ΤΡΕΙΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Ηπειρωτικός Αγών, 16 Οκτωβρίου 2021

Ο επιστήμονας ασχολείται με τη γνώση και μάλιστα την κοινωνική γνώση. Δεν είναι ακριβώς συνώνυμος με το σοφό, διότι ο σοφός ασχολείται και με την ηθική, και με την τέχνη. Από την άλλη ο φιλόσοφος ασχολείται περισσότερο με τη γνώση της γνώσης, της ηθικής, της τέχνης, με την ομορφιά τους και τη χρησιμότητά τους στην κοινωνία. Οι επιστήμονες είναι τριών ειδών: Εκείνοι που ασχολούνται με στόχο την αλήθεια αναζητούν γεγονότα, δεδομένα, κάνουν παρατηρήσεις και προσπαθούν να βρουν τις σχέσεις μεταξύ τους και τις αιτίες τους, είναι ερευνητές, συχνά δημιουργώντας συνθήκες τεχνητές για να επιβεβαιώσουν τις σκέψεις τους· είναι εκείνοι που επιδίδονται στη μεταφύτευση των γνώσεών τους σε διαδόχους τους δημιουργώντας επιστήμονες (εκπαιδευτές)· και είναι εκείνοι που θέτουν τις γνώσεις τους στην υπηρεσία του κοινού για να αντιμετωπίσει με αυτές τις ανάγκες του (επαγγελματίες). Ξεκινώντας από την οικεία μου ιατρική, συχνά άκουγα πανεπιστημιακούς συναδέλφους μου να διαμαρτύρονται. Μα αν κάνω έρευνα, πού να βρω το χρόνο να διδάξω τους φοιτητές μου και να παράσχω ιατρικές υπηρεσίες στους ασθενείς μου; Έτσι, κάποιοι υποστηρίζουν το στεγανό διαχωρισμό των τριών ειδών επιστήμης. Κάποιος ασχολείται μόνο με την έρευνα, άλλος μόνο με την εκπαίδευση και τρίτος μόνο με την παροχή υπηρεσιών. Από μια άποψη έχουν δίκιο. Πραγματικά, αν η δουλειά του ερευνητή, που παράγει γνώση γίνει άμεσα γνωστή στο κοινό, αυτό μπορεί να είναι επικίνδυνο. Εμπεριέχει τόσο πολλή εξειδικευμένη τεχνική γνώση, που είναι αδύνατο να γίνει κατανοητή από τον τυχόντα. Η παρεξήγηση καραδοκεί με απρόβλεπτα αποτελέσματα. Και αυτό ισχύει όχι μόνο για τις φυσικές επιστήμες, όπως η φυσική, η χημεία κλπ, αλλά και για τις κοινωνικές, όπως είναι η οικονομολογία, η κοινωνιολογία, η ιστορία κλπ και τις ανθρωπιστικές, όπως η φιλολογία, γλωσσολογία κλπ. Η επιστήμη έχει δεοντολογία που απαιτεί διαφάνεια, κοινοποίηση στην κοινωνία, αλλιώς δεν είναι κοινωνική γνώση, δεν είναι επιστήμη. Όμως αυτά σημαίνουν ότι οι παραγόμενες γνώσεις πρέπει να εκτίθενται μόνο σε επιστημονικό κοινό, στον επιστημονικό τύπο, σε πανεπιστημιακούς χώρους κλπ. Ωστόσο, ο πρακτικός, επαγγελματίας επιστήμονας, τότε μόνο μπορεί να προσφέρει τις καλύτερες υπάρχουσες γνώσεις στο κοινό που τις χρειάζεται, όταν ασχολείται ο ίδιος και με την έρευνα, έτσι που να είναι εξοικειωμένος με την κριτική ανάλυση των υπαρχόντων δεδομένων και να είναι έτοιμος να υποδεχθεί και θέσει στην υπηρεσία του πελάτη του τη διεθνή γνώση. Αυτός μπορεί να μεταφέρει την επιστημονική γνώση στο επίπεδο του πολίτη που την έχει ανάγκη, του αρρώστου του, αν είναι γιατρός.

Φεύγοντας από την ιατρική και μεταφερόμενος σε μια κοινωνική επιστήμη, την Ιστορία, βλέπω τον ίδιο διαχωρισμό. Το 19ο αιώνα έγινε πιο σαφής η διάκριση του ερευνητή ιστορικού με το επιστημονικό κοινό του και του επαγγελματία ιστορικού με ακροατήριό του τους πολίτες και τους πολιτικούς, για να έχει κάποια πιθανότητα η ιστορία να αποκτήσει παιδαγωγικό χαρακτήρα στη λήψη αποφάσεων. Ο ερευνητής ιστορικός είναι χαμένος σε αραχνιασμένα, σχεδόν ξεχασμένα αρχεία, προσπαθεί να τα αποκωδικοποιήσει, να ξεχωρίσει τα πλαστά, να βρει σχέσεις μεταξύ τους. Και τα συμπεράσματά του τα εκθέτει στους ιστορικούς, συχνά σε πολύτομους βαρείς όγκους βιβλίων ή σε πραγματείες. Οι εκφράσεις του είναι στεγνές, ανιαρές. Αντίθετα, ο ιστορικός που απευθύνεται στο κοινό επιδίδεται περισσότερο στην περιγραφή γεγονότων, χρησιμοποιεί λογοτεχνικές τεχνικές, παρομοιώσεις, μεταφορές κλπ, γοητεύει τον αναγνώστη του. Φυσικά, τίποτε δεν εμποδίζει κάποιον να είναι και τα δύο είδη, και μάλιστα να είναι έτσι πιο χρήσιμος στην κοινωνία. Ο Ηρόδοτος μετέφερε τα γεγονότα με κριτήριο της επιλογής τους το ότι ήταν θαυμαστά και γι΄ αυτό αξιομνημόνευτα, στηριζόμενος στις προσωπικές εμπειρίες του και αναζητώντας πάντοτε τις αιτίες τους. Ο Θουκυδίδης έκανε το ίδιο, αλλά ήταν πολύ αυστηρότερος στις επιλογές του, απορρίπτοντας ό,τι θεωρούσε πως ήταν απλώς ένα μύθος, κάτι που το διατηρούσε μόνον η φήμη. Ένας λόγος που δεν διδάσκει η ιστορία συχνά, έτσι που οι άνθρωποι παρασύρονται από δημαγωγούς και από μύθους, είναι ακριβώς ότι τους παρουσιάζεται να διαβάσουν η ιστορία των ερευνητών επιστημόνων. Ποιος θα καθίσει να διαβάσει τους 8 τόμους του Παπαρρηγόπουλου ή τους 12 του Κορδάτου; Στη σύγχρονη Ελλάδα, πριν από σχεδόν μισό αιώνα χάσαμε οριστικά την ευκαιρία να αναζητήσουμε την ιστορική αλήθεια, καίοντας τα αρχεία των ατομικών φακέλων με τα κοινωνικά φρονήματα των πολιτών. Επικράτησε τότε η πολιτική σκοπιμότητα πως, με την πρόσφατη πτώση της δικτατορίας, η αποκάλυψη του περιεχομένου των φακέλων θα μπορούσε να πυροδοτήσει ακόμη και έναν εμφύλιο πόλεμο. Ο κίνδυνος δεν ήταν αβάσιμος. Αλλά, τίποτε δεν εμπόδιζε να φυλαχθούν ερμητικά αυτά τα αρχεία για δύο τουλάχιστον γενιές, π.χ. 50 χρόνια, και τότε να τεθούν στη διάθεση των επιστημόνων ιστορικών, και πάλι βέβαια όχι του ευρέος κοινού.  Κάπως έτσι κάνουν άλλα πιο καλά οργανωμένα κράτη. Ενώ εμείς μένομε ανιστόρητοι και επιρρεπείς στη δημαγωγία και χρονικογραφίες, για ποικίλες περιόδους, διαβάζοντας δραματικές ιστορίες γραμμένες από ερασιτέχνες, συνήθως προκατειλημμένους προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση.

Το ίδιο γίνεται και με φυσικές επιστήμες. Η κοσμολογία, εξάπτει τη φαντασία, καθώς μάλιστα οι θεωριες της δεν επιδέχονται πειραματική απόδειξη. Και το κοινό μένει συχνά σε συνωμοσιολογίες, για π.χ. εξωγήινους που οι μυστικοί άρχοντες που καθορίζουν τις τύχες μας μάς αποκρύπτουν επιμελώς τα σχετικά δεδομένα. Έτσι, γενικότερα χάνεται η εμπιστοσύνη στην επιστημονική αλήθεια που, με όλες τις δυσκολίες της, είναι η μόνη αξιόπιστη, καθώς προσπαθεί να διασταυρώσει το νοητό με το αισθητό, τη θεωρία με την εμπειρία, την υπόθεση με την παρατήρηση. Φυσικά, υπάρχουν συμφέροντα που δεν επιτρέπουν την αποκάλυψη της αλήθειας. Τα περισσότερα είναι ιδιοτελή, για να προστατεύσουν τα προνόμια της άρχουσας τάξης, άλλα όμως μπορεί να είναι γνήσια για την προστασία της κοινωνίας, από συναισθηματικά, βίαια ξεσπάσματα που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν κοινωνικές εκρήξεις.

Η βούληση όλων των έλλογων όντων έχει ίση βαρύτητα. Αυτή είναι η αρχή της δημοκρατίας. Η γνώση τους όμως, ακόμη και η ικανότητά τους να αφομοιώνουν τη γνώση, βασισμένη στην παιδεία τους, ποικίλλει. Η σώφρων απόφαση οφείλει να στηρίζεται στις επιθυμίες εκάστου, λαβαίνοντας υπόψη και τις θελήσεις άλλων (ηθική), αλλά και σε αντίστοιχη γνώση, κατά το δυνατόν απροκατάληπτη. Αυτή θα του την παράσχουν οι επαγγελματίες επιστήμονες. Οι τελευταίοι οφείλουν να είναι σε συνεχή στενή επαφή με τους εκπαιδευτές και ερευνητές επιστήμονες. Σ΄ αυτό το σημείο εστιάζεται τις τελευταίες δεκαετίες η έμφαση στη συνεχιζόμενη εκπαίδευση.

ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Πρωινός Λόγος Τρίκαλα, 14 Οκτωβρίου 2021

“Εγώ δεν περνώ από τις διαβάσεις, δεν πάει ποτέ στο κακό ο νους μου!” Προσπαθούσα να την πείσω. Στις διαβάσεις σταματούν υποχρεωτικά τα οχήματα, ενώ τρέχουν έξω από αυτές, μπορεί κάποιο να σε πατήσει. Αν σε χτυπήσει ένα όχημα σε διάβαση, θα σε ακριβοπληρώνει· έξω από διάβαση, δεν θα έχει την ίδια ποινή. Έξω από διάβαση, μπορεί να σε ελέγξει η τροχαία, όχι σε διάβαση με πράσινο. Κανένα επιχείρημα δεν την έπεισε. Όλη αυτή η λογική διαδικασία περνάει από τη σκέψη ότι κάνομε κάτι επειδή φοβόμαστε να μην το κάνουμε. Φοβόμαστε είτε επειδή υπάρχει φυσική απειλή, είτε κοινωνική, αστυνομική, απειλή. Έχουν κάποιο δίκιο. Δεν μπορεί κάποιος να ζει διαρκώς με κυρίαρχο αίσθημα το φόβο. Κάνω ό,τι μου γουστάρει, κι αν πάθω κάτι, το έπαθα, δεν θα ζω διαρκώς με φόβο. Προσωπικά, προτιμώ τη ζέβρα των διαβάσεων, όχι όμως διότι φοβάμαι, αλλά διότι έτσι πρέπει. Αυτός είναι ο έλεγχος του Λόγου πάνω στο Συναίσθημα.

Θυμάμαι και κάποτε που ήμουν σε ταξί κι ο οδηγός μόλις πρόλαβε να πατήσει φρένο να μη χτυπήσει μια γιαγιούλα που περνούσε έξω από τη διάβαση. Γύρισε αυτή προς το μέρος του και είπε: “Εγώ τάφαγα τα ψωμιά μου, παιδάκι μου, και να με πατήσεις δεν με πειράζει”. “Ναι, αλλά εγώ τι φταίω, που θα πληρώνω μια ζωή;” της φώναξε ο οδηγός.

Τι ακριβώς θέλω να πω με τα παραπάνω παραδείγματα που μου έχουν εντυπωθεί; Νομίζω πως αυτό που εννοώ είναι ότι η σωστή λειτουργία μιας κοινωνίας δεν μπορεί να στηρίζεται στο φόβο. Αν στηρίζεται στο φόβο, υπάρχουν πάντοτε εκείνοι που δεν φοβούνται. Ή που σκέφτονται πως, ναι, μπορεί να υπάρχει κίνδυνος, αλλά οι πιθανότητες να συμβεί σε μένα είναι πολύ μικρές. Γιατί λοιπόν να χολοσκάω και να χαλάω τη ζαχαρένια μου; Κάπως τέτοια είναι και η στάση εκείνων που σε μια πανδημία αρνούνται να εφαρμόσουν προστατευτικά μέτρα. Και τώρα έρχεται η ευθύνη της πολιτείας. Συνήθως στηρίζεται στην ποινή των παραβατών, σπανιότερα στην ανταμοιβή των νομοταγών πολιτών. Χρειάζονται όλα αυτά. Ο σωστός όμως τρόπος επιβολής είναι να εσωτερικευθεί στον καθένα η καθολική βούληση της κοινωνίας σαν ένα “πρέπει”, που αναστέλλει τις αυθαιρεσίες του “θέλω” καθενός χωρίς φόβο ή ελπίδα, με άλλα λόγια, με ελευθερία, αν πιστέψουμε στον Καζαντζάκη.

Υπάρχει μια σοβαρή αντίρρηση στην παραπάνω θέση. Η με κάθε ψυχολογικό μέσο εμφύτευση ενός “πρέπει” στο μυαλό του καθενός αποτελεί πλύση εγκεφάλου. Ο μεγαλωμένος σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς δεν διανοείται ότι υπάρχει και άλλος τρόπος ζωής. Σαν τους ανθρώπους στο Σπήλαιο του Πλάτωνος, που μόνη πραγματικότητα που γνώριζαν ήταν οι σκιές της πραγματικότητας. Καμιά πρόοδος δεν είναι δυνατή χωρίς τη φυγή από την πεπατημένη. Κι εδώ έρχεται η δεύτερη ευθύνη της πολιτείας: να διακρίνει τη δημιουργική εγκατάλειψη της πεπατημένης από την καταστροφική παραβίασή της. Καθόλου, μα καθόλου εύκολο. Οι φύλακες της “πεπατημένης”, οι εκφραστές της εξουσίας της άρχουσας τάξης, είναι οι ωφελημένοι από την υπάρχουσα κατάσταση και δεν θέλουν με κανένα τρόπο να αλλάξει. Εφαρμόζουν κάθε μέσο, φόβο, ελπίδα, παιδεία, πλύση εγκεφάλου, για να τη διατηρήσουν. Πασίγνωστη είναι η στάση της ιεράς εξέτασης απέναντι στους θεωρούμενους “αιρετικούς”, που υπήρξαν οι θεμελιωτές της σημερινής  επιστημονικής γνώσης. Και δε μιλώ μόνο για την ολοκληρωτική στάση καθεστώτων, αλλά και για την ολοκληρωτική στάση της πληθώρας των κτητόρων στα λεγόμενα “φιλελεύθερα” καθεστώτα. Από την ιατρική, που κάπως καλύτερα γνωρίζω, υπάρχει πλήθος σπουδαίων ανακαλύψεων που αντιμετωπίσθηκαν εχθρικά ή με αποσιώπηση από την κρατούσα κατάσταση. Κανένα “σοβαρό” περιοδικό δεν δημοσίευε τις μελέτες τους, ενώ οι αρχές μπορεί και να τιμωρούσαν το νεωτεριστή. Ο πρώτος διεθνώς που έκανε επιτυχή εγχείρηση καρδιάς στην Αγγλία, δεν έκανε δεύτερη, διότι κανένας συνάδελφός του δεν του έστειλε άλλο ασθενή. Ο εφευρέτης του καρδιακού καθετηριασμού δεν ήταν καρδιολόγος, έκανε καθετηριασμό στον ίδιο του τον εαυτό και γι΄ αυτό το λόγο, απολύθηκε από τη θέση του (πολύ αργότερα πήρε βραβείο Nobel). Ανακαλύψεις γύρω από τη νεφρογενή υπέρταση δεν δημοσιεύονταν εύκολα. Η πρώτη επιτυχής ανάταξη κοιλιακής μαρμαρυγής έγινε δεκτή με μεγάλη επιφυλακτικότητα αν όχι εχθρότητα. Και τα παραδείγματα δεν έχουν τέλος.

Τελικά, πώς θα ξεχωρίσει ο τσαρλατανισμός, η φυγή έξω από τα καθιερωμένα, από τη δημιουργική περιπέτεια που καταλήγει σε νέα επωφελή γνώση; Πώς θα ξεχωρίσει το κάνω ό,τι μου κατέβει, από τη δημιουργία; Φυσικά, η αποδεικτική μεθοδολογία παίζει κυρίαρχο ρόλο, αν ο καινοτόμος εφάρμοσε σωστή αποδεικτική μέθοδο. Κι αυτό μόνο οι ειδήμονες μπορούν να το εκτιμήσουν. Η βασική διαφορά όμως δεν είναι η πράξη καθαυτή, αλλά ο σκοπός της. Η δημιουργία έχει σκοπό. Κι ο σκοπός έχει τελικό αποτέλεσμα την ευεργεσία της ανθρωπότητας. Η διαφορά δεν είναι εύκολο να φανεί. Οι ειδήμονες, μια κατεστημένη κατάσταση, μπορούν να εκτιμήσουν καλύτερα από κάθε άλλον, αλλά είναι προκατειλημμένοι υπέρ της στασιμότητας (στην οποίαν έχουν εθισθεί και τους βολεύει). Η τελική κρίση επομένως πρέπει να ληφθεί από ένα απροκατάληπτο όργανο που να απηχεί τη βούληση του λαού. Σε ένα τέτοιο όργανο, αποτελούμενο από ικανό αριθμό τυχαία επιλεγμένων (με κλήρωση) ατόμων από την κοινωνία, ένα είδος ενόρκων, οφείλουν να τεθούν υπόψη από τους ειδήμονες, τα επιχειρήματά τους, υπέρ και κατά, και οι κληρωμένοι κριτές, μετά από συζήτηση, να αποφασίσουν.

Βρισκόμαστε μπροστά σε νέα καμπή του πολιτισμού. Το μέρος των ειδημόνων, το αν υπήρξε σωστή μεθοδολογία μπορεί τελικά να αντικατασταθεί με την τεχνητή νοημοσύνη. Ένας μελλοντικός υπολογιστής θα μπορεί να εκτιμήσει αν τα αποτελέσματα μιας έρευνας είναι αξιόπιστα ή όχι. Το μέρος όμως του σκοπού παραμένει (ακόμη;) αναντικατάστατο. Κι αυτό δεν αφορά μόνο τα επιστημονικά επιτεύγματα. Μια κυβέρνηση παρουσιάζει ένα νομοσχέδιο. Η βουλή το κάνει σχεδόν πάντοτε νόμο, επειδή η πλειοψηφία της είναι εκείνη από την οποίαν έχει προκύψει η κυβέρνηση. Παρουσιάζεται ένα νομοσχέδιο για την υγεία, για την παιδεία, για οτιδήποτε. Κάθε βουλευτής θα ψηφίσει ναι ή όχι, με σπανιότατες εξαιρέσεις, ανάλογα με το αν είναι συμπολίτευση ή αντιπολίτευση, όχι ανάλογα με το αν συμφωνεί ή διαφωνεί. Η διαφωνία του, αν μάλιστα γίνεται συχνά, σημαίνει πως “θέτει τον εαυτό του εκτός κόμματος”. Χωρίς φόβο και ελπίδα, και χωρίς κατευθυνόμενη παιδεία, δεν μπορεί να στηρίζεται μια πολιτεία. Όμως, αν θέλει να προχωρεί προς το μέλλον, τον τελικό λόγο για τη λήψη αποφάσεων πρέπει να τον έχει ο ίδιος ο λαός.

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΞΕΙΣ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Κοινή Γνώμη, 12 Οκτωβρίου 2021

Κάποιος μου είπε την ιστορία, αλλά δεν ξέρω πού είναι γραμμένη. Στη Σπάρτη λοιπόν είχε ανακύψει ένα σοβαρό πρόβλημα. Ένας πολίτης πρότεινε μια λύση που όλοι θεώρησαν πως είναι η καλύτερη. Όμως όλοι ήξεραν πως αυτός ήταν ένα ανέντιμο άτομο. Απέρριψαν λοιπόν την πρότασή του και ύστερα ένας άλλος, έντιμος αυτή τη φορά, επανέφερε ακριβώς την ίδια και τότε την ψήφισαν. Ακούοντας την ιστορία, σχολίασα πως αυτά έγιναν σε ένα στρατοκρατικό αυταρχικό καθεστώς και θα ήταν απαράδεκτα σε μια δημοκρατία. Προκύπτει, ωστόσο, το ερώτημα. Είναι σωστό κάτι επειδή το λέει ο κατάλληλος άνθρωπος ή είναι κάποιος σωστός, επειδή λέει τα κατάλληλα που πρέπει να πει; Αν δεν έγινε κατανοητό το ερώτημα, το επαναδιατυπώνω με ένα παράδειγμα. Θεωρούμε πως ό,τι κάνει ένας διάσημος γιατρός, δικηγόρος, μηχανικός κλπ, στη δουλειά του καθένας, είναι σωστά, ή θεωρούμε ότι κάποιος είναι καλός γιατρός, δικηγόρος, μηχανικός, επειδή κάνει τα σωστά πράγματα; Κρίνονται οι πράξεις από το ποιος τις κάνει ή κρίνεται καθένας από ό,τι κάνει;

Το δίλημμα προκύπτει από τη λογική. Θυμάμαι που μας έκανε μάθημα λογικής στο σχολείο ένας καθηγητής μας. Μας έλεγε ότι υπάρχουν απόλυτες και μερικές προτάσεις. Όταν λέω όλοι οι άνθρωποι είναι καλοί, αυτή είναι μια απόλυτη πρόταση. Αν πω όμως ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι καλοί, αυτή είναι μερική πρόταση. Μας εξηγούσε λοιπόν πως η άρνηση των μερικών προτάσεων δεν τις αναιρεί. Ζήτησε να πούμε εμείς ένα παράδειγμα. Με περισσή αυθάδεια που μου έδινε η εφηβεία, σήκωσα το χέρι και είπα: “Οι μισοι καθηγητές μας είναι αγράμματοι. Όχι, λάθος! Αναιρώ. Οι μισοί καθηγητές μας δεν είναι αγράμματοι.” Στραβομουτσούνιασε ο καθηγητής μου, αλλά παραδέχτηκε πως το παράδειγμά μου εξέφραζε αυτό που είπε. Οι σπουδαίοι άνθρωποι λοιπόν κάνουν σπουδαία πράγματα. Όχι πάντοτε όμως. Μόνο τις περισσότερες φορές. Αντίθετα, εκείνοι που συνήθως κάνουν σπουδαία πράγματα, αυτοί είναι σπουδαίοι. Και εδώ βρίσκεται ένα κλειδί για την κατανόηση των πολιτευμάτων. Στις μοναρχίες και στις ολιγαρχίες κάποιος ή κάποιοι εξορισμού είναι οι σημαντικοί, εκείνοι που έχουν εξουσία και η βούλησή τους έχει ισχύ. Αυτή η βούληση μετασχηματίζεται σε νόμο, που, με τη συμβολή των κατασταλτικών μέσων της εξουσίας (κυρίως αστυνομίας) γίνονται υποχρεωτικοί για το σύνολο. Το ιδανικό πολίτευμα θα ήταν η μοναρχία, αν ο μονάρχης είχε θεϊκές ικανότητες. “σπερ γρ θεν ν νθρώποις εκς εναι τν τοιοτον” (Αριστοτέλης). Κι επειδή κανένας δεν μπορεί να είναι θεός, η μοναρχία απορρίπτεται. Αντίθετα, ο μονάρχης με την απόλυτη εξουσία που έχει είναι ικανός βέβαια για μεγάλα έργα, αλλά και για απόλυτα καταστροφικές ενέργειες. Καθημερινές μικροκαταστροφές είναι η διαφθορά, που είναι μέγιστη στη μοναρχία, καθώς η επιτυχία οποιασδήποτε προσπάθειας χρειάζεται μέσον. “Η εξουσία έχει την τάση να διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα“. (John Dalberg-Acton). Η εξουσία μοιράζεται στην ολιγαρχία, αλλά μεταξύ προεπιλεγμένων αρχόντων, που μεταξύ αυτών των λίγων, εμείς μπορεί να έχουμε επιλέξει κάποιους. Στη δημοκρατία η εξουσία ανήκει στο σύνολο είτε με δημοψήφισμα είτε με τυχαία κληρωμένα άτομα από όλο τον πληθυσμό (βουλή και ποινικά δικαστήρια). Οι πιθανότητες τυχαίου σφάλματος στις αποφάσεις ενός τέτοιου εξουσιαστικού σώματος είναι μεγάλες, όσο και στη μοναρχία και την ολιγαρχία, αλλά οι πιθανότητες συστηματικού, προκατειλημμένου, σφάλματος είναι συγκριτκά ελάχιστες.

Η εκλογή δίνει τη δυνατότητα να επιλεγεί ο πιο κατάλληλος, αυτός που τις περισσότερες φορές ενεργεί σωστά. Αυτός θα ανήκει στην κυβέρνηση, την εκτελεστική εξουσία. Η έγκριση των εισηγήσεών του όμως θα γίνεται στη δημοκρατία από την κληρωμένη βουλή, που έτσι περιορίζει σημαντικά την πιθανότητα λανθασμένων ενεργειών.

Αυτές οι γενικές αρχές είναι απαραίτητες για την ευνομία μιας πολιτείας, αλλά φυσικά δεν λύνουν όλα τα προβλήματα, που απαιτούν ad hoc αντιμετώπιση. Η κοινωνία είναι οργανωμένη σε ρόλους. Δεν μπορώ να ξέρω αν εκείνος στον οποίον απευθύνομαι κάνει σωστά τη δουλειά του, π.χ. να με κάνει καλά όταν είμαι άρρωστος, διότι δεν είναι δυνατόν να γνωρίζω τι έχει επιτελέσει ως τώρα. Είναι πολύ πιο πρακτικό να απευθύνομαι σε κάποιον που έχει πτυχίο ιατρικής και άδεια να ασκεί αυτό το επάγγελμα, σε ένα γιατρό. Όμως ποιος χορηγεί τις παραπάνω πιστοποιήσεις; Σε ένα ευνομούμενο κράτος τις γνώσεις του επαγγελματία πιστοποιεί ένα ανάλογο ίδρυμα, όπως είναι το Πανεπιστήμιο κι όπως γίνεται στον τόπο μας. Την ικανότητα όμως να ασκεί το επάγγελμα αμφιβάλλω αν ο πιο κατάλληλος είναι ο αντίστοιχος υπουργός. Πιο αρμόδιο μου φαίνεται ένα επαγγελματικό όργανο, με την προϋπόθεση πως κι αυτό αποτελείται από δημοκρατικά επιλεγμένα άτομα. Την άδεια για δικηγορία τη δίνει ο δικηγορικός σύλλογος, για την ιατρική ο ιατρικός σύλλογος, την αρχιτεκτονική το τεχνικό επιμελητήριο κλπ, πάντοτε με την προϋπόθεση πως λειτουργούν δημοκρατικά, όπως (εδώ είναι ο ρόλος της), πιστοποιεί η κυβέρνηση. Υπενθυμίζω πως μόνο η γνώση δεν είναι ικανό κριτήριο για την άσκηση ενός επαγγέλματος, που απαιτεί και άλλες ικανότητες, όπως επικοινωνίας, εντιμότητα κλπ, αυτό που λέμε επαγγελματική συνείδηση.

Μια και ανέφερα την επικοινωνία, θα κάνω μια παρένθεση για να τονίσω τη σημασία της σύγχυσης. Σε ένα άρθρο που διάβασα του Χρήστου Χωμενίδη (Βρυκολάκιασμα, Capital.gr, 04.10.21), αυτού του “σοφού παιδιού”, κάνει ο συγγραφέας μια εξαιρετική ανάλυση των απαράδεκτων ακροαριστερών και ακροδεξιών καταστάσεων που επικρατούν διεθνώς. Και καταλήγει πως “μόνο αποτελεσματικό αντίδοτο στον νεοναζισμό (είναι) η φιλελεύθερη δημοκρατία”. Δεν συζητεί πουθενά πού στηρίζει αυτό το συμπέρασμα. Μάλλον πρόκειται για σύγχυση που του έχει επιβληθεί θεσμικά. Το διεθνές όνομά μας είναι “Ελληνική Ρεπούμπλικα” (Hellenic republic), ενώ στο Σύνταγμά μας προσδιορίζεται ως “Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία”. Όμως η δημοκρατία δεν είναι συνώνυμη με τη ρεπούμπλικα. Δεν ορίζεται ούτε με την ελευθερία ούτε με την ισότητα ούτε με την αδελφοσύνη ούτε με την ελευθερία της έκφρασης ούτε με την αρχή της ψηφοφορίας ούτε με την αρχή της πλειοψηφίας ούτε με τη δικαιοσύνη ούτε με την απουσία διαφθοράς κλπ, αλλά μόνο με ένα κριτήριο: την κλήρωση των αρχόντων μεταξύ όλων των πολιτών στις εξουσίες όπου το μόνο που απαιτείται είναι εντιμότητα και κοινός νους. “Λέγω  δ΄  οἷον  δοκεῖ  δημοκρατικὸν  μὲν  εἶναι  τὸ  κληρωτὰς  εἶναι  τὰς  ἀρχὰς, τὸ  δ΄  αἱρετὰς  ὀλιγαρχικὸν” (Αριστοτέλης). Επιπλέον, η δημοκρατία εξελίσσεται. Στην αρχαία Αθήνα ο Πελοποννησιακός πόλεμος δεν της επέτρεψε να προχωρήσει σε ένταξη στους πολίτες των γυναικών, των μετοίκων, των δούλων. Ούτε, πολύ περισσότερο, στην ένταξη των συμμάχων, στους οποίους είχε λάβει ηγεμονική θέση.

ΕΙΝΑΙ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ;

Δημήτρης Α. Σιδερής, dimitrissideris.wordpress.com

Ηπειρωτικός Αγών. 9 Οκτωβρίου 2021

Δεν πάει άλλο. Μας χωρίζουν πολλαπλά στα δύο και ανάλογα μας συμπεριφέρονται. Χωρίζουν τους οδηγούς σε ασφαλισμένους και ανασφάλιστους. Στους ανασφάλιστους επιβάλλουν ποινές. Γιατί, κύριε; Όλοι ίσοι δεν είμαστε; Δεν είμαστε ελεύθεροι; Αν θέλω ασφαλίζομαι, αν δεν θέλω, όχι. Μας χωρίζουν σε ληστές και νοικοκυραίους. Τους ληστές στη φυλακή. Τους νοικοκυραίους έξω. Γιατί δηλαδή; Δεν είμαστε όλοι ίδιοι; Μας διαιρούν σε εμβολιασμένους και ανεμβολίαστους. Οι ανεμβολίαστοι απολύονται από τη δουλειά τους και δεν μπορούν να μπουν σε μαγαζιά. Οι εμβολιασμένοι κάνουν ό,τι θέλουν. Ε, όχι! Πάει πολύ. Πού είναι η δημοκρατία μας; Πού τα ανθρώπινα δικαιώματα; Η πολιτεία πρέπει να συμπεριφέρεται σε όλους το ίδιο. Αλλιώς είναι ρατσισμός!

Φυσικά δεν είναι έτσι. Η κοινωνία, για να επιβιώνει, έχει ανάγκη να επιβάλλει περιορισμούς στα μέλη της. Να μην κάνουν ό,τι θέλουν, αλλά εφόσον τους το επιτρέπει η πολιτεία τους. Μπορούν να τρώνε από τον απαγορευμένο καρπό, αλλά, αν το κάνουν, θα αντιμετωπίσουν τις συνέπειες αυτοί, ακόμη και οι απόγονοί τους εσαεί! Η φύση μας επιβάλλει περιορισμούς που τους ονομάζομε φυσικούς νόμους, όπως ο νόμος της βαρύτητας. Δεν μπορούμε να τους παραβούμε ούτε να τους αλλάξουμε. Βέβαια, ως ένα βαθμό τους αντισταθμίζομε, για παράδειγμα συντηρώντας φωτιά για το κρύο, κυλώντας αντί σέρνοντας για την τριβή, πετώντας με αερόστατο, αεροπλάνο ή πύραυλο για τη βαρύτητα. Όμως και η κοινωνία μας επιβάλλει περιορισμούς, τους νόμους του δικαίου. Δεν μπορούμε να τους παραβούμε ατιμώρητα. Όμως, αντίθετα από τους φυσικούς, μπορούμε, όχι μόνο να τους αντισταθμίζουμε (διαμέσου της δικαιοσύνης), αλλά και να τους αλλάξουμε (διαμέσου της βουλής).

Και τώρα έρχεται το δίλημμα. Τη στιγμή της εισόδου μας στην όποια κοινωνία (π.χ. βάπτισμα, περιτομή, εγγραφή στο ληξιαρχείο) είμαστε όλοι κοινωνικά ίσοι, αν και βιολογικά διαφορετικοί. Μπορεί οι άντρες να γονιμοποιούν και οι γυναίκες να κυοφορούν, αλλά. κοινωνικά δεν είμαστε καν αρσενικοί άντρες ή θηλυκές γυναίκες· είμαστε ουδέτερα άτομα. Από κοινωνική άποψη πάντοτε. Οι περιορισμοί που επιβάλλει η κοινωνία χωρίζουν αναγκαστικά τα μέλη της σε δύο κατηγορίες: στους παραβάτες και στους πειθαρχικούς. Ως ποιο σημείο όμως επιτρέπεται τέτοιος διαχωρισμός; Οι διαχωρισμοί πρέπει να είναι αισθητοί, αντιληπτοί από την κοινωνία. Να τους χωρίσουμε σε άσπρους και εγχρώμους, σε Έλληνες και βαρβάρους, σε Άρειους και Εβραίους; Ο διαχωρισμός σε μια ευνομούμενη πολιτεία αφορά όχι στο ποιος είναι καθένας, αλλά στο τι κάνει. Το ποιος είμαι καθορίζεται από παράγοντες που δεν ελέγχω. Για το τι κάνω όμως εγώ έχω την ευθύνη.

Εγώ; ποιος είμαι εγώ; Εγώ είμαι ο νοητός Εγώ, άβατος για τις αισθήσεις των πάντων εκτός από τον εαυτό μου. Μπορεί να στηρίζομαι στο αισθητό Εγώ μου, κληρονομημένo, γραμμένο στο γονικό DNA μου, και στην κοινωνική δομή μου, το πώς γίνομαι αντιληπτός από το έλλογο περιβάλλον μου, αλλά εγώ είμαι εκείνος που έχει και εκείνος που θέλει. Όταν η ποινή είναι π.χ. μαστίγωση, το σώμα μου την υφίσταται, αλλά Εγώ ο νοητός υποφέρω. Όταν περιορίζομαι στη φυλακή ή αλλιώς, οι κινήσεις μου περιορίζονται, αλλά Εγώ ο νοητός υποφέρω.

Το ποιος αισθητά είμαι συνάγεται από το τι κάνω. Και το τι κάνω εξαρτάται από τα αντανακλαστικά μου, φυσικά και επίκτητα (εξαρτημένα). Είναι εξίσου ισχυρά και τα δύο. Το είπε συνοπτικά ο Σταγειρίτης: ‘Εξις δευτέρα φύσις. Ωστόσο, υπάρχει κάποια διαφορά μεταξύ τους. Η έξη, για να αποκτηθεί χρειάζεται την επανάληψη. Όπως με την επανάληψη αποκτάται, έτσι μπορεί να εξαλειφθεί. Ποτέ ίσως τελείως, αλλά μπορούμε να απαλλαγούμε από τη συνήθεια να καπνίζουμε, να βρίζουμε, να βλαστημάμε κλπ αποσυνδέοντας συνειδητά την πράξη από την επιθυμία που η έξη μας γεννά. Και η κοινωνία, εκτός από το ότι φροντίζει τα μέλη της να συμπεριφέρονται όπως πρέπει, δηλαδή να επιδιώκουν τους σκοπούς του καθένα χωρίς να εμποδίζει άλλους να επιδιώκουν τους δικούς τους, νοιάζεται και να αποκτήσουν συγκεκριμένες έξεις. Αυτός είναι ο προορισμός της παιδείας. Να κάνουν κάτι σαν να το έκαναν επειδή είναι κάποιοι.

Κάνω αυτή τη συζήτηση, διότι η κοινωνία παρέχει πιστοποιήσεις για το τι είναι καθένας. Και δεν αρκείται στα φυσικά αντανακλαστικά (φύση) αλλά και στα επίκτητα (έξη). Έτσι πιστοποιεί πως κάποιος είναι γιατρός, δικηγόρος, μηχανικός, παπάς, αξιωματικός κλπ. Και ξεχωρίζει τη συμπεριφορά της απέναντί στο τι είναι ο καθένας. Πόσο ρατσισμός είναι να επιτρέπεις σε κάποιον γιατρό να κάνει ενδοφλέβιες ενέσεις ή άλλες ιατρικές πράξεις, αλλά όχι σε μη γιατρό; Νομίζω πως η πιστοποίηση είναι λάθος να ορίζει τι είναι κάποιος. Οφείλει να ορίζει τι θεωρεί η κοινωνία πως είναι ικανός να κάνει και, παραπέρα, ότι επιτρέπεται να ασκεί την ιατρική, τη δικηγορία, τη μηχανική, την ιερουργία, τη στρατιωτική άμυνα κλπ. Ενδεχομένως μάλιστα επιβάλλει κυρώσεις στους παραβάτες. Όχι, βέβαια, αυτό δεν είναι ρατσισμός. Είναι, αντίθετα, εξασφάλιση του συνόλου απέναντι σε όποιον παραβαίνει τους συναποφασισμένους νόμους και μπορεί, αυτός, να είναι ρατσιστής.

Από δω κι έπειτα το θέμα είναι πώς συναποφασίζονται οι νόμοι. Μπορεί να τους αποφασίζει ένας, στη μοναρχία, και οι άλλοι το ανέχονται, μη μπορώντας να κάνουν αλλιώς. Μπορεί να τους αποφασίζουν λίγοι ρατσιστικά εκλεκτοί και μάλιστα από αυτούς τους λίγους μπορεί οι άλλοι να επιλέγουν ποιους από αυτούς ανέχονται. Αυτή είναι η ολιγαρχία. Στον τόπο μας αυτό το σύστημα ονομάζεται διεθνώς ρεπούμπλικα (Hellenic Republic), αλλά εδώ ονομάζεται “Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία”. Ή μπορεί να τους αποφασίζει ο ίδιος ο λαός είτε, ιδανικά, με δημοψήφισμα (εκκλησία του δήμου το έλεγαν οι πρόγονοί μας) ή, καθώς το δημοψήφισμα είναι δύσχρηστο με πολύ μεγάλο αριθμό ατόμων που δεν γνωρίζονται καν μεταξύ τους, με ένα τυχαία. με κλήρωση, επιλεγμένο δείγμα του (βουλή). Μια κληρωμένη βουλή, σαν τα ορκωτά δικαστήρια, έχει τις ιδιότητες που της προσδιορίζουν οι απρόσωποι νόμοι των μαθηματικών. Έχει βούληση κατά μέσον όρο ίδια με του συνόλου, αλλά διαθέτει και τυχαίο σφάλμα, δηλαδή προϋπολογισμένη απόκλιση από το μέσον όρο του συνόλου. Αντίθετα μια βουλή εκλεγμένη μεταξύ προεπιλεγμένων υποψηφίων (ολιγαρχία, ρεπούμπλικα) έχει παρόμοιο τυχαίο σφάλμα, αλλά επιπλέον και συστηματικό. Οι βουλευτές δηλαδή είναι υποχρεωμένοι, με κυρώσεις, να μην αποφασίζουν κατά τη συνείδησή τους, αλλά κατά τις επιταγές του κόμματος που εκπροσωπούν, των ψηφοφόρων τους και της παρούσας γενιάς (αφού οι επόμενες δεν ψηφίζουν τώρα). Δεν είναι περίεργο επομένως οι πολίτες να αντιδρούν στις αποφάσεις μιας ολιγαρχικής βουλής και κυβέρνησης αφού δεν εκπροσωπούν τη βούλησή τους, αλλά εκείνη μιας ολιγαρχίας.

ΓΙΑΤΙ ΤΥΦΛΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Πρωινός Λόγος, Τρίκαλα, 7 Οκτωβρίου 2021

Όταν, προ αμνημονεύτων ετών, έγραφα τη διδακτορική διατριβή μου, είχα μια αρχαία γραφομηχανή OLIVER, λεφτά δεν είχα, οπότε τη δακτυλογραφούσα μόνος μου. Με ένα δάκτυλο, συνήθως το μέσο, έβλεπα και πατούσα ένα ένα τα πλήκτρα της μηχανής. Έβλεπα όμως κάποιες δακτυλογράφους που σαν πολυβόλα, πατούσαν τα γράμματα χωρίς να κοιτάζουν και μάλιστα χρησιμοποιώντας και τα δέκα δάκτυλα των χεριών τους. Πώς τα κατάφερναν; Είχα συνηθίσει να γράφω με το χέρι και το μολύβι στο χαρτί πολύ γρήγορα, αλλά αυτές πληκτρολογούσαν ακόμα πιο γρήγορα. Μεγάλος πια, στα 60 χρόνια μου, απόκτησα τον ηλεκτρονικό υπολογιστή μου που είχε πληκτρολόγιο και άρχισα δειλά δειλά να γράφω τα κείμενά μου σ΄ αυτόν. Στην αρχή τα έγραφα στο χέρι και τα μετέφερα στη συνέχεια στον ηλεκτρονικό δαίμονα. Σιγά σιγά προσπάθησα και κατάφερα να μεταδώσω στο ηλεκτρονικό σύστημα τη σκέψη μου άμεσα χωρίς να την περάσω προηγουμένως διαμέσου της χειρογραφίας. Επιπλέον, άρχισα να χρησιμοποιώ και τα δέκα δάκτυλά μου σαν τις παλιές έμπειρες δακτυλογράφους. Και πρόσεξα κάτι. Όταν, για να γράψω, το βλέμμα μου παρακολουθεί πού ακριβώς τοποθετώ τα δάκτυλά μου, κάνω πολλά λάθη. Όταν, αντίθετα το βλέμμα μου προσηλώνεται στην οθόνη, στο κείμενο που προκύπτει, τα λάθη μου είναι σημαντικά λιγότερα.

Η παραπάνω διαδικασία ακολουθείται σε κάθε έργο που μαθαίνεται. Όταν μάθαινα να οδηγώ, η προσοχή μου ήταν στραμμένη στη δουλειά που έκαναν τα χέρια και τα πόδια μου, στο τιμόνι, τις ταχύτητες, το αμπραγιάζ, το φρένο, το γκάζι κλπ. Όταν επιτέλους έμαθα τα κάνω όλα αυτά χωρίς να σκέφτομαι, αυτόματα, η προσοχή μου στρέφεται στο δρόμο μου, πώς πηγαίνω, πώς να αποφεύγω τις λακκούβες, αν υπάρχουν, και πώς τα άλλα αυτοκίνητα με τους απρόσεκτους οδηγούς, κι ακόμη, το κυριότερο, πού πηγαίνω.

Κάθε έργο περνά από τρία στάδια. Πρώτο είναι ο σκοπός¸ τι θα έχει γίνει μετά την αποπεράτωσή του, που δεν υπήρχε προηγουμένως. Δεύτερο, είναι η μέθοδος, από ποια διαδοχικά στάδια θα περάσει η διαδικασία για να επιτευχθεί ο σκοπός. Τρίτο είναι η αξιολόγηση: το έργο που επιτελείται σε όλα τα στάδια είναι σύμφωνο με το σκοπό που έχει προδιαγραφεί; Χωρίς και τα τρία στάδια το έργο έχει μεγάλες πιθανότητες αφενός να καθυστερήσει και αφετέρου να συντελεσθεί με ατέλειες – αν τελικά τελειώσει. Ανάλογα με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης, ενδέχεται να τροποποιηθεί λίγο ο σκοπός, να αλλάξει η μεθοδολογία ή και ο τρόπος αξιολόγησης, για τη συνέχιση του επόμενου κύκλου – έλιξης – που υπηρετεί μιαν απώτερη αποστολή.

Αρκετά συχνά οι υπεύθυνοι έχουν επιχειρήσει να επιβάλουν την αξιολόγηση στους υπαλλήλους τους και κατά κανόνα αυτοί αντιδρούν. Όχι σπάνια, έντονα, φτάνοντας στο σημείο να αρνούνται την επιτέλεση του έργου (απεργία). Γιατί τόση αντίδραση σε κάτι που ηχεί τόσο αυτονόητο και τελικά δίκαιο; Στο κάτω κάτω, το φιλεργατικό, σοσιαλιστικό δόγμα είναι ότι καθένας πρέπει να απολαμβάνει ανάλογα με την προσφορά του. Χωρίς αξιολόγηση όμως, πώς θα εκτιμηθεί η προσφορά; Φθάνομε στην αντιπαραγωγική ισοπέδωση, όλοι το ίδιο ή, το πολύ, ανάλογα με την αρχαιότητα καθενός, την επετηρίδα. Το τελευταίο στηρίζεται στο δόγμα ότι ο αρχαιότερος είναι πιο έμπειρος και, επομένως, αποδίδει καλύτερα. Ναι, αλλά ο νεότερος είναι πιο έτοιμος να εφαρμόσει καινοτομίες που προωθούν καλύτερα το έργο. Γιατί λοιπόν τόση αντίδραση;

Φυσικά μου είναι ενοχλητικό να αξιολογούμαι, να κρίνομαι. Από το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί η εξέλιξή μου και επομένως το μέλλον μου. Εξάλλου, το έργο που επιτελώ πρέπει να μην είναι διαρκώς το έργο που επιτελούσα επαναλαμβάνοντάς το σα γραμμόφωνο, αλλά να βελτιώνεται διαρκώς ανάλογα με τις τεχνολογικές προόδους και αυτό απαιτεί κόπο. Είναι πολύ πιο βολικό, χουζουρλίδικο, να κάνω πάντα ό,τι πάντα. Όμως, η κοινωνία δεν ενδιαφέρεται άμεσα για μένα ως εργαζόμενο, αλλά για το έργο που επιτελώ. Επομένως, μεγάλο μέρος της ευθύνης μεταβιβάζεται στην εξουσία που είναι υπεύθυνη να άρχει στην κοινωνία. Και αναρωτιέμαι, είναι τα συστήματα αξιολόγησης αυτά που πρέπει για να υπηρετούν την αποστολή της;

Και πρώτα, αξιολογεί η διαδικασία το έργο που επιτελείται αν είναι σύμφωνο με το σκοπό που έχει προδιαγραφεί; Αυτό πρϋποθέτει ότι ο αξιολογούμενος γνωρίζει εκ των προτέρων το σκοπό του έργου που θα κάνει. Ο οδηγός του αυτοκινήτου, δεν ξέρει μόνο να χειρίζεται το φρένο και το γκάζι, αλλά και, προπάντων, πού πρέπει να πάει. Συνήθως οι υπάλληλοι έχουν μάθει τη συγκεκριμένη δουλειά που πρέπει να κάνουν και τίποτε παραπάνω. Αυτό όμως δεν είναι δικιά τους εργασία, αλλά δουλειά για κάποιον άλλον, πρόσωπο ή απρόσωπο. Και δεύτερο, η αξιολόγηση δεν γίνεται τόσο παρατηρώντας τι κάνει ο κρινόμενος, αλλά μάλλον μελετώντας την ποιότητα του παραγόμενου έργου από αυτόν. Ο δάσκαλος, π.χ. δεν κρίνεται από το πόσο καλά διδάσκει ή από το πόσο ευχάριστος είναι στους μαθητές του, αλλά από την επίδοση των μαθητών του σε μιαν ανεξάρτητη κρίση, όπως είναι οι πανελλήνιες εξετάσεις. Όπως ο δακτυλογράφος δεν κρίνεται από το πώς πατά τα πλήκτρα του πληκτρολογίου του, αλλά από τα λάθη που εμφανίζονται στο κείμενο που προκύπτει. Η άμεση κρίση του εργαζομένου, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα είναι όχι μόνο σχεδόν άχρηστη, αλλά και ενδεχομένως προσβλητική για την προσωπικότητά του.

Τα έργα καθενός επαναλαμβάνονται διαρκώς τα ίδια, περνώντας από τα ίδια τρία στάδια. σκοπός, μέθοδος, αξιολόγηση, με διαρκείς παραλλαγές. Οι σκοποί επηρεάζονται από αφενός εξωγενείς παράγοντες, τις μεταβαλλόμενες κοινωνικές ανάγκες και πόρους και αφετέρου, από τη ρεαλιστικότητα, κατά πόσον είναι δυνατό να επιτευχθούν, όπως προκύπτει από την αξιολόγηση. Με την επανάληψη, η όλη διαδικασία μαθαίνεται, έτσι που γίνεται αντανακλαστικά, αυτόματα, ταχύτερα και με λιγότερα λάθη, ενώ η προσοχή στρέφεται προς τους σκοπούς. Για την όλη διαδικασία, το στάδιο της αξιολόγησης είναι απαραίτητο, αλλά με την προϋπόθεση ότι συνδέεται με την όλη διαδικασία όπως τονίσθηκε παραπάνω. Αλλιώς, σωστά διαμαρτύρονται οι υπάλληλοι που αντιδρούν στην επιβολή της, μόνο που θα όφειλαν όχι να την αρνούνται, αλλά να απαιτούν να προσαρμόζεται στις παραπάνω προδιαγραφές.

Η αξιολόγηση, μολονότι, ενοχλητική και αγχογόνος, βελτιώνει τον εργαζόμενο, όχι μόνο διότι, με την καλύτερη απόδοσή του πρέπει να έχει ανώτερες αμοιβές, αλλά και διότι, βελτιώνεται ο ίδιος. Στη σημερινή εποχή που οι περισσότεροι είναι αναγκασμένοι να αλλάζουν δουλειά αρκετές φορές στη ζωή τους, η διαρκής βελτίωσή τους είναι απαραίτητη για την επιδίωξη και κατάληψη μιας νέας δουλειάς.

ΚΟΡΩΝΟΪΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Ναξιακά Γράμματα, Απρ-Ιούν 2021, 3.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ (10 Δεκεμβρίου 2020)                                           

Όχι, δεν είναι από την Κόρωνο. Όμως μας ενδιαφέρει, διότι αφορά την Οικουμένη ολόκληρη. Θα συζητήσω κάποια ζητήματα για τον ιό και την πανδημία που μας έχει αναστατώσει μέσα στο 2020.

Πανδημία. Επιδημία είναι μια λοιμώδης ασθένεια που εξαπλώνεται σε μεγάλο τμήμα του πληθυσμού μιας ευρύτερης περιοχής. Πανδημία είναι η επιδημία που έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη χώρα ή ευρύτερα σε χώρες γεωγραφικής περιοχής ακόμα και ηπείρους. Τα λεξικά δίνουν ποικίλους ορισμούς. Αν κάποιος θέλει να αποδείξει, ντε και καλά, πως δεν έχομε αυτή τη στιγμή μια πανδημία, είναι εύκολο. Θα ψάξει όλα τα λεξικά, και, δε γίνεται, θα βρει έναν ορισμό που δεν θα ταιριάζει απόλυτα σε όλα τα σημεία του με την τρέχουσα απειλή. Δεν πρέπει να συγχέεται η λοιμώδης ασθένεια με την αντίστοιχη πανδημία. Η νόσος οφείλεται σε κάποιο παράσιτο ή μικροοργανισμό, πρωτόζωο, μικρόβιο, ιό κλπ· κύρια αιτία όμως των επιδημιών είναι ο συνωστισμός των ανθρώπων. Για παράδειγμα, ο τυφοειδής πυρετός οφείλεται σε ένα μικρόβιο που καταπίνομε, τη σαλμονέλα. Όμως μια επιδημία από σαλμονέλες οφείλεται στο ότι μεγάλο πλήθος πίνει νερό ή τρώει από την ίδια πηγή που σκορπάει το μικρόβιο. Έτσι ενώ τα αντιβιοτικά που διαθέτομε σήμερα σκοτώνουν εύκολα τη σαλμονέλα και θεραπεύουν τον άρρωστο, η αντιμετώπιση της επιδημίας από σαλμονέλα απαιτεί κοινωνικά έργα, όπως κατασκευή υγιεινών τρόπων επισιτισμού, ύδρευσης, αποχέτευσης κλπ. Γενικά, η νόσος είναι πρωτευόντως ατομικό και ιατρικό πρόβλημα, ενώ η πανδημία είναι κυρίως κοινωνικό πρόβλημα.

Κορωνοϊός. Αίτιο της τρέχουσας πανδημίας είναι ο κορωνοϊός, με επίσημο όνομα COVID-19. Είναι ένα μικρούτσικο μόριο ριβοζονουκλεϊνικού οξέος (RNA), πιο λεπτόσωμο κι από τις ακτίνες του φωτός, έτσι που κανένα μικροσκόπιο δεν μπορεί να τον κάνει ορατό. Κι όμως η σύγχρονη θαυμαστή τεχνολογία ενεργεί σαν ένας ιλιγγιώδης μεγεθυντικός φακός, κι έτσι, έμμεσα, τον “βλέπομε”. Τόσο μικρός είναι, που μπορεί να περάσει από οποιοδήποτε κενό βρει μπροστά του. Όμως είναι αριστοκράτης. Κυκλοφορεί μόνον εποχούμενος. Συνηθισμένα οχήματα που τον μεταφέρουν είναι τα σταγονίδια που εκπέμπουν οι φορείς του με το βήχα, το φτάρνισμα, το γέλιο, ακόμη και την απλή ομιλία. Και την πορεία αυτών των οχημάτων μπορεί να τη σταματήσει ένα κοινό πανάκι. Έξω από το σώμα των ζωντανών οργανισμών καταστρέφεται ο ιός μέσα σε λίγες ώρες ή έστω λίγες μέρες. Μέσα στο σώμα τους πολλαπλασιάζεται, έξω από αυτό πεθαίνει. Η νόσος από τον κορωνοϊό είναι συνήθως πολύ ελαφριά με πολύ μικρή θνητότητα. Ελάχιστοι δηλαδή από όσους μολύνονται πεθαίνουν. Επομένως ΔΕΝ ΜΑΣ ΠΑΝΙΚΟΒΑΛΛΕΙ. Η θνητότητα από κορωνοϊό είναι μικρότερη από πολλές επιδημίες γρίπης, ή λίγο μεγαλύτερη από κάποιες άλλες. Έχει όμως μιαν ασυνήθιστα μεγάλη μεταδοτικότητα. Μέσα σε ελάχιστους μήνες ξαπλώθηκε σ΄ ολόκληρο τον πλανήτη. Αυτό σημαίνει ότι αιφνιδιάζει τις πολιτείες! Αν και η θνητότητα είναι πολύ χαμηλή, μέσα σε πολύ βραχύ διάστημα νοσούν μεγάλο πλήθος ατόμων και επομένως ο ολικός αριθμός εκείνων που θα πεθάνουν σε βραχύ χρόνο, η θνησιμότητα δηλαδή, είναι μεγάλος. Επομένως, ΔΕΝ ΕΦΗΣΥΧΑΖΟΜΕ. Τέλος, η μετάδοση μπορεί να γίνει από ασυμπτωματικούς φορείς. Βέβαια, καθώς δεν βήχουν ή φταρνίζονται, είναι λιγότερο επικίνδυνοι, αλλά δεν παύει να είναι δυνητικά επικίνδυνος μεταδότης καθένας που βλέπομε γύρω μας.

Αντιμετώπιση. Τελευταία φορά που η ανθρωπότητα αντιμετώπισε παρόμοια κατάσταση ήταν πριν από ένα αιώνα με την “ισπανική γρίπη” στην οποία πέθαναν μερικές δεκάδες εκατομμυρίων ανθρώπων, περισσότεροι από όσοι στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που μόλις είχε λήξει. Σήμερα, τα αντιβιοτικά που διαθέτομε μπορούν να αντιμετωπίσουν μικρόβια που βρίσκουν την ευκαιρία να ασκήσουν τη θανατηφόρο δράση τους στον εξασθενημένο οργανισμό. Ωστόσο, δεν μπορούμε να στηριζόμαστε σ΄ αυτά. Πρώτο, τα αντιβιοτικά, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν δρουν εναντίον των ιών. Δεύτερο, έχει γίνει αλόγιστη κατάχρησή τους. Μόλις νοιώσουμε λίγο πυρετό ζητάμε από το φαρμακοποιό ένα αντιβιοτικό. Εξάλλου, οι εκτροφείς ζώων τα χρησιμοποιούν κατά κόρον. Έτσι όμως είμαστε πια σήμερα μπροστά σε στρατιές μικροβίων που έχουν γίνει ανθεκτικά στα αντιβιοτικά. Και η δυνατότητα της τεχνολογίας να παραγάγει καινούργια φαίνεται να έχει κορεσθεί. Η χλωροκίνη, η κορτιζόνη και η κολχικίνη προσφέρουν βοήθεια που είναι στατιστικά σημαντική, αλλά ουσιαστικά πολύ μικρή. Στην πραγματικότητα είμαστε σχεδόν άοπλοι απέναντι στον εχθρό.

Πρόληψη. Καθώς δεν διαθέτομε φάρμακο που να σκοτώνει τον κορωνοϊό, η άμυνά μας είναι πρώτιστα προληπτική, που σημαίνει αφενός ενίσχυση της άμυνάς μας και αφετέρου παρεμπόδιση της μετάδοσης. Εμβόλια κατά του κορωνοϊού και μέτρα κατά της πανδημίας. Πολύ γενικά, η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια των εμβολίων έχει αποδειχθεί. Οι λοιμώδεις νόσοι, αν δεν σκοτώσουν το θύμα τους, το αφήνουν συνήθως με ανοσία που διαρκεί άλλοτε άλλο χρονικό διάστημα. Ο οργανισμός εκείνου που αρρωσταίνει βρίσκεται σε συναγερμό και αφενός επιστρατεύει ειδικά κύτταρα που τρώνε τους εισβολείς (φαγοκύτταρα) και αφετέρου παράγει ειδικές ουσίες, τα αντισώματα, που αναγνωρίζουν ειδικά ένα μόνο νοσογόνο παράγοντα και τον καταστρέφουν. Τα εμβόλια λοιπόν έχουν την ικανότητα να διεγείρουν τον οργανισμό να παραγάγει τις αμυντικές του δυνάμεις χωρίς να τον αρρωσταίνουν, προκαλώντας σπάνια κάποια μικροενόχληση, π.χ. πόνο στο μέρος της ένεσης, ή λίγα δέκατα, που μπορούν να διαρκέσουν λίγες μέρες. Η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια των εμβολίων γενικά έχει αποδειχθεί. Ο υποχρεωτικός εμβολιασμός όλου του πληθυσμού της γης για την ευλογιά, εξαφάνισε αυτή τη μάστιγα που σκότωνε εκατομμύρια ανθρώπων και άλλους τους άφηνε ισόβια σημαδεμένους (“βλογιοκομμένους”). Η ιλαρά κόντευε να εξαφανισθεί κι αυτή, όταν πριν από σχεδόν δύο δεκαετίες ένας Άγγλος ερευνητής, ο Wakefield, παρατήρησε ότι πολλά από τα παιδιά που είχαν εμβολιασθεί κατά της ιλαράς εμφάνισαν αυτισμό και κολίτιδα. Η εργασία του δημοσιεύθηκε στα πιο έγκυρα ιατρικά περιοδικά και από αυτά σε όλα τα λαϊκά μέσα ενημέρωσης. Το αποτέλεσμα ήταν ότι πολλοί γονείς αρνήθηκαν να εμβολιασθούν τα παιδιά τους. Και η ιλαρά που απουσίαζε για χρόνια πολλά από την Αγγλία έκανε την επανεμφάνισή της με ρυθμούς επικίνδυνους. Στο μεταξύ, 12 έτη μετά την πρώτη δημοσίευση, έγινε εξονυχιστικός έλεγχος στα δεδομένα της εργασίας του ερευνητή και βρέθηκε ότι τα στοιχεία του ήταν ψευδή, ενώ η έρευνά του είχε χρηματοδοτηθεί από δικηγόρους που ασκούσαν αγωγές εναντίον κατασκευαστών εμβολίων. Ο ίδιος το είχε αποσιωπήσει. Κατάλοιπο αυτής της ενέργειας ήταν ότι ξεκίνησε και απλώθηκε ένα κύμα εμβολιοφοβίας που συνεχίζεται ως σήμερα και αναπαράγεται με τη δύναμη της φήμης από τον ένα στον άλλο. Ο άλλος τρόπος πρόληψης είναι όχι κατά του κορωνοϊού, αλλά κατά της πανδημίας. Η πρόληψη γενικά έχει πολλαπλά και πολύπλοκα προβλήματα. Δεν υπάρχει ιατρική πράξη που να είναι 100% αποτελεσματική και 100% ασφαλής. Όταν είμαι άρρωστος και υποφέρω ή κινδυνεύω να πεθάνω, δέχομαι μια θεραπεία που είναι π.χ. αποτελεσματική στους 80 από τους 100 που τους εφαρμόζεται και επικίνδυνη σε 5 από τους 100. Όταν είμαι υγιής όμως, γιατί να δεχθώ τέτοιο κίνδυνο; Στην πρόληψη απαιτούμε αποτελεσματικότητα πάνω από 90% και κίνδυνο ασήμαντα μικρό. Μην παρασυρόμαστε, ωστόσο. Θα δεχόσαστε να πάρετε ένα φάρμακο που μπορεί να προκαλέσει σοβαρή ηπατική βλάβη και, ενδεχομένως θανατηφόρο δερματική βλάβη, όπως το σύνδρομο Stevens-Johnson και η τοξική νεκρωτική επιδερμόλυση; Ε, λοιπόν αυτό είναι η παρακεταμόλη, το Depon ή Panadol. Είναι όμως τόσο σπάνιες αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες που, αν δεν υπάρχει ειδικός λόγος, δεν τις λογαριάζομε. Άλλο ένα πρόβλημα με την πρόληψη είναι ότι ο θεραπευόμενος γνωρίζει ότι ήταν άρρωστος, έγινε καλά με τη θεραπεία και ευγνωμονεί. Με την πρόληψη κανένας δεν γνωρίζει αν ωφελήθηκε. Μπορεί και χωρίς την προληπτική αγωγή να μην είχε ποτέ αρρωστήσει. Όλοι αυτοί οι ενδοιασμοί αφορούν κάθε είδους προληπτική ενέργεια και συνεπάγονται σοβαρά και δυσεπίλυτα πολιτικά προβλήματα. Επιτρέπεται η πρόληψη να είναι υποχρεωτική, δηλαδή με την αστυνομία; Απαιτώ ως πολίτης όλοι οι οδηγοί (ή τα αυτοκίνητά τους) να είναι ασφαλισμένοι. Η ασφάλειά τους ούτε τους ίδιους προφυλάσσει ούτε εκείνους που μπορούν να τους προκαλέσουν ζημιά από ατύχημα. Αν όμως συμβεί ατύχημα, απαιτώ να μπορεί να μου αποκατασταθεί η βλάβη ή να αποζημιωθώ, έστω και αν ο αίτιος δεν έχει τα οικονομικά μέσα. Εδώ και 7 δεκαετίες δεν έχομε πόλεμο με κανέναν. Όμως απαιτώ όλοι οι Έλληνες πολίτες να υπηρετούν μια στρατιωτική θητεία και να θυσιάζουμε μεγαλύτερο ποσοστό του προϋπολογισμού μας από κάθε άλλη χώρα στην Ευρώπη για αμυντικές δαπάνες. Κι αν δεν γίνει ποτέ πόλεμος; Να πάνε όλες αυτές οι θυσίες στράφι; Όπως είπαμε παραπάνω, ένα πανάκι μπορεί να ανακόψει την πορεία των κορωνοϊών. Τα γενικά μέτρα κατά της πανδημίας που είναι αερομεταφερόμενη αφορούν αφενός την υποχρεωτική χρήση μάσκας από όλους και αφετέρου την τήρηση αποστάσεων μεταξύ όλων. Αυτά, ιδίως το τελευταίο, έχουν κόστος μεγάλο και όχι μόνο οικονομικό.

Η μάσκα ανακόπτει το μεγαλύτερο μέρος (όχι το σύνολο) των ιών που διασπείρουν γύρω τους οι φορείς. Παράλληλα, αν φορώ και εγώ μάσκα, εμποδίζεται η είσοδος μέσα μου του μεγαλύτερου μέρους (όχι του συνόλου) των ιών, που μεταφέρονται στον αέρα. Αν φορούμε και οι δύο, έχω ασφάλεια για τη μετάδοσή του πολλαπλάσια. Αν τηρούμε και κάποιες αποστάσεις μεταξύ μας, τα σταγονίδια που τους μεταφέρουν προλαβαίνουν, πριν φθάσουν από τον ένα στον άλλο, να πέσουν στο έδαφος, όπου, μετά από λίγο θα έχουν αυτοεξουδετερωθεί.

Μια επιδημία σταματά αυτόματα, όταν έχουν αποκτήσει ανοσία περίπου 70% του πληθυσμού. Αυτή είναι η “αγελαία ανοσία”. Ακόμη και χωρίς ανοσία τότε, κάποιος είναι μάλλον ασφαλής, διότι οι πιθανότητες να συναντήσει ένα φορέα είναι πολύ λίγες. Μη βρίσκοντας ξενιστές που να τους συντηρούν, πεθαίνουν οι ιοί και η επιδημία εξαφανίζεται. Στην παρούσα περίπτωση, αν περιμένουμε να αποκτήσουν φυσική ανοσία τέτοια ποσοστά, θα πρέπει να αρρωστήσουν περί τα 7 εκατομμύρια του Ελληνικού πληθυσμού που σημαίνει πως σε βραχύ χρονικό διάστημα θα έχουμε γύρω στους 70 000 θανάτους. Δεν μπορούμε να περιμένουμε την αγελαία ανοσία. Μένει να προκαλέσουμε ανοσία σε >70% του πληθυσμού με εμβολιασμό.

Η εξασφάλιση ικανοποιητικής αποτελεσματικότητας και ασφάλειας για ένα φάρμακο απαιτεί κανονικά έρευνα για >10 χρόνια περίπου. Εμβόλια για τον κορωνοϊό, κάτω από τη διεθνή πίεση, παρασκευάσθηκαν σε χρόνο ρεκόρ. Δικαιολογημένα λοιπόν διστάζουν κάποιοι. Ωστόσο, οι ανεπιθύμητες ενέργειες από αυτής της φύσης τις ιατρικές επεμβάσεις εμφανίζονται αμέσως ή το πολύ σε λίγες μέρες από την εφαρμογή τους. Χρόνιες ανεπιθύμητες ενέργειες δεν υπάρχουν. Μπορεί όμως να μη δέχομαι ούτε αυτές τις ελάχιστες ανεπιθύμητες ενέργειες και να αρνούμαι. Έχω το δικαίωμα; Και τώρα φθάνομε στην πολιτική διάσταση και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ατομικά δικαιώματα. Άμεση συνέπεια των φυσικών νόμων είναι η ιατρική δεοντολογία, που δεν επιτρέπει να γίνεται οποιαδήποτε ιατρική πράξη σε κάποιον, αν αυτός την αρνείται. Έρχονται και τα ανθρώπινα δικαιώματα, που εξελίχθηκαν από τη Γαλλική Επανάσταση, κατοχυρώθηκαν παγκόσμια από τον ΟΗΕ το 1949, εξειδικεύθηκαν παραπέρα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και έχουν περιληφθεί στο Σύνταγμά μας. Ως ποιο σημείο όμως τα ανθρώπινα δικαιώματα σταματούν την κοινωνική δράση πάνω στο άτομο; Αν βλέπω κάποιον να προσπαθεί να αυτοκτονήσει, θα τιμωρηθώ αν προσπαθήσω να τον σώσω, μολονότι ο ίδιος θέλει να πεθάνει; Ο ιατρός επιτρέπεται να εφαρμόσει βίαια τεχνητή σίτιση σε κάποιον που κάνει απεργία πείνας; Και, καθαρά πολιτικά, αν κάποιος απειλεί τους άλλους κρατώντας ένα πιστόλι ή μεταφέροντας και διασπείροντας κορωνοϊούς, επιτρέπεται να εφαρμόσω βία πάνω του για να προφυλάξω το κοινό; Στο προφανές δίλημμα οι σοφοί πρόγονοί μας πήραν σαφή θέση. Το συμφέρον της πολιτείας είναι πάνω από το συμφέρον του ατόμου. “Εἰ γὰρ καὶ ταυτὸν ἐστιν (τἀνθρώπινον ἀγαθὸν) ἑνὶ καὶ πόