδηλώσεις εκφράζεται το κοινωνικό συναίσθημα; Αναφέρθηκε ήδη η Τέχνη, με έργα εικαστικά στο χώρο και μουσικά στο χρόνο. Με την τέχνη αναφαίνεται το συναίσθημα του κόσμου, θετικό ή αρνητικό, και υποδεικνύεται η κάθαρση, έτσι που μπορεί να καθοδηγείται η επιστήμη στην αναζήτηση του τρόπου να λυθούν τα προβλήματα και η ηθική, με τη μορφή της πολιτικής να εφαρμόσει τις λύσεις. Παρ΄ όλα αυτά, ακόμη και σε μια ιδανική πολιτεία, επειδή αυτή αποτελείται από ανθρώπους και οι άνθρωποι σφάλλουν, το σύστημα δεν λειτουργεί πάντοτε. Το συναίσθημα τότε ξεχειλίζει, μετατρέπει το δήμο (μέρος του δηλαδή) σε όχλο. Και ο όχλος οχλεί. Συνηθισμένες εκδηλώσεις του είναι διαμαρτυρίες, πορείες, συλλαλητήρια, αποκλεισμοί δρόμων και λιμανιών, με συνοδές καταστροφές δημόσιων και ιδιωτικών έργων.

Ο ίδιος λαός, οργανωμένος, είναι δήμος, ανοργάνωτος είναι όχλος. Οργανωμένος σημαίνει ότι συγκροτείται με ορισμένους κανόνες που καθορίζουν αυστηρά ποιος έχει το δικαίωμα να συγκαλέσει το λαό, ποια θέματα είναι να συζητήσει ο λαός και πώς θα πάρει τις αποφάσεις του. Συζητώντας παίρνει αποφάσεις (σωστές ή λανθασμένες θα αποδειχθεί στο μέλλον) στη βάση επιχειρημάτων, με διαφορετική στάση του καθενός και συμπληρωματικό ρόλο τους. Αντίθετα, ο όχλος είναι ανοργάνωτος, μια αγέλη ανθρώπων, που χειραγωγείται εύκολα με μίμηση κάποιου αρχηγού, ο οποίος εκφράζει συνθήματα αντί επιχειρημάτων. Η συντηρητική στάση των μεγάλων προγόνων μας, όπως του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, θεωρεί ότι η οχλοκρατία προκύπτει από την εκφύλιση της δημοκρατίας, διότι στηρίζεται στην πλειοψηφία, που είναι οι πτωχοί και αμόρφωτοι και με το όπλο της πλειοψηφίας αποφασίζουν παραβιάζοντας κάθε νόμο. Από την άλλη, στη δημοκρατία, η βουλή αποτελείται από κληρωμένο δείγμα του συνόλου των πολιτών, έτσι που οι νόμοι που αποφασίζει είναι σύμφωνοι με τη βούληση του λαού, το δίκαιο τείνει να συμπίπτει με την ηθική και επομένως ο λαός δεν έχει κίνητρο να ενεργήσει παρά τους νόμους. Η σωστή δημοκρατία, με ανεξάρτητη κυβέρνηση εκλεκτών που εισηγούνται τους νόμους και δικαιοσύνη που αγρυπνά για την τήρησή τους, αποθαρρύνει την οχλοκρατία.

Ακόμη και στην ιδανική περίπτωση, με άριστη λειτουργία των 3 ανεξάρτητων εξουσιών, καθώς οι άνθρωποι σφάλλουν, ενδέχεται να μην ικανοποιείται το συναίσθημα του λαού. Και τότε είναι χρήσιμη μια εκδήλωσή του, ακόμη και με οχλοκρατικές εκδηλώσεις, όπως με συλλαλητήρια κλπ. Η εξουσία είναι αναγκασμένη ενίοτε να παίρνει αποφάσεις που είναι χρήσιμες για το μέλλον, αλλά απαιτούν θυσίες για το παρόν. Συχνά με το παρόν καθεστώς στις περισσότερες “ελεύθερες” χώρες γίνεται το αντίθετο, διότι οι κυβερνήσεις και η βουλή είναι υποχρεωμένες από το σύστημα να φροντίζουν το παρόν, να μοιράζουν αργομισθίες. Οπωσδήποτε, η αντοχή του πλήθους δεν είναι απεριόριστη. Και ο τρόπος έκφρασής της, όταν δεν εμφανίζεται στη βουλή, που λειτουργεί με διαβουλεύσεις, είναι ο οχλοκρατικός. Ο διεγερμένος όχλος μπορεί να ενεργεί για εντελώς παρανοϊκούς λόγους, όπως όταν διαδηλώνει για μια ποδοσφαιρική ομάδα (ομάδα ιπποδρόμου στα Ρωμαϊκά και Βυζαντινά χρόνια), αλλά, έστω κι έτσι, δεν μπορεί να αγνοηθεί ο ρόλος του για τη διαμόρφωση λύσεων από τη σκεπτόμενη κυβέρνηση.

Ανάμεσα στα αρνητικά που αναφέρθηκαν για τον όχλο και τις εκδηλώσεις του, πρέπει να σημειωθεί και κάτι το σπάνιο, σχεδόν τυχαίο, θετικό. Το συναίσθημα στην ψυχή μας καθορίζει την ένταση με την οποίαν πιέζεται η βούληση, ώστε να οδεύσει το άτομο προς την ευδαιμονία. Έτσι, παίζει τουλάχιστον ισότιμο ρόλο στη διαμόρφωση ενός οράματος, μιας φαντασίας, μαζί με το γνωστικό, το βουλητικό στοιχείο και τα αποθηκευμένα στη μνήμη δεδομένα. Αντίστοιχα, στον αδιαμόρφωτο όχλο ενδέχεται να υποκρύπτεται μια φαντασία δημιουργική, που να οδηγήσει σε πολιτικές αποφάσεις που, επεξεργασμένες, θα συμβάλλουν στην ανάδειξη νέας, ποιοτικά ανώτερης, κατάστασης. Η οχλοκρατική φοιτητική εξέγερση το Μάη 1978 στο Παρίσι σταμάτησε με ένα δημοκρατικό δημοψήφισμα, ενώ όσα σωστά κίνητρα υπήρχαν στον εξεγερμένο όχλο λήφθηκαν υπόψη από την επόμενη κυβέρνηση.

Ιεράρχηση ανθρώπων

Δημ. Α. Σιδερής, ομ. Καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris,wordpress.com

Πρωινός Λόγος, Τρίκαλα, 22 Ιουλίου 2021

Είμαστε τρισυπόστατοι. Η αισθητή, σωματική, υπόστασή μας γεννήθηκε με τη σύλληψή μας και είναι αισθητή από το περιβάλλον της. Η νοητή υπόστασή μας υπάρχει από τη γέννησή μας και δεν είναι αισθητή από άλλους, αλλά μόνο νοητή, συμπερασματικά, από τη συμπεριφορά μας∙ είναι άμεσα αντιληπτή μόνον από εμάς τους ίδιους. Η κοινωνική υπόστασή μας γεννήθηκε με μια κοινωνική τελετή, και αποτελεί τον τρόπο που μας αντιλαμβάνεται το κοινωνικό περιβάλλον μας. Αντίστοιχα, τα κίνητρά μας είναι τριών ειδών. Τα κίνητρα του αισθητού Εγώ μας είναι οι σωματικές, βιολογικές ανάγκες μας. Αν δεν ικανοποιηθούν πεθαίνομε. Τα κίνητρα του κοινωνικού Εγώ μας πηγάζουν από τις ανάγκες που μας επιβάλλει η συμβίωσή μας μες στην κοινωνία μας, η ανάγκη για αγάπη και αναγνώριση. Τα κίνητρα, τέλος, του νοητού Εγώ μας είναι οι σκοποί μας και οι επιθυμίες μας που πηγάζουν από μέσα μας και όχι από τις περιβαλλοντικές επιδράσεις, τις σωματικές ανάγκες ή τις κοινωνικές πιέσεις.

Αυτό που προπάντων ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα άλλα ζώα είναι η διαμόρφωση σκοπού, η αυτοπραγμάτωσή του. Ενώ η σωματική και κοινωνική υπόστασή μας περιορίζεται από τους φυσικούς/βιολογικούς και κοινωνικούς νόμους αντίστοιχα, η νοητή διέπεται από τη φαντασία που είναι χωρίς όρια. Και ο σκοπός, μια μελλοντική παράσταση, σχετίζεται άμεσα με την πολυσυζητημένη ελευθερία της βούλησης. Σαν τη φαντασία, είναι σχεδόν απεριόριστη.

Διαφορές μεταξύ ανθρώπων ως προς το αισθητό και το νοητό Εγώ τους υπάρχουν αναγκαστικά, αλλά, καθεαυτές, δεν είναι άνισες. Ιεραρχούνται στα πλαίσια του κοινωνικού Εγώ. Διαφορές υπάρχουν τόσο στο αισθητό όσο και στο νοητό Εγώ, ισότητα όμως ή ανισότητα υπάρχει μόνο στο κοινωνικό Εγώ. Ο πλούσιος, ο βασιλιάς, είναι ανώτεροι από τον πένητα ή το στρατιώτη και η κοινωνία τους παρέχει τα μέσα να ικανοποιούν ευκολότερα τους σκοπούς του νοητού Εγώ τους μέσα στα πλαίσια της κοινωνίας. Άνισοι είναι οι κοινωνικοί ρόλοι, που τους υποδύονται ισοδύναμα άτομα.

Η κοινωνική θέση μας χαρακτηρίζεται από το τι προσφέρομε στην κοινωνία. Υπάρχουν άνθρωποι που με τις δημιουργίες τους, την εργασία τους, προσφέρουν στην κοινωνία δυνατότητες να ευκολύνουν ή να απολαμβάνουν τη ζωή τους οι άλλοι. Καλλιτέχνες, μουσικοί, ποιητές, συγγραφείς, χορευτές, ζωγράφοι, γλύπτες και επιστήμονες, ιατροί, φυσικοί, νομικοί, γεωργοί, βοσκοί, ναυτικοί, τεχνίτες κλπ προσφέρουν το έργο τους να το απολαύσει το κοινό. Όλοι όμως έχουν την ανάγκη να κινήσουν τη προσοχή του κοινωνικού περιβάλλοντός τους. Αν δεν το κάνουν με το έργο τους, (δεν μπορούν; έτσι έχουν συνηθίσει;), το κάνουν προσφέροντας στην κοινωνία τον εαυτό τους, το σώμα τους. Είναι αυτοί που ντύνονται εξεζητημένα, παρδαλά, φέρουν στολίδια πάνω τους, έχουν ζωγραφισμένο το σώμα τους, κουνιόνται ασυνήθιστα για να κινήσουν την περιέργεια, την προσοχή, του κοινού. Τις περισσότερες φορές οι πρώτοι, που προσφέρουν το έργο τους νοιάζονται κυρίως για να ικανοποιήσουν τις εσωτερικές τάσεις τους, τους σκοπούς, την εκπλήρωση των ονείρων τους. Οι δεύτεροι, που επιδεικνύουν τη μορφή τους νοιάζονται κυρίως για να ικανοποιήσουν τις σωματικές ανάγκες του αισθητού Εγώ τους, τις σεξουαλικές και διατροφικές ανάγκες τους. Οι πρώτοι προσπαθούν να επικεντρώσουν τη προσοχή του περιβάλλοντός τους στο έργο τους, οι δεύτεροι στον εαυτό τους. Είναι νάρκισοι.

Οι δημιουργοί πνευματικού έργου πρέπει να ζήσουν. Ο σύγχρονος τρόπος είναι να πουλούν τα έργα τους, επιστημονικά ή καλλιτεχνικά. Δεν ήταν πάντοτε έτσι. Στην αρχαιότητα ήταν μέριμνα της πολιτείας. Η πολιτεία κάλυπτε τα έξοδα των εισιτηρίων στην τραγωδία (θεωρικά), ενώ τα της παράστασης, ιδίως του πολυάνθρωπου, πολυδάπανου χορού, πληρώνονταν υποχρεωτικά από πλουσίους, τους χορ-ηγούς. Αν κάποιος από αυτούς δυσφορούσε, θα έπρεπε ή να παραιτηθεί από τα προνόμια που του έδινε η τάξη των πλουσίων όπου είχε ενταχθεί ή να υποδείξει άλλον, κατά την άποψή του πλουσιότερο. Αν κι εκείνος αρνιόταν, όφειλαν να ανταλλάξουν τις περιουσίες τους (αντίδοση). Και τα εικαστικά έργα, ναοί, αγάλματα κλπ πληρώνονταν επίσης από την πολιτεία. Ο Παρθενώνας δεν έγινε από ιδιωτικές, αλλά από δημόσιες δαπάνες. Η πόλη ήταν καταστόλιστη, σε αντίθεση με τις ιδιωτικές κατοικίες (και τους ιδιωτικούς τάφους) που ήταν πολύ λιτές. Παρά ταύτα, η εκπαίδευση στην αρετή, την αιδώ και τη δίκη, γινόταν άλλοτε χωρίς πληρωμή των δασκάλων, όπως του Σωκράτη, και άλλοτε με πληρωμή τους από τους μαθητές, που γίνονταν έτσι ρήτορες στην πολιτική και στη δικαιοσύνη, όπως ήταν οι σοφιστές. Το ότι τέτοιους δασκάλους (σοφιστές, όχι σοφούς), παρά την εκτίμηση του έργου τους, συχνά τους περιφρονούσε η αριστοκρατία, οφειλόταν, υποστηρίζω, και στο ότι αμείβονταν για το έργο τους από τους μαθητές τους. Η κατάσταση άλλαξε με την πτώση της δημοκρατίας και, ιδίως, με τους Ρωμαίους και τους διαδόχους τους ως σήμερα. Ωστόσο, ούτε στην αρχαιότητα έλειψαν εκείνοι που, μη έχοντας την ικανότητα να παράγουν έργο άξιο της εκτίμησης της κοινωνίας, πρόσφεραν τον εαυτό τους, τον αισθητό εαυτό τους. Αυτοί ήταν οι κατά κάποιον τρόπο πόρνοι.

Ο Πλάτων ξεχωρίζει στο Συμπόσιό του σαφώς την ουράνια από την πάνδημο (αγοραία) Αφροδίτη. Η ειδοποιός διαφορά τους είναι ακριβώς ότι η πάνδημη εμπορεύεται το σώμα της, ενώ η ουράνια συνεπάγεται ανάταση του πνεύματος ως τον έρωτα του θείου.

Σήμερα, όχι σπάνια, βρισκόμαστε σε δίλημμα να κρίνουμε τους ανθρώπους, ιδιαίτερα όσους προσφέρουν κάτι διαφορετικό από αγαθά ή υπηρεσίες. Αυτά τα εκτιμούμε περίπου, ανάλογα και με τις ανάγκες μας και τα πληρώνομε. Τι γίνεται όμως με τους δημιουργούς πνευματικών έργων; Συχνά αυτοί που χαρακτήρισα «πόρνους» διότι πουλάνε τον εαυτό τους, είναι άτομα με ακραίες σεξουαλικές ή άλλες αποκλίσεις. Έτσι, τείνομε να ταυτίζομε τα δύο. Είναι όμως άσχετα. Μπορεί κάποιος να έχει ακραίες αποκλίσεις, αλλά να είναι ένας ιδιοφυής δημιουργός πνευματικού έργου. Όχι, αυτός δεν είναι πόρνος και, ως κοινωνία τον τιμούμε, είμαστε περήφανοι γι΄ αυτόν, δεν μας πέφτει λόγος για τις διαφορές του από τους άλλους.

Μένει βέβαια το ερώτημα για την αμοιβή των δημιουργών. Μετά την πτώση της δημοκρατίας στην αρχαία Ελλάδα, η κοινωνία πιέζει τους δημιουργούς να γίνουν έμποροι των έργων τους. Αλλιώς δεν επιβιώνουν. Το κράτος, αλλά προπάντων η τοπική αυτοδιοίκηση, εξακολουθεί να γίνεται χορηγός. Οι ιδιώτες χορηγοί δεν έχουν λείψει, αλλά κανένας δεν τους υποχρεώνει να χορηγούν. Είναι, ως ένα βαθμό, ιδιοκτήτες του παραγόμενου έργου. Μια αρμονική λειτουργία της κοινωνίας, απαιτεί ισόρροπη ανάπτυξη των φυσικών, κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών. Αυτό, ενδεχομένως, μόνο με αποκατάσταση της δημοκρατίας μπορεί να επιτευχθεί.

ΠΑΛΙΜΠΑΙΔΙΣΜΟΣ;

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Κοινή Γνώμη, 20 Ιουλίου 2021, dimitrissideris.wordpress.com

Τα Ιταλικά, τα Γαλλικά, τα Ισπανικά, τα Πορτογαλικά, τα Ρουμανικά μοιάζουν πολύ με τα Λατινικά, αλλά δεν είναι Λατινικά. Είναι βέβαια παιδιά της Λατινικής γλώσσας, αλλά δεν είναι η λατινική. Μήπως και η Νεοελληνική γλώσσα δεν είναι Ελληνική, αλλά παιδί της;

Κάθε ζωντανή ύπαρξη γεννιέται, αλλάζει και στο τέλος, οϊμέ, πεθαίνει. Αυτή η πορεία τεκμηριώνει ότι είναι ζωντανή. Τη στιγμή που θα πάψει να εξελίσσεται, πεθαίνει. Στη διάρκεια της διαρκούς αλλαγής ωριμάζει, γίνεται δηλαδή ικανή να αφήσει απογόνους. Η Λατινική πέρασε από όλα τα στάδια και τώρα είναι πεθαμένη. Κανένας λαός δεν τη μιλάει πια. Διατηρείται βέβαια στην καθολική εκκλησία, αλλά δεν αλλάζει. Διατηρείται μουσειακά, όπως ένα έργο τέχνης που έπαψε να στολίζει μια αίθουσα δεξιώσεων και εκτίθεται τώρα, με μεγάλο σεβασμό, σε μουσείο. Η Ελληνική γλώσσα, αντίθετα, δεν έπαψε ποτέ να μιλιέται από ένα λαό και να εξελίσσεται ακατάπαυστα από τον καιρό του Ομήρου και του Ησιόδου ως τις μέρες μας. Λέξεις ξεχνιόνται, νέες εμφανίζονται, η γραμματική της αλλάζει, ακόμη και το συντακτικό της, αν και με βραδύτερο ρυθμό αυτό. Η σημερινή γλώσσα μας δεν μοιάζει σε τίποτε με την αρχαία. Αν μας άκουγε ο Αγαμέμνονας να μιλάμε δεν θα καταλάβαινε τίποτε από όσα λέμε, όπως κι εμείς δεν θα τον καταλαβαίναμε. Ο Αθηναίος πολίτης δε μιλούσε τη γλώσσα του Ομήρου, όμως την καταλάβαινε. Οι Αλεξανδρινοί και οι Ευαγγελιστές μιλούσαν την “κοινή Ελληνική”, που διέφερε σημαντικά από εκείνη της κλασικής περιόδου, αλλά την κατανοούσαν. Ακολούθησε η κοινή Βυζαντινή του Ερωτόκριτου και των ακριτικών τραγουδιών κι αυτής συνέχεια είναι η γλώσσα που μιλάμε σήμερα, ενώ κανένας μας δεν καταλαβαίνει τον Όμηρο αν δεν έχει εκπαιδευθεί ειδικά.  Κι όμως η γλώσσα είναι ίδια. Πώς γίνεται;

Κάθε ζωντανή ύπαρξη γεννιέται, αλλάζει και στο τέλος, οϊμέ, πεθαίνει. Γεννήθηκα πριν από 8 δεκαετίες. Έχω φωτογραφίες της παιδικής μου ηλικίας. Κι αν τις συγκρίνω με τη σημερινή μου εμφάνιση, σε τίποτε δεν μοιάζω με εκείνη τη μακρινή μορφή. Βέβαια εγώ κι εκείνο το παιδί έχομε το ίδιο DNA, τα ίδια δακτυλικά αποτυπώματα, αλλά αυτά τα χαρακτηριστικά, ούτε εγώ τα καταλαβαίνω με τη νόηση ή τις αισθήσεις μου ούτε άλλος κανένας. Είναι εργαστηριακά ευρήματα, που πιστοποιούν την ταυτότητά μου. Κι όμως λέω ότι είμαι ο ίδιος άνθρωπος, όπως εκείνο το τόσο μακρινό παιδάκι, διότι, πρώτο, εγώ νοιώθω ότι είμαι ο ίδιος, δεύτερο, διότι όλο το έλλογο περιβάλλον μου, που κι αυτό αλλάζει κι εξελίσσεται, διαπιστώνει πως είμαι ο ίδιος και, τρίτο, επικουρικό, υπάρχει και η αντικειμενική εργαστηριακή απόδειξη που λέγαμε, DNA, δακτυλικά αποτυπώματα και άλλα σχετικά. Έτσι, ακριβώς, είναι και η γλώσσα μας. Η σύγχρονη γλώσσα ταυτίζεται με την αρχαία, διότι υπάρχει μια αδιάσπαστη συνέχεια και διότι έτσι εμείς το νοιώθομε. Η συνέχεια της γλώσσας μας τεκμηριώθηκε προπάντων από το Ν. Γ. Πολίτη. Όπως γράφει ο ίδιος “εις τα τραγούδια και τας παραδόσεις ο εθνικός χαρακτήρ αποτυπώνεται ακραιφνής και ακίβδηλος”. Ο γραπτός λόγος προαπαιτεί τη διδασκαλία από κάποιον που ασκεί ένα είδος βίας για να μαθευτεί. Έτσι, δεν είναι “ακίβδηλη” μαρτυρία. Οι παροιμίες και άλλα έθιμα μεταφέρονται από τον ένα λαό στον άλλον, έτσι που δεν αποτελούν “ακραιφνή” μαρτυρία ταυτότητας. Τα δημοτικά τραγούδια όμως μεταδίδονται προφορικά, από κάθε γενιά στην κατιούσα της και μπορούν όντως να αποτελέσουν τεκμήριο αδιάψευστο γλωσσικής ταυτότητας.

Παρά τα παραπάνω, υπάρχουν μερικοί που αγωνιούν να αποδείξουν την ομοιότητα της σύγχρονης γλώσσας μας με την αρχαία. Βλέπεις, υπάρχουν οι κακόπιστοι που αμφισβήτησαν την Ελληνική μας ταυτότητα, όπως ο Falmereyer και όσοι τον ακολούθησαν. Ίσως από αυτή την αγωνία παρακινούμενοι, προσπαθούν να βρουν ή να κατασκευάσουν επιφανειακές ομοιότητες με την αρχαία γλώσσα, όπως είναι η ιστορική ορθογραφία. Αυτή η προσπάθεια μου φαίνεται σα να προσπαθώ εγώ ο γέρος να φορώ περήφανος το ζιπουνάκι και τις χάντρες που φορούσα όταν ήμουν βρέφος για να δείχνω ότι είμαι ο ίδιος άνθρωπος. Αυτό βέβαια είναι παλιμπαιδισμός. Ο παλίμπαιδας δεν το καταλαβαίνει.

Σε κάποια φάση της ιστορίας μας επινοήθηκε η Ελληνική γραφή που ήταν τότε φωνητική. Καθένα από τα γράμματα και συμπλέγματα που σήμερα τα προφέρομε με τον ίδιο τρόπο (π.χ. η, ῃ, ι, υ, ει, οι, υι) τότε προφερόταν διαφορετικά, αλλιώς δεν υπήρχε λόγος να γράφονται με διαφορετικό τρόπο. “Ο μόνος λόγος ύπαρξης της γραφής είναι να παραστήσει τη γλώσσα” (F. de Saussure). Η σημερινή γραφή μας είναι αυτή που ταιριάζει στην παιδική ηλικία της γερο-γλώσσας μας, όχι στη σημερινή. Και η συνέχισή της, εντάξει δεν είναι, αλλά, θυμίζει παλιμπαιδισμό.

Δεν υπάρχουν σοβαρές αντιρρήσεις ότι η γλώσσα μας εξελίχθηκε χωρίς διακοπές από την αρχαιότητα ως σήμερα. Σε καμιά φάση δεν πέθανε η γλώσσα μας για να εμφανισθεί στη θέση της μια άλλη, όπως έγινε με τις νεο-Λατινικές. Η εξέλιξη αυτή σε επίπεδο λέξεων είναι το αντικείμενο της ετυμολογίας, κλάδου της γλωσσολογίας,. Η ετυμολογία έχει για τη γλώσσα την ίδια αξία που έχει η ιστορία για την πολιτική. Αντ΄ αυτού συχνά χρησιμοποιείται η ετυμολογία για να αποδείξει πώς πρέπει να γράφεται μια λέξη, αν πρέπει να γράφουμε “αεροπορία ή αεροπορεία”, διότι η λέξη προέρχεται από τον αεροπόρο και όχι από την “πορεία” που προέρχεται από το “πορεύομαι”, που περιέχει το “ε”, λες και ο αεροπόρος δεν πορεύεται κι αυτός στον αέρα. Η λεγόμενη ορθογραφία όμως είναι απλώς συμφωνία που αλλάζει κατά διαστήματα και ζητεί τεκμηρίωση από την ετυμολογία – δεν βοηθά αντίστροφα στη αποκάλυψη της ετυμολογίας, αφού η γραφή δεν είναι “ακίβδηλη”. Η μόνη ορθή γραφή (ορθογραφία) είναι αυτή που όσο γίνεται, αποδίδει πιστά τη γλώσσα, ακολουθώντας τη συλλογιστική του Saussure.

Εδώ αρχίζω αυτοκριτική. Αν είναι όπως τα λέω, γιατί εξακολουθώ να γράφω με την ιστορική ορθογραφία, που σχεδόν κανένας (ούτε εγώ) δεν την κατέχει και που είναι απλώς μια σύμβαση και όχι ορθή γραφή της γλώσσας μας; ‘Οχι, δεν είναι δειλία. Δεν θα έχει συνέπειες για μένα. Δεν διακυβεύεται κάποια σταδιοδρομία μου για να φοβάμαι. Όμως, πρωταρχικός σκοπός της γλώσσας είναι η επικοινωνία. Για να επικοινωνώ με τους ανθρώπους πρέπει να γράψω με το συμβατικό τρόπο, αλλιώς δεν θα δημοσιευθούν τα κείμενά μου. Εξάλλου, έχει δειχθεί ότι η κατανόηση κειμένων με φωνητική γραφή, αν και δεν υστερεί, όμως καθυστερεί σημαντικά συγκριτικά με των ίδιων κειμένων γραμμένων στην ιστορική ορθογραφία. Συγγνώμη!

ΠΟΙΟΣ ΤΟ΄ ΚΑΝΕ;

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Ηπειρωτικός Αγών, 17 Ιουλίου 2021

Δεν ξέρω πόσο αληθινή είναι η ιστορία. Mια δασκάλα της 6ης δημοτικού μπαίνοντας στην τάξη είδε καρφιτσωμένο στον πίνακα ένα προφυλακτικό. “Ποιος τόκανε;” Να τον βρει να τον τιμωρήσει, να ειδοποιήσει τους γονείς του. Μια άλλη δασκάλα, διαβάζοντας την ιστορία σχολίασε ότι αυτή θα τo θεωρούσε μια καλή ευκαιρία να εξηγήσει στους μαθητές της τις γενετήσιες σχέσεις, το ενδεχόμενο κύησης και τους κινδύνους σοβαρών νόσων.

Οι ερωτήσεις που αρχίζουν με τη λέξη: “Ποιος;” είναι πολύ σημαντικές. Ένας καθηγητής μου στο τότε Γυμνάσιο μας έλεγε πως “η φιλοσοφία αρχικά εξέταζε το “Ποίος, Πώς; και Διά τι”. Ύστερα διασπάθηκε. Με το “Ποιος;” ασχολείται η θεολογία, με το “Πώς;” η επιστήμη και με το “Διά τι;” η ηθική. Ήδη ο Μέγας Βασίλειος είδε τη διαφορά μεταξύ Ελληνικής φιλοσοφίας που εξέταζε το “Πώς;”  και του Χριστιανισμού που εξέταζε το “Ποιος;”. Αφού λοιπόν απαντούσαν σε διαφορετικά ερωτήματα, δεν βρίσκονταν σε αντίθεση. Έτσι με το Μεγάλο αυτό Άγιο και τους άλλους δυο εξίσου μεγάλους Ιεράρχες, έπαψε ο εξοντωτικός πόλεμος των Χριστιανών που είχε αρχίσει εναντίον της Ελληνικής σκέψης και προέκυψε αυτό που σήμερα λέμε “Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός”. Εννοώ το εξής. Γράφει η Γένεση: “Επεν Θες: Γεννηθήτω φς κα γένετο φς. Καὶ εἶδεν ὁ Θεός τὸ φῶς ὃτι καλὸν. Δεν περιγράφει η Γραφή τι συνέβηκε μεταξύ της ρήσης του Θεού και της εμφάνισης του φωτός. Μπορεί να πει κανένας ότι δεν συνέβηκε τίποτε, το χρονικό διάστημα μεταξύ των δύο ήταν μηδενικό, δεν υπήρχε Χρόνος. Όμως Χρόνος υπήρχε, αφού, κατά τη Γένεση πάντα, χρειάσθηκαν 6 διαδοχικές μέρες για να συντελεσθεί Δημιουργία. Αν δεν υπήρχε Χρόνος, θα γίνονταν όλα σε μια στιγμή. Η θρησκεία έρχεται να απαντήσει στο βασικό ερώτημα: “Ποιός;” Και απαντά σαφώς: “ Ἐγὼ  εἰμι Κύριος  ὁ  Θεὸς  σου“. Το τι έγινε, δηλαδή το “Πώς;” προσπαθεί να το απαντήσει η επιστήμη, αναγνωρίζοντας πως διαρκώς θα προχωρεί, χωρίς ποτέ να φθάσει στο τελικό τέρμα.

Η επιστημονική γνώση στηρίζεται στη διασταύρωση του νοητού με το αισθητό, της υπόθεσης με την παρατήρηση, της θεωρίας με την εμπειρία. Ο Θεός όμως δεν είναι αισθητός. “Θεόν  οὐδεὶς  ἑώρακε  πώποτε“, γράφει ο Ιωάννης. Εξορισμού δεν αποδεικνύεται επομένως επιστημονικά η ύπαρξή Του. Υπήρξαν μεγάλοι διανοητές που προσπάθησαν να αποδείξουν ότι υπάρχει Θεός με ποικίλα λογικά επιχειρήματα. Η προσπάθειά τους όχι μόνο έπεσε στο κενό, αφού ο Θεός δεν είναι προσιτός στην ανθρώπινη αίσθηση, αλλά και αποτυγχάνοντας να αποδείξουν την ύπαρξή Του, ενίσχυσαν την απιστία. Όμως ούτε η ανυπαρξία μπορεί ποτέ να αποδειχθεί λογικά. Μπορεί να υπάρχει κάτι που ακόμη δεν το έχομε βρει, δεν το έχομε δει, ακούσει, αγγίξει, οσφρανθεί, γευθεί. Επομένως, μάταιη είναι και η προσπάθεια να αποδειχθεί ότι Θεός δεν υπάρχει. Τι μένει; Να ξεχωρίσουμε εντελώς την επιστημονική γνώση από τη θρησκευτική πίστη. Στην πίστη φθάνομε χωρίς τη συμμετοχή των αισθήσεών μας. Είναι ο τέλειος, άφθαρτος κόσμος των Πλατωνικών ιδεών. Είναι η φωνή που μπορεί να ακούσει, μόνο καθένας, μέσα του, κάποια, απρόοπτη στιγμή, στην πορεία για τη Δαμασκό, να του λέει: “Τι με διώκεις;” Η ενασχόληση ακόμη σήμερα μερικών να αποδείξουν το υπερφυσικό με φυσικό τρόπο είναι μάταιη. Περιγράφουν π.χ. κάτι που καμιά επιστημονική γνώση δεν το ερμηνεύει. Όμως η παρατήρηση που έχουν κάνει για να το περιγράψουν ενέχει απαραιτήτως σφάλμα, όπως όλες οι αισθητές παρατηρήσεις. Και η αδυναμία να ερμηνευθεί σημαίνει απλώς ότι, αν η επιστήμη επιμείνει, κάποτε ενδέχεται να το ερμηνεύσει.

Εξέτασα παραπάνω τη σχέση του “Πώς;” με το “Ποιος;”. Τα πράγματα γίνονται πιο πολύπλοκά όταν εξετάσουμε συγκριτικά και το τρίτο ερώτημα, το “Διά τι”. Κάποιοι, κορυφαίοι διανοητές, όπως ο Σωκράτης, συνέχεαν τη βούληση με τη γνώση, το “Πώς” με το “Διά τι;”. “Κακὸς ἑκὼν οὐδείς“, από άγνοια γίνεται κάποιος κακός, αφού ο κακός βλάπτει τους άλλους και αυτοί αντίστοιχα θα βλάψουν αυτόν. Όμως, η γνώση προπάντων αυξάνει τη δύναμη κάποιου και αυτός μπορεί να τη χρησιμοποιήσει είτε για καλό είτε για κακό. Η γνώση για τη διάσπαση του ατόμου πρόσφερε μέγιστη ευεργεσία στην ανθρωπότητα, π.χ. με τη δυνατότητα να θεραπεύονται ορισμένοι καρκίνοι, αλλά και βλάβη με την ικανότητα να σκοτώνει σε κλάσμα δευτερολέπτου μυριάδες ανθρώπους. Η ηθική είναι βουλητικό στοιχείο, είναι η περιρρέουσα βούληση της κοινωνίας, ενώ η επιστήμη είναι η προσιτή στην κοινωνία γνώση. Και η βούληση μπορεί να προκύπτει ως συνέπεια της γνώσης, είναι η Αριστοτελική προαίρεση, που μπορεί να ταιριάξει με τη Σωκρατική αντίληψη. Προκύπτει όμως και αυτόματα, με ένα είδος ταλάντωσης, που εμφανίζεται υποχρεωτικά, περιοδικά, χωρίς να μπορεί να την αναστείλει καμιά γνώση, είναι η Αριστοτελική όρεξη.

Οι άνθρωποι, στην καθημερινή διαβίωσή μας έχομε ανάγκη να πάρουμε θέση απέναντι και στα τρία ερωτήματα. Για το τι θα κάνουμε, που προκύπτει από τη βούλησή μας, έχομε αναπτύξει στην παιδική μας ηλικία με την παιδεία μας το τι “πρέπει”, δηλαδή το εσωτερικευμένο “θέλω” της κοινωνίας. Κάθε στιγμή είναι διαφορετική από τις άλλες και επομένως, το απλό “πρέπει” που αφορά σε αρχές δεν μας αρκεί. Χρειαζόμαστε και κάποιον να μας υποδείξει τι να κάνουμε. Στην ανθρώπινη, αισθητή κοινωνία, αυτός ο κάποιος είναι η κοινωνία. Αυτή πρέπει να προσωποποιηθεί σε συγκεκριμένο “Ποιος”. Στην ιδανική περίπτωση είναι η δημοκρατική εξουσία αυτός ο “Ποιος;” που μας υπαγορεύει τα όρια των ενεργειών μας. Η κοινωνία είναι στην αντίληψη του κοινού ο επί γής Θεός. “Φωνή λαού, οργή Θεού”. Φυσικά, αυτά δεν ισχύουν αν η εξουσία δεν είναι δημοκρατική. Η εναλλακτική στάση είναι να βασισθούμε στην πίστη, αλλά αυτή υπαγορεύεται από τους “εκπροσώπους του Θεού”, για τους οποίους όμως δεν υπάρχει καμιά απόδειξη ότι Τον εκπροσωπούν. Ο Θεός έγινε αισθητός, διαμέσου του Υιού του. “Ἐν  ἀρχῇ  ἦν  ὁ  Λόγος,  καὶ  ὁ  Λόγος  ἦν  πρὸς   τὸν Θεόν,  καὶ  Θεός  ἦν  ὁ  Λόγος…  Καὶ  ὁ  Λόγος  σὰρξ  ἐγένετο.“. Δυστυχώς ο Κύριος δεν άφησε γραφή. Η πίστη, μη επιδεχόμενη απόδειξη, μόνη απόδειξη έχει ότι πείθει και άλλους. Οι άλλοι είτε πείθονται είτε εξοντώνονται. Σε όλες τις θρησκείες ισχύει. Μένει η δημοκρατική αρχή.

Και μένει για τα παιδιά η μετάδοση γνώσης τελείως ανεξάρτητα από την ηθική, όπως πώς πολλαπλασιάζονται τα έμβια όντα και τι πρέπει να κάνουν τα ανθρώπινα όντα, σχετικά με την αναπαραγωγική τους δραστηριότητα. Όχι η αδικαιολόγητη ποινή ούτε πως “θα το μάθουν οι γονείς σου”.

ΑΙΕΝ ΑΡΙΣΤΕΥΕΙΝ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Πρωινός Λόγος, Τρίκαλα, 1`5 Ιουλίου 2021

Αγαθός (καλός), αμείνων (βελτίων, κρείττων, καλύτερος), άριστος (βέλτιστος, κράτιστος). Τι σημαίνουν αυτά τα επίθετα και, προπάντων, τα παραθετικά τους; Καθένας γεννιέται με ικανότητες που του μεταβιβάστηκαν με την κληρονομικότητά του. Εκδηλώνονται με τα αντανακλαστικά του. Καθένας λίγο διαφορετικές από των άλλων. Από νωρίς του φυτεύονται από το περιβάλλον του κάποιες άλλες ικανότητες με το μηχανισμό των εξαρτημένων αντανακλαστικών, δηλαδή με απόκτηση κάποιων συνηθειών. Ως εδώ είναι διαφορές. Καμιά τους δεν είναι καλή ή κακή. Από νωρίς όμως αρχίζουν να προσλαμβάνουν μια “ηθική” σημασία, ανάλογα με το πόσο τον βοηθούν να επιβιώνει. Ο ισχυρότερος είναι καλύτερος από τον ασθενέστερο στο φυσικό αγώνα του αισθητού κόσμου για την επιβίωσή του. Βρίσκει πιο εύκολα τροφή και αποφεύγει πιο εύκολα να γίνει η λεία κάποιου άλλου.

Καθώς μεγαλώνει το ανθρώπινο ον, το περιβάλλον του ευρύνεται και οι κοινωνικές προκλήσεις γίνονται μεγαλύτερες. Η κοινωνία είναι δομημένη σε ρόλους, που καθένας τους, διαφορετικός από τους άλλους, συμβάλλει με τους υπόλοιπους στην επίτευξη κοινού σκοπού. Ανάλογα με τις ικανότητες καθενός, όταν έλθει η στιγμή να γίνει ενεργό μέλος της κοινωνίας, κάποιος είναι καταλληλότερος για ένα ρόλο, λιγότερο για άλλους, για τους οποίους άλλοι είναι πιο ταιριαστοί από αυτόν. Η διατήρηση της συνοχής της κοινωνίας απαιτεί κάποιοι ρόλοι να εξαρτώνται από άλλους και η κοινωνία να αποτελείται αντίστοιχα από άρχοντες και αρχομένους. Τώρα, οι φυσικές και επίκτητες διαφορές των ατόμων αρχίζουν να έχουν ηθική σημασία, ανάλογα με το ρόλο που αναλαμβάνει καθένας και αρχίζουν να είναι τα άτομα ίσα ή άνισα. Οι άρχοντες έχουν ευρύτερες δυνατότητες επιλογής από τους αρχομένους καθώς οι δεύτεροι είναι υποχρεωμένοι να υπακούν στους πρώτους, από τους οποίους εξαρτώνται. Η αριστεία αρχίζει να είναι κίνητρο για τον καθένα, ιδίως στη φάση που διαμορφώνεται η προσωπικότητά του.

Η αριστεία μπορεί να σημαίνει ειδίκευση σε ένα ρόλο, οπότε κάποιος επιχειρεί να είναι πιο κατάλληλος από τους άλλους για να τον αναλάβει· ή μπορεί να αφορά σε ευρύτητα ρόλων, έστω και όχι ως άριστος σε κάποιον, οπότε έχει περισσότερες δυνατότητες επιλογής. Ο πρώτος μπορεί να έχει μέγιστο βάθος γνώσεων, ο δεύτερος, ευρυμάθεια. Και οι δύο είναι πολύτιμοι στην κοινωνία.

Ως εδώ μιλάμε για την ένταξη του ατόμου στο φυσικό και στο κοινωνικό του περιβάλλον. Αυτή η ένταξη διευκολύνει τη φυσική και κοινωνική επιβίωσή του, όχι όμως επαρκώς την προσωπική του ικανοποίηση. Ο Maslow ταξινόμησε τα κίνητρα σε πέντε επίπεδα μιας πυραμίδας, που μπορούν να συνοψισθούν σε τρία. Στη βάση βρίσκονται τα φυσιολογικά κίνητρα, οι φυσιολογικές ανάγκες και αμέσως πιο πάνω η απειλή να υπάρξει έλλειμμα σ΄ αυτά. Στο τρίτο επίπεδο είναι η ανάγκη για αγάπη και στο τέταρτο η ανάγκη για κοινωνική αναγνώριση. Στην κορυφή βρίσκεται η τάση για αυτοπραγμάτωση, να κάνει κάτι κάποιος που ο ίδιος έχει επιλέξει σα σκοπό του. Πιο απλά, στα βασικά δύο επίπεδα βρίσκονται οι ανάγκες του αισθητού (σωματικού) Εγώ. Πιο πάνω είναι οι ανάγκες του κοινωνικού Εγώ (αγάπη, κοινωνική αναγνώριση) και στην κορυφή οι ανάγκες του νοητού Εγώ (αυτοπραγμάτωση). Η ισχύς των κινήτρων σε κάθε ανώτερο επίπεδο είναι μεγαλύτερη από εκείνη των κατωτέρων, με τον όρο, ότι αυτά τα κατώτερα ικανοποιούνται στοιχειωδώς.

Ο αγώνας για τη φυσική και κοινωνική επιβίωση σημαίνει μια αντιπαράθεση, που μπορεί να πάρει τη μορφή ανταγωνισμού, άμιλλας ή συνεργασίας. Στον ανταγωνισμό, όπως στην παλαίστρα, γίνομαι καλύτερος είτε βελτιώνοντας τον εαυτό μου είτε καθιστώντας τον αντίπαλο χειρότερο από εμένα. Νίκη μου είναι η ήττα του άλλου. Στην άμιλλα, όπως στο στίβο, γίνομαι καλύτερος από τους άλλους, χωρίς να επιδρώ πάνω τους. Είναι προφανές ότι η κοινωνία σα σύνολο προοδεύει περισσότερο με την άμιλλα παρά με τον ανταγωνισμό, αφού στο δεύτερο, κάποιοι νικούν και άλλοι ηττώνται, ενώ στην άμιλλα κάποιοι νικούν, αλλά οι υπόλοιποι δεν ηττώνται, απλώς δεν πρώτευσαν. Και εδώ υπεισέρχεται το κίνητρο της αυτοπραγμάτωσης. Παίρνω μέρος σε ένα αγώνα δρόμου. Εντάξει, δεν έφθασα πρώτος στο τέρμα. Όμως είμαι ενθουσιασμένος, διότι έφθασα στο τέρμα ταχύτερα από κάθε άλλη φορά. Έγινα καλύτερος από ότι ήμουν προηγουμένως.  

Αυτός ο στόχος να βελτιώνομαι διαρκώς, αδιαφορώντας για τη σύγκρισή μου με τους άλλους είναι εκείνος που όσο τον επιδιώκω πλησιάζω στην ευδαιμονία. Κι αυτό διότι η προσοχή μου δεν διασπάται στη σύγκριση με τους άλλους, τους οποίους φυσικά δεν ελέγχω, αλλά εστιάζεται στον εαυτό μου. Η επαφή με τους άλλους είναι απαραίτητη. Αν δεν είναι ανταγωνισμός ή άμιλλα, μπορεί να είναι συνεργασία, όπως σε μια ομάδα ορειβατών που αγωνίζονται να φθάσουν σε μια απάτητη κορυφή και ο ένας βοηθά τον άλλο, χωρίς ανταγωνισμούς ή πρωτιές.

Αναφέρθηκε ήδη ότι θεμελιώδεις ρόλοι σε μια πολιτεία είναι των αρχόντων που έχουν εξουσία και των αρχομένων. Οι πρόγονοί μας βρήκαν τη λύση να μη σημαίνει αυτή η διάκριση ανισότητα μεταξύ των πολιτών. Όλοι οι πολίτες, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη ιδιότητά τους εναλλάσσονται μεταξύ τους με κλήρο στους ρόλους εξουσίας. Αυτή η λύση έχει ασφαλώς περιορισμούς. Από τις τρεις εξουσίες, η εκτελεστική, των αρχαίων στρατηγών (σημερινή κυβέρνηση), χρειαζόταν ειδικές γνώσεις. Το ίδιο στα σύγχρονα αστικά και διοικητικά δικαστήρια, όπου το κύριο έργο τους είναι να διαπιστώσουν αν κάποια πράξη του δικαζομένου είναι σύμφωνη ή όχι με τους νόμους και, επομένως, απαιτείται οι δικαστές να γνωρίζουν τους νόμους. Η νομοθετική εξουσία όμως με τη βουλή ελέγχει αν οι εναλλακτικές λύσεις που προτείνουν οι πολιτικοί, κυβέρνηση και αντιπολίτευση, είναι σύμφωνες με τη βούληση του λαού, που, ως τυχαίο δείγμα του, είναι ο φορέας της. Κάτι ανάλογο ισχύει και στα ποινικά δικαστήρια όπου κρίνεται αν κάποιος έχει εκτελέσει ή όχι μια παράνομη πράξη. Κανενός νόμου η γνώση δεν απαιτείται για τέτοια κρίση. Αρκεί σε αυτές τις περιπτώσεις η ύπαρξη εντιμότητας και κοινού νου, ο οποίος, να σημειώσουμε, “δεν είναι τόσον κοινός όσον κοινώς νομίζεται” (Μέρμηγκας). Η παρουσία ή απουσία του είναι εξίσου πιθανή σε πλούσιους και φτωχούς, αριστοκράτες και πληβείους, μορφωμένους και αμόρφωτους.

Η πολιτεία μπορεί να επηρεάσει την απόκτηση της κατάλληλης παιδείας. Πέρα από τη μετάδοση κάποιων λίγων στοιχειωδών γνώσεων στο σχολείο, το παράδειγμα των δασκάλων είναι πολύ σημαντικό. Η ηθική ανταμοιβή παίζει ρόλο. Αν π.χ. επαινείται στο σχολείο όχι  όποιος έφερε τους καλύτερους βαθμούς, αλλά όποιος βελτιώθηκε περισσότερο από τους άλλους τον περασμένο χρόνο, ενισχύεται το κίνητρο για αριστεία χωρίς ανταγωνισμούς.

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Κοινή Γνώμη, 13 Ιουλίου 2021

“Φυσική” οικογένεια απαντά στα θερμόαιμα σπονδυλωτά. Είναι η μητέρα με τα παιδιά της. Βάζω σε εισαγωγικά τη λέξη “φυσική”, διότι δεν στηρίζεται αποκλειστικά σε φυσικά, αλλά και σε επίκτητα, εξαρτημένα, αντανακλαστικά, που μπορούν να αναπτύσσουν τα θερμόαιμα ζώα. Η μητρική έφεση είναι φυσική. Ορμόνες και νευρικό σύστημα αναπτύσσουν τα όργανα που επιζητούν τη μητρότητα. Ο προσανατολισμός της όμως σε συγκεκριμένο παιδί είναι επίκτητος. Η κλώσα είναι μητέρα των κλωσόπουλων που εκκολάφθηκαν από τα αυγά που επώασε, όχι εκείνα που γέννησε. Και στα θηλαστικά η μητέρα φροντίζει το παιδί που θηλάζει, όχι που γέννησε. Αν κάποιος αντικαταστήσει το παιδί που έτεκε με άλλο, αυτή θα είναι μητέρα εκείνου το οποίο θηλάζει.

Ο άνθρωπος από τροφοσυλλέκτης έγινε τροφοπαραγωγός. Τα δυο χέρια του και η ικανότητά του να σχηματίζει δευτεροβάθμια εξαρτημένα αντανακλαστικά, του επέτρεψαν να έχει έναρθρο λόγο αθροίζοντας γνώσεις όχι μόνο από τις δικές του εμπειρίες, αλλά και άλλων. Η “πρόοδος” έγινε μονόδρομος. Παραγωγή σήμαινε πως αποθηκεύονταν αγαθά που αυτοαναπαράγονταν κι ο άνθρωπος νοιαζόταν όχι για να χορτάσει την πείνα του, αλλά για να εξασφαλίσει πως στο μέλλον δεν ΘΑ ξαναπεινάσει. Τέτοια πολυτέλεια έφερε τη βία. Κάποιοι άνθρωποι προσπαθούσαν να σφετερισθούν τους μόχθους άλλων. Στη βία υπερείχαν οι άνδρες ως μυικά ισχυρότεροι. Έτσι, στη “φυσική” οικογένεια προστέθηκαν οι πατέρες. Έπρεπε να είναι γνωστοί και επομένως ήταν απαραίτητη η από όλους αναγνωρισμένη αποκλειστικότητα των επιβητόρων στις μητέρες. Στους διατροφικούς περιορισμούς που χρειάζονταν για να αθροισθούν τα αναπαραγόμενα αγαθά, προστέθηκε και ο γενετήσιος περιορισμός της γυναικείας μονογαμίας.

Η εξάρτηση των παιδιών από τις μητέρες φθίνει βαθμιαία. Τα παιδιά μεγαλώνουν, ο θηλασμός δεν καλύπτει τις ανάγκες τους και τρέπονται προς άλλες διατροφικές πηγές. Παράλληλα η μητέρα εξαντλείται από τον υπερθηλασμό και συμβάλλει στη χειραφέτηση του παιδιού. Η ανεξαρτησία συμπληρώνεται στην ήβη, όταν νέες ορμόνες που αρχίζουν φυσικά να εκκρίνονται διεγείρουν το αναπαραγωγικό σύστημα και το παιδί αναζητεί γενετήσια ικανοποίηση. Αυτή γίνεται περιοδικά οπωσδήποτε είτε με αυτοϊκανοποίηση είτε με σύντροφο είτε και ακούσια με ονείρωξη. Όπως περιοδικά πεινάμε, τρώμε, χορταίνομε και ξαναπεινάμε, έτσι περιοδικά επιζητούμε την ηδονή, προχωρούμε στην πράξη, φθάνομε στον οργασμό και, ύστερα από συγκεκριμένο χρόνο ξανά αισθανόμαστε την ερωτική επιθυμία. Τέτοιες ταλαντώσεις επισπεύδονται με κατάλληλα ερεθίσματα. Το πιο νόστιμο έδεσμα είναι εκείνο που μας παρουσιάζεται όταν είμαστε πεινασμένοι. Έτσι η όρεξή μας αποκτά προσανατολισμό. Με μερικές επαναλήψεις ο συγκεκριμένος μεζές γίνεται ο πιο ελκυστικός για να μας ανοίγει την όρεξη. Η γενετήσια διάθεση είναι φυσικό φαινόμενο, στηριζόμενο σε σειρά φυσικών αντανακλαστικών. Ο γενετήσιος προσανατολισμός όμως είναι επίκτητος, στηριζόμενος σε εξαρτημένα αντανακλαστικά. Τα ερεθίσματα που μας παρουσιάζονται στη φάση της έντονης ερωτικής επιθυμίας στην αδιαμόρφωτη ήβη, δημιουργούν εξαρτημένα αντανακλαστικά που στη συνέχεια γίνονται τα προκλητικά σήματα για την περαιτέρω ζωή μας και σχηματίζουν το σεξουαλικό προσανατολισμό μας. Στη “φυσική” οικογένεια των ζώων, λόγω της συμπληρωματικής ανατομικής κατασκευής τους, με αρσενική προεξοχή και θηλυκή εσοχή, επικρατεί ο ετερόφυλος προσανατολισμός, χωρίς, ωστόσο, να αποκλείεται και ο ομόφυλος. Το ίδιο ισχύει και στην παραδοσιακή ανθρώπινη οικογένεια. Σε κλειστές οικογένειες, όπως σε νομάδες, ολόκληρη η οικογένεια ζει σε ενιαίο χώρο, οι έφηβοι μαζί με τους γονείς και τα παντρεμένα αδέρφια τους. Το συνηθισμένο γενετήσιο ερέθισμα είναι επομένως η ίδια η οικογένεια, ευνοώντας έτσι τον ετερόφυλο προσανατολισμό. Γενικά, ενώ οι ζωτικές επιθυμίες είναι φυσικές (φυσικά αντανακλαστικά) ο προσανατολισμός τους είναι επίκτητος (εξαρτημένα αντανακλαστικά).

Η πατριαρχική οικογένεια έγινε δεσποτική. όλοι εξαρτιόνταν από τον πατέρα που απέκτησε απόλυτη εξουσία στα μέλη της οικογένειας, ως και δικαίωμα ζωής ή θανάτου. Αυτή η οικογένεια έγινε το κύτταρο της κοινωνίας με τις ιδιοκτησίες, καθώς η περιουσία μεταβιβαζόταν στα κατιόντα άρρενα μέλη της οικογένειας, αλλιώς θα διασκορπιζόταν χάνοντας την αυτοαναπαραγωγική της ικανότητα. Και αυτή η οικογένεια έγινε φυλακή για να κινηθούν τα μέλη της έξω από τις βουλήσεις της. Ο Χριστός αντιτάχθηκε. “…Ἦλθον  διχάσαι  ἂνθρωπον  κατὰ  τοῦ  πατρός  αὐτοῦ  καὶ  θυγατέρα  κατὰ  τῆς  μητρὸς  αὐτῆς  καὶ  νύμφην  κατὰ  τῆς  πενθερᾶς  αὐτῆς…“. Αυτά για χάρη της αδελφικής αγάπης όλων των ανθρώπων. Αντίθετα, η εκκλησία ενίσχυσε την πατριαρχική οικογένεια, ακόμη και με λογοκρισία. Το επίμαχο ευαγγελικό εδάφιο ποτέ δεν διαβάζεται.  

Η κοινωνία εξελισσόταν. Με τη βιομηχανική επανάσταση που εξελίχθηκε σε τεχνολογική έκρηξη, η μυική ανδρική ισχύς έχασε την αξία της. Η κοινωνία δεν αποτελείται πια από άνδρες και γυναίκες αλλά από άτομα. Η άρχουσα ολιγαρχία χρειάζεται πολλούς εργαζομένους και οι άνδρες δεν έφθαναν. Έτσι επιτυγχάνονται χαμηλοί μισθοί, φθηνά προϊόντα, μεγάλα κέρδη. Όλοι ευχαριστημένοι. Η γυναίκα χειραφετήθηκε. Στην πατριαρχία οι άνδρες είχαν ποικιλία επαγγελμάτων εκτός σπιτιού (γεωργοί, βοσκοί, ναυτικοί, τεχνίτες, στρατιώτες κλπ) αποτελώντας έτσι την κοινωνία, με κατανομή εργασίας και κοινό στόχο. Αντίθετα, οι γυναικείοι σπιτικοί ρόλοι ήταν μονότονοι. Όλες οι γυναίκες ήταν εστιάδες (φύλακες της φωτιάς) και μητέρες των παιδιών του ανδρός τους. Με την τεχνολογική έκρηξη η γυναίκα ασχολήθηκε με τα παραδοσιακά “ανδρικά” επαγγέλματα. Η εξάρτησή της από τον άνδρα έληξε. Επιτεύχθηκε “ευτυχία” με πρωτοφανή παράταση της  ζωής, μείωση παιδικής θνησιμότητας και ανεξέλεγκτων λιμών και λοιμών και του αναλφαβητισμού σε όλο τον πλανήτη (Norberg). Συνάμα οδήγησε σε πρωτοφανή ανισότητα με όλα τα συνωδά δεινά της, όπως ανθρωποκτονίες, ναρκωτικά, γεννήσεις από έφηβα κορίτσια κλπ (Dikinson). Ευτυχία ναι, ευδαιμονία όχι!

Ο ρόλος της ανθρώπινης οικογένειας είναι διττός. Αφενός ευνοεί μια μονιμότητα μεταξύ δυο μελών της που έλκονται αμοιβαία και αφετέρου είναι ένα φίλτρο ανάμεσα στην κοινωνία και τα αδύναμα μέλη της, παιδιά, γέρους, αναπήρους. Ο δεύτερος ιδίως ρόλος φθίνει. Ο γενετήσιος προσανατολισμός στους εφήβους γίνεται τώρα χωρίς τις παραδοσιακές οικογενειακές επιδράσεις, δεν είναι όμως “ελεύθερος”, αλλά χειραγωγημένος από την άρχουσα ολιγαρχία. Καταργούνται παραδοσιακά φυλετικά παιχνίδια, στρατιωτάκια, κούκλες. Στο σχολείο (π.χ. Σουηδία, διαβάζω) οι αρσενικές και θηλυκές αντωνυμίες “αυτός, αυτή”, αντικαθίστανται από την ουδέτερη “αυτό”. Τα διαζύγια αυξάνονται, ενώ οι ομόφυλοι γάμοι προωθούνται. Εντείνεται η επίσημη παιδεία που βασίζεται στο δίκαιο (βρεφοκομείο, νηπιαγωγείο, σχολείο) μειώνοντας τη μεταφορά από την οικογένεια της περιρρέουσας παραδοσιακής ηθικής. Η οικογένεια παύει να είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας. Όλα αυτά όχι για χάρη μιας παγκόσμιας αγάπης, όπως από το Χριστό, αλλά για μια παγκόσμια υποταγή στην άρχουσα ολιγαρχία, που εισβάλλει ακόμη και στα σπίτια μας διαμέσου των ΜΜΕ. Αν ανεπαρκέσει η κοινωνία ή αν κρίνει ασύμφορο να συντηρεί τα αδύναμα μέλη της, ποιος θα τα φροντίσει;

ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Ηπειρωτικός Αγών, 10 Ιουλίου 2021

Ιδέα είναι κάθε παράσταση που σχηματίζεται από τη νόηση. Διαφέρει από τη σκέψη που αποτελεί μία αυθόρμητη λειτουργία του εγκεφάλου και είναι ακατέργαστη. Η ιδέα αποτελεί το προϊόν επεξεργασίας πολλών σκέψεων. Έτσι κι αλλιώς, η ιδέα είναι καθαρά νοητική υπόθεση. Ο Πλάτων θεώρησε ότι πραγματικός είναι ο κόσμος των ιδεών, άφθαρτος, ακατάλυτος, ενώ ο αισθητός κόσμος είναι ένα φθαρτό κακέκτυπο του κόσμου των ιδεών. Σήμερα, όλοι πια παραδέχονται ότι “nihil in intellectu quod non prius in sensu” (Τίποτε δεν υπάρχει στη νόηση αν πρώτα δεν πέρασε από τις αισθήσεις, J. Locke). Παρ΄ όλα αυτά, η διάκριση σε νοητό και αισθητό κόσμο είναι πρακτικά χρήσιμη.

Η σύνδεση της σκέψης με την αισθητή πραγματικότητα είναι διττή. Αφενός ο έξω κόσμος εισάγεται στη νόηση διαμέσου των αισθήσεων οδηγώντας στη Γνώση, ένα επεξεργασμένο σύνολο εννοιών, και αφετέρου η νόηση, ως Βούληση, εξάγεται στον έξω κόσμο διαμέσου των μυών και των αδένων μας. Η έξοδος της νόησης έχει κάποιον ενδιάμεσο σταθμό στον άνθρωπο, την  έκφρασή της. Η έκφραση δεν είναι αμιγής νόηση, αφού είναι αισθητή ακουστικά και οπτικά, αλλά ούτε και είναι πράξη. Αυτή η ενδιάμεση θέση της είναι κρίσιμο ηθικό και νομικό ζήτημα, που αφορά την ελευθερία της έκφρασης. Έτσι κι αλλιώς, μια ιδέα δεν μπορεί να αξιολογηθεί πριν εκφρασθεί. Πώς μετριέται αυτή η αξία;

Το ζήτημα αποκτά σημασία, καθώς η αξία μια ιδέας είναι ένα κρίσιμο στοιχείο στην αποτίμησή της, που καθορίζεται κυρίως ποσοτικά, με το πόσα χρήματα χρειάζονται για να αγορασθεί ένα αγαθό ή μια υπηρεσία, τι βαθμοί χρειάζονται για να εισαχθεί κάποιος σε ΑΕΙ κλπ.

Υπάρχουν βέβαια εσωτερικά κριτήρια. Πρωτεύον είναι η πρωτοτυπία της. Τα αντικειμενικά στοιχεία από τα οποία ξεπήδησε είναι κοινά για όλους. Ο τρόπος της επεξεργασίας τους όμως είναι μοναδικός από τον καθένα. Μια κοινοτοπία δεν αξίζει πολλά. Δεύτερο κριτήριο είναι η συνοχή της, η απουσία αντιφάσεων των στοιχείων της μεταξύ τους  και προς άλλες καθιερωμένες ιδέες, αλλά, προπάντων, μεταξύ αυτών και εκείνων που προκύπτουν από τον αισθητό κόσμο. Υπάρχει όμως και η αξία της ιδέας για τους άλλους.

Πρότυπη αντικειμενική αξία μιας ιδέας και του δημιουργού της είναι το εάν οδήγησε σε σημαντική πράξη. Αυτή όμως είναι μια εκ των υστέρων κρίση, ενώ συχνά χρειαζόμαστε μια προκαταβολική κρίση. Υποκατάστατο στοιχείο είναι πόσους πείθει. Ανάλογα με την αμεσότητα της κρίσης μπορώ να σκεφθώ τρία επίπεδα. Πόσο αξίζει ο φορέας που παρουσιάζει την ιδέα; Εννοώ το περιοδικό, τα πρακτικά ενός συνεδρίου, τον ηλεκτρονικό τόπο που την παρουσίασε κλπ. Για να εμφανισθεί εκεί η ιδέα, σημαίνει πως κάποιοι την έκριναν. Ωστόσο, η αξία του φορέα είναι κι αυτή συζητήσιμη, ενώ ένας από τους δείκτες του είναι ο “δείκτης εμβέλειας” διεθνώς καθιερωμένος ως  impact factor. Εξάλλου, η αξία του φορέα εξαρτάται από την αξία των ιδεών που παρουσιάζει, ενώ το αντίθετο είναι συζητήσιμο. Πάντως η κρίση αυτή αφορά την ποιότητα του φορέα και όχι την ποιότητα των κειμένων που φιλοξενεί. Το ίδιο το κείμενο μπορεί να κριθεί από τον αριθμό των μνειών (citation index) που του γίνονται στη βιβλιογραφία άλλων συγγραφέων. Όμως, αυτός ο δείκτης καθυστερεί πολύ, καθώς. ώσπου να δημοσιευθούν εργασίες που αναφέρονται στην κρινόμενη, παρέρχεται πολύς χρόνος, έτσι που μια δημοσίευση παλιότερη αναμένεται στατιστικά να έχει περισσότερες μνείες από μια νεότερη. Εξάλλου, οι αναφορές από άλλους εξαρτώνται από πλήθος παραγόντων, που, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν και ένα είδος συνδιαλλαγής: Αναφέρω το όνομά σου στην εργασία μου και προσδοκώ, αντίστοιχα, να αναφέρεις το δικό μου σε μια δική σου. Εξάλλου, μια αθροιστική εργασία, π.χ. μια μετανάλυση ή η έκθεση μιας επιτροπής που κάνει συστάσεις, είναι φυσικό να έχει πλήθος μνειών και να μνημονεύεται επίσης από μεγάλο πλήθος. Τέλος, η αξία μιας επιστημονικής εργασίας δεν διευκρινίζει την αξία των ερευνητών, αν είναι πλείονες του ενός. Αυτή μπορεί να αξιολογείται αν δηλώνεται ο ρόλος καθενός από τους μετέχοντες στη γένεση και τεκμηρίωση της ιδέας.

Η πραγματική αξία της ιδέας θα εξαρτηθεί όχι μόνο ποσοτικά από το πόσους πείθει, αλλά, προπάντων, ποιοτικά, από το πόσο οδήγησε σε πράξη σημαντική για την ανθρωπότητα. Σπουδαίες ιδέες που επηρέασαν την πορεία της επιστήμης και του κόσμου είτε δυσκολεύτηκαν να δημοσιευθούν από αλλεπάλληλα περιοδικά ή ελάχιστα αναφέρονται από άλλους. Να θυμηθούμε πόσο δυσκολεύτηκε ο Κολόμβος να πείσει για την ιδέα του να πορευθεί προς τις Ινδίες πλέοντας δυτικά και όχι ανατολικά.

Ως προς τη συμβολή των καθέκαστα ερευνητών, στο σύγχρονο κόσμο μια ιδέα είναι συχνά προϊόν συζήτησης μεταξύ πολλών που συνδιαλέγονται. Αυτό διευκρινίζεται, αν οι ίδιοι οι συγγραφείς δηλώνουν τη συμβολή τους στη διαμόρφωση της ιδέας. Κάποιος μπορεί να είχε την αρχική έμπνευση. Αυτή διαμορφώθηκε όταν συζητήθηκε με άλλους, οι οποίοι πρόσεξαν τις αντιφάσεις της με τον εαυτό της, τις προϋπάρχουσες γνώσεις, τις εμπειρικές παρατηρήσεις. Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο. Προσθέτει η ιδέα κάτι νέο; Αν ναι, χρειάζεται πολλή σκέψη, διότι ενδέχεται να ανατρέπει τα καθιερωμένα, πράγμα που δημιουργεί επιφυλάξεις. Κάποιοι μπορεί να αναζήτησαν τη σχετική βιβλιογραφία. Σπάνια, μια επαναστατικά νέα ιδέα πρέπει να παρουσιασθεί με μετριασμό της πρωτοτυπίας της, για να μην υπάρξουν αντιδράσεις. Μ νομίσητε  τι  ἦλθον  καταλσαι τόν νόμον τος προφήτας· οὐκ ἦλθον  καταλσαι λλ πληρσαι (Ματθαίος). Ακολουθεί το στάδιο του σχεδιασμού της εμπειρικής τεκμηρίωσης που μπορεί να σημαίνει πείραμα, που κι αυτό απαιτεί συζήτηση, αλλά και υλοποίηση αυτού του σχεδιασμού από έναν ή περισσοτέρους. Έπεται η συγγραφή της μελέτης από κάποιον, την οποίαν κρίνουν και διορθώνουν, αν χρειάζεται, όλοι οι συνσυγγραφείς. Παράλληλα, κάποιος μεριμνά για τη χρηματοδότηση που χρειάζεται περισσότερο η υλοποίηση παρά η σύλληψη της ιδέας. Από τη δηλωμένη συμβολή καθενός κρίνεται ο εκάστοτε ερευνητής.

Μια διαδικασία σαν την παραπάνω έχει αρχίσει να εφαρμόζεται αυτόματα, αλλά ανοργάνωτα, ιδίως στις θετικές επιστήμες, ενώ στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές εξακολουθεί να επικρατεί η αποκλειστικά προσωπική συμβολή. Ήδη όμως στην αρχαιότητα η ομαδική έρευνα είχε αρχίσει. Τα Πολιτικά του Αριστοτέλη στηρίζονται σε 158 περιγραφές πολιτειών που έγιναν από μαθητές του. Μολονότι ο μεγάλος φιλόσοφος δεν ανέφερε τα ονόματά τους, οι πραγματείες τους κυκλοφόρησαν, αν και δεν έχει διασωθεί παρά μόνον η Αθηναίων Πολιτεία. Τίποτε δεν εμποδίζει ένα ιστορικό ή φιλοσοφικό κείμενο να έχει προκύψει από τη συνεργασία περισσότερων ερευνητών.

Οι παραπάνω σκέψεις προέκυψαν μετά από συζητήσεις με τους ομότιμους καθηγητές κκ. Σ. Μουλόπουλο,  Π. Μαχαίρα και Δ. Κόκκινο.

ΑΝΑΠΟΔΕΙΚΤΗ ΥΠΟΘΕΣΗ

Δημήτρης Α. Σιδερής., ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Πρωινός Λόγος, Τρικαλά, 8 Ιουλίου 2021

Μαζί με την αμφιφυλοφιλία και την ετεροφυλοφιλία, η ομοφυλοφιλία είναι μία από τις τρεις βασικές κατηγορίες σεξουαλικού προσανατολισμού. Η επιστήμη δεν γνωρίζει τις ακριβείς αιτίες που διαμορφώνουν το σεξουαλικό προσανατολισμό, αλλά πιστεύεται ότι οφείλεται σε μία περίπλοκη αλληλεπίδραση γενετικήςορμονών και περιβαλλοντικών επιρροών, και δεν τον θεωρούν επιλογή. Ως πριν από λίγες δεκαετίες κατατασσόταν στις νοσηρές διαστροφές η ομοφυλοφιλία, ενώ ήδη αναγνωρίζονται επίσημα γάμοι μεταξύ ομοφυλοφίλων. Θα επιχειρήσω εδώ μια υπόθεση που χρειάζεται επιστημονική απόδειξη. Την προτείνω, αναπόδεικτα, διότι δεν γνωρίζω άλλη. Ο αναγνώστης παρακαλώ να την κρίνει με κάθε επιφύλαξη.

Οι φυσιολογικές επιθυμίες μας ταλαντώνονται με το χρόνο. Περιοδικά πεινάω και αναζητώ τροφή. Μόλις φάω και είμαι στη φάση του κόρου, κανένα ερέθισμα δεν μπορεί να με επαναδιεγείρει. Βαθμιαία κατόπιν υποχωρεί η ανερέθιστη αυτή φάση. Αν, πριν πεινάσω, μου παρουσιασθεί ένα ορεκτικό έδεσμα, μου ανοίγει την όρεξη και επισπεύδονται οι πράξεις αναζήτησης τροφής. Το πιο νόστιμο έδεσμα δεν είναι το ηδύ, η ζάχαρη· είναι εκείνο που γεύομαι την ώρα που πεινάω. Εγκαθιστά εξαρτημένο αντανακλαστικό και η εμφάνιση του συγκεκριμένου φαγητού μου ανοίγει την όρεξη σα να ήταν ο πιο ορεκτικός μεζές. Όμοια, μόλις τελειώσει η ερωτική πράξη με τον οργασμό, κανένα ερέθισμα δεν μπορεί να με επαναδιεγείρει. Βαθμιαία υποχωρεί η ανερέθιστη φάση. Κάποια στιγμή θα φθάσω σε κρίσιμη ένταση της ερωτικής επιθυμίας και θα ικανοποιηθώ είτε με αυτοϊκανοποίηση είτε με ερωτικό(ή) σύντροφο είτε και ακούσια με ονείρωξη. Αν, λίγο πριν από αυτή την κρίσιμη ένταση, μου παρουσιασθεί ένα ερωτικό ερέθισμα, π.χ. η εικόνα ενός προκλητικού γυμνού, επισπεύδεται η κρίσιμα ισχυρή ερωτική επιθυμία και η ερωτική πράξη. Σε μια παραδοσιακή αυστηρή οικογένεια, όπως απομεινάρια της εξακολουθούν να υπάρχουν στον τόπο μας σε νομαδικές κοινωνίες, το πιθανότερο ερέθισμα στην κρίσιμα ευερέθιστη αυτή περίοδο είναι η ίδια η οικογένεια. Συχνά όλα τα μέλη της ζουν σε κοινό χώρο και ο έφηβος συνυπάρχει μαζί με τους γονείς και τα παντρεμένα αδέλφια του. Το εξαρτημένο αντανακλαστικό που δημιουργείται έχει ως ερέθισμα επομένως στοιχεία της ίδιας της οικογένειας και ο(η) έφηβος(η) ταυτίζεται με το ρόλο του φύλου του(ης) μέσα στην οικογένεια, ενώ το ερέθισμα που προκύπτει είναι το αντίθετο φύλο. Ερμηνεύοντας αλλιώς το φαινόμενο ο Freud, παρατηρεί σωστά ότι το αγόρι θέλει να είναι ο πατέρας του και να έχει τη μητέρα του. Η εξέλιξη της κοινωνίας έγινε απαγορευτική για το Οιδιπόδειο αυτό σύμπλεγμα και την αιμομιξία, διατηρώντας όμως την προτίμηση φύλου για ταύτιση και για συμπλήρωση.

Η σύγχρονη οικογένεια οδηγείται σε διάλυση της παραδοσιακής. Οι οικονομικοκοινωνικές συνθήκες είναι τέτοιες που η γυναίκα πρέπει να εργάζεται παραγωγικά κι όχι να φροντίζει το σπίτι της. Δεν είναι απίθανο ο άντρας να δουλεύει στη Θεσσαλονίκη, ενώ η γυναίκα στα Χανιά. Εξάλλου, η οικονομική απεξάρτηση της γυναίκας από τον άντρα, αφού εργάζεται και η ίδια, εύκολα οδηγεί τις ενδοοικογενειακές μικροαντιθέσεις σε συγκρούσεις. Παράλληλα, τα ΜΜΕ εισάγουν μέσα στα σπίτια μας ακραίες σκηνές βίας και ασυνήθιστου έρωτα. Όλα αυτά μπορούν να δημιουργούν τα πιο ποικίλα εκλεκτικά ερωτικά ερεθίσματα, που ενδέχεται να φθάνουν στο σαδισμό ή σε κάθε άλλου είδους εκτροπές από την κοινή πρακτική. Στη φύση, καθώς η ανατομική κατασκευή των δύο φύλων είναι συμπληρωματική, με τη γυναίκα να χαρακτηρίζεται από μια κοιλότητα και τον άνδρα από μια προεξοχή, ευνοείται η ετερόφυλη ερωτική επαφή. Χάρη σ΄ αυτήν υπάρχει καθένας μας και χάρη σ΄ αυτήν συνεχίζεται η ζωή. Ωστόσο, αν και επικρατεί στη φύση, δεν είναι υποχρεωτική. Τα ηδονικά σωμάτια, που ο ερεθισμός τους προκαλεί αφενός μια αλυσίδα αντανακλαστικών με θετική ανάδραση και αφετέρου υποκειμενικά αίσθημα της ηδονής, είναι διάσπαρτα. Υπάρχουν κυρίως στον κόλπο και στην κλειτορίδα στις γυναίκες, στη βάλανο και στον προστάτη στους άνδρες. Ο ερεθισμός τους με οποιονδήποτε τρόπο οδηγεί στον οργασμό.  

Η ενήβωση σημαίνει έναρξη της έκκρισης ποικίλων ορμονών που οδηγούν σε ανάπτυξη των γεννητικών οργάνων, και, μεταξύ άλλων, στην ευαισθησία των ερωτογόνων ζωνών (π.χ. εφήβαιο, μαστοί, χείλια κλπ), που ο ερεθισμός τους προάγει τη διέγερση των έξω γεννητικών οργάνων. Με την παραπάνω, αναπόδεικτη, υπόθεση που αδρά περιέγραψα, η ερωτική επιθυμία προδιαγράφεται κληρονομικά με τα κατάλληλα φυσικά αντανακλαστικά, αλλά ο προσανατολισμός της είναι επίκτητος με τη δημιουργία εξαρτημένων αντανακλαστικών. Η κοινωνία επομένως μπορεί να επηρεάσει το φαινόμενο. Στην αρχαία Σπάρτη, και αλλού, όπου οι νέοι ζούσαν μεγάλο μέρος της ζωής τους σε στρατόπεδα, που βέβαια ήταν μονοφυλετικά, η ομοφυλόφιλη σχέση ήταν μέρος της κανονικής ζωής τους. Στην Αθήνα υπήρχε μια νόθα κατάσταση, όπου η ομοφυλοφιλία φαίνεται πως ήταν πιο συχνή στις ανώτερες τάξεις, μάλλον παρά στις κατώτερες. Εξάλλου, η ίδια η πολιτεία επενέβαινε. Όταν υπήρχε τάση για υπερπληθυσμό, οι νέοι ζούσαν περισσότερο σε στρατόπεδα, παρά έξω από αυτά. Ο Παύλος την καταδίκασε ρητά, αλλά, υπάρχουν σοβαρές, αν και συνήθως αναπόδεικτες, ενδείξεις ότι ευδοκιμεί στα Χριστιανικά μοναστήρια που είναι βέβαια μονοφυλετικά.

Σημειώνω ότι γενικά, ενώ η τάση για να κάνω κάτι είναι κληρονομικά προδιαγραμμένη με φυσικά αντανακλαστικά, το τι και πώς θα κάνω εξαρτάται από επίκτητους παράγοντες, τα εξαρτημένα αντανακλαστικά. Το βρέφος, αν τρυπηθεί με ένα αγκάθι, διεγείρεται και κουνιέται ολόκληρο. Μια από τις κινήσεις του οδηγεί τυχαία στην εντόπιση του επώδυνου σημείου και η αφαίρεση του αγκαθιού το ανακουφίζει. Έτσι μαθαίνει να κάνει σκόπιμα μόνο την απαραίτητη κίνηση για τις περιβαλλοντικές προκλήσεις. Η ένταση των εξαρτημένων αντανακλαστικών είναι τόσο μεγάλη, που δεν ελέγχονται, όπως και των φυσικών. Η θέα ενός νόστιμου μεζέ με κάνει να τρέχουν τα σάλια μου, όπως και όταν ο μεζές τοποθετηθεί στο στόμα μου.

Με τις παραπάνω παρατηρήσεις, η προσπάθεια να αναστραφεί ο ερωτικός προσανατολισμός είναι μάταιη. Φυσικά, όχι εντελώς, αφού, όπως επισημάνθηκε στην αρχή μπορεί να είναι αμφιφυλόφιλος και τότε η κοινωνία μπορεί να τον σπρώξει στον επιθυμητό προσανατολισμό. Ωστόσο, το περιβάλλον μπορεί να επηρεάσει το φαινόμενο όχι σε ατομικό, αλλά σε κοινωνικό επίπεδο. Η (επαν)ενίσχυση του οικογενειακού θεσμού, χωρίς τα μειονεκτήματα του παραδοσιακού, είναι το κύριο μέτρο. Υπενθυμίζεται ότι σε σύγχρονες παραδοσιακές οικογένειες νομάδων, ο γάμος δεν είναι προσωπική, αλλά οικογενειακή υπόθεση: Παντρεύονται δυο οικογένειες και το διαζύγιο είναι άγνωστο, διότι θα σήμαινε διάσπαση ολόκληρων οικογενειών με τις οικονομικοκοινωνικές συνέπειές του.

Τελικά, αν η υπόθεσή μου ισχύει, σύγχρονο πρόβλημα δεν είναι η ομοφυλοφιλία (ή ομοφοβία), αλλά η οικογένεια.

ΚΛΙΜΑ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Κοινή Γνώμη, 6 Ιουλίου 2021347. Κλίμα.JPG

Έχω γράψει επανειλημμένα για τη σημασία της γεωγραφίας ενός τόπου στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των κατοίκων του. Οι ορεινές περιοχές ευνοούν τη δημιουργία βοσκών και ληστών, οι νησιωτικές και παράλιες ψαράδων και πειρατών, οι πεδινές γεωργών, τσιφλικάδων και κολλήγων. Η θέση του ακόμη ανάμεσα σε άλλες κοινωνίες συμβάλλει ευνοώντας ή όχι τις επαφές μεταξύ διαφορετικών ανθρώπων. Η επαγγελματική ενασχόληση όμως διαμορφώνει αντίστοιχες στάσεις και χαρακτήρες που δεν εκδηλώνονται μόνο στο επαγγελματικό ωράριο, αλλά και σε όλο το χρόνο των ανθρώπων. Ο άλλος φυσικός, υπερανθρώπινος παράγοντας που διαμορφώνει τους κατοίκους ενός τόπου είναι το κλίμα του.

Κλίμα  ονομάζεται η μέση καιρική κατάσταση ή καλύτερα ο μέσος καιρός μιας περιοχής, που προκύπτει από τις μακροχρόνιες παρατηρήσεις των διαφόρων μετεωρολογικών στοιχείων. Εξαρτάται από ποικίλους παράγοντες. Ένας είναι μια φυσική ταλάντωση του γήινου κλίματος κάθε πολλές χιλιάδες χρόνια. Ζούμε σε μια περίοδο εξαιρετικά ευνοϊκή, με τους παγετώνες να περιορίζονται μόνο στους πόλους και τις γειτονικές τους περιοχές. Άλλος παράγοντας είναι οι αληγείς άνεμοι, που δεν λήγουν ποτέ. Απαντώνται κυρίως στις θερμές περιοχές γύρω από τον Ισημερινό και έχουν μόνιμη κυρίαρχη διεύθυνση,  στο βόρειο ημισφαίριο βορειοανατολική, ενώ στο νότιο νοτιοανατολική. Αυτοί οφείλονται στο ότι κάποιες περιοχές θερμαίνονται όλο το έτος πολύ περισσότερο από άλλες. Ο αέρας πάνω από τις θερμές ζεσταίνεται, αραιώνει και ο πυκνότερος αέρας από τις ψυχρές περιοχές ρέει να καλύψει το κενό. Η ανατολική κατεύθυνσή τους οφείλεται στην περιστροφή της γης. Τέτοιοι άνεμοι ενδέχεται να μεταφέρουν υδρατμούς και βροχές, αν έρχονται από τη θάλασσα, ή ξηρασία, αν έρχονται από εκτεταμένες στεριές. Υπάρχουν όμως και οι εποχιακοί άνεμοι, όπως είναι οι μουσώνες και, στον τόπο μας, οι ετησίες (μελτέμια). Οι διαφορές θερμοκρασίας κατά τόπους γίνονται έντονες κάποιους μήνες του έτους και προκαλούν τους εποχιακούς ανέμους. Στην πατρίδα μας η υπερθέρμανση της Αφρικής το καλοκαίρι προκαλεί μετακινήσεις αέρα από το βοριά, που στο Αιγαίο ιδίως πέλαγος γίνονται αισθητές σαν βοριάδες (τραμουντάνες), έντονοι κάποιες ώρες του ημερονυκτίου, ενώ στο Ιόνιο περισσότερο σα βορειοδυτικοί άνεμοι (μαΐστροι). Τέλος, κάθε περιοχή, ανάλογα με τη γεωγραφική διαμόρφωσή της, ορίζει και το τοπικό κλίμα της. Η Ελλάδα χωρίζεται αδρά στα δύο από μια μακρά οροσειρά που ξεκινά από τις Άλπεις, επεκτείνεται στην Πίνδο και πιο κάτω στη δυτική Πελοπόννησο. Οι υγροί άνεμοι που έρχονται από την Αδριατική θάλασσα αναγκάζονται να ανέλθουν στα ύψη της οροσειράς, όπου ψύχονται και γίνονται βροχή που πέφτει. Η υγροποίηση των υδρατμών αυξάνει τη θερμοκρασία του αέρα που συνεχίζοντας την πορεία του ανατολικά κατεβαίνει από τα βουνά και θερμαίνεται κι άλλο. Έτσι η Ελλάδα δυτικά έχει πολλές βροχές, ενώ ανατολικά από την οροσειρά χαρακτηρίζεται από ξηρό και θερμό κλίμα, ώσπου να φθάσει κοντά στα παράλια του Αιγαίου και να επηρεασθεί από την επίδραση του θαλασσινού νερού. Το νερό έχει μεγάλη θερμική χωρητικότητα, έτσι που μπορεί να αποθηκεύει τη θερμότητα και να την αποδίδει, χωρίς μεγάλες διακυμάνσεις της θερμοκρασίας του. Τα νησιά του Αιγαίου ζουν κάτω από την επίδραση αφενός της θάλασσας και αφετέρου των μελτεμιών τους.

Η Ελλάδα είναι ιδιαίτερα ευλογημένη τόσο από γεωγραφική όσο και από κλιματολογική άποψη. Οι υπερβολικά θερμές περιοχές, ανάλογα με την υγρασία τους, γίνονται είτε ζούγκλες είτε έρημοι. Η ανάπτυξη των ανθρώπων γίνεται ανάλογα με το έργο που είναι υποχρεωμένοι να κάνουν για να επιβιώνουν. Η ζούγκλα παρέχει έτοιμη την τροφή σε καρπούς και θηράματα, αλλά μέσα σ΄ αυτήν οι άνθρωποι κινδυνεύουν από ποικίλα θηρία. Έτσι, δεν χρειάζεται να εργασθούν, να επινοήσουν εργαλεία, να αναπτυχθούν τελικά σε κοινωνίες για να τραφούν. Η προσοχή τους στρέφεται στην αναζήτηση καρπών και θηραμάτων, καθώς και στο να αποφύγουν να γίνουν οι ίδιοι λεία άλλων θηρευτών. Αντίθετα, στις ερήμους και στους πόλους, οσοδήποτε και αν εργασθούν, δεν μπορούν να αυξήσουν την παραγωγή χρήσιμων αγαθών. Οι πολιτισμοί αναπτύσσονται μόνο στα εύκρατα κλίματα, όπως είναι το δικό μας.

Το κλίμα όμως επεμβαίνει περισσότερο στον τρόπο της ζωής μας. Αντίθετα από βορειότερες, επίσης εύκρατες, χώρες, το κλίμα μας είναι γενικά θερμότερο, με υγρασία που κυμαίνεται χωρίς ακραίες τιμές, για μακρό τουλάχιστον διάστημα. Αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι, αντίθετα από άλλες περιοχές, παρακινούνται να ζουν περισσότερο έξω παρά μέσα στα σπίτια τους. Δηλαδή ο κύριος τόπος ανθρώπινων δραστηριοτήτων έξω από το αυστηρά παραγωγικό χρόνο (βοσκή, καλλιέργεια της γης) ήταν πάντοτε η αγορά, όχι μέσα σε ένα οίκημα. Αντίθετα από τις βόρειες χώρες, με τα πολυτελή μέγαρα που έχουν για σπίτια τους, είτε είναι ιδιοκτήτες τους είτε υπηρέτες τους, οι Έλληνες δημιουργούσαν πολυτελή κτίσματα κυρίως δημόσια. Αγορές, ναούς, θέατρα, στάδια, γυμναστήρια μάλλον παρά παλάτια. Τα σπίτια τους περιορίζονταν στο να τους προσφέρουν καταφύγιο από τις καιρικές συνθήκες, που σπάνια και για περιορισμένες περιόδους ήταν τόσο αντίξοες που να εμποδίζουν τις εξόδους τους. Τα σπίτια του Περικλή, του Αλκιβιάδη, του Σωκράτη δεν διέφεραν ουσιαστικά από όλων των άλλων. Συνέπεια ήταν ότι οι Έλληνες βρίσκονταν σε διαρκή επαφή με τους συμπολίτες τους, προτρέπονταν έτσι να συζητούν ο ένας με τον άλλον, να αναπτύσσουν το λόγο τους και να γίνονται πολιτικά όντα. Το κλίμα επηρεάζει την προσωπικότητά μας όχι με κάποιον υπερφυσικό, ψυχολογικό, τρόπο, αλλά υποχρεώνοντάς μας να συνηθίζουμε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά.

Μετά την απελευθέρωσή μας, προσπαθήσαμε να μιμηθούμε την προηγμένη Δύση, να έχουμε παλάτια για τους πλουσίους, αλλά και κάθε ευκατάστατος προσπαθούσε να έχει ένα σπίτι ωραιότερο από τους γείτονές του. Για να φτιάξουμε την κατοικία μας, απευθυνόμαστε σε ένα αρχιτέκτονα. Αυτός νοιάζεται περισσότερο να κατασκευάσει ένα θαυμάσιο μέγαρο, παρά ένα λειτουργικό οίκημα. Τελικά, οικοδομούμε ό,τι πληρώσαμε για να το φτιάξουμε. Το επιπλώνομε ακριβά και το στολίζομε με πίνακες ή και αγάλματα, το κάνομε πανέμορφο. Και, κάθε βράδυ, αντί να καθίσουμε να απολαύσουμε το ωραίο κτίσμα μας, βγαίνομε έξω να συναντήσουμε και διασκεδάσουμε με τους φίλους μας, στις αγοραίες περιοχές. Οι παραδοσιακές συνήθειες του χωριού έχουν εγκαταλειφθεί. Εκεί, οι άνθρωποι συναντιόνταν στις αυλές τους ή, με βεγγέρες το χειμώνα καθένας μέσα στο σπίτι ενός φίλου. Συναντιόνταν επίσης στο μόνο δημόσιο κτίσμα που ήταν κατασκευασμένο με πολύ γούστο, στην εκκλησία, κάθε Κυριακή. Εκεί, με την καθοδήγηση του μόνου εγγράμματου στην περιοχή, του παπά, αλλά και στο περιαύλιο του ναού χωρίς καμιά επίβλεψη, ελεύθερα, προσπαθούσαν συζητώντας να λύσουν τα προβλήματα που απασχολούσαν την κοινότητά τους.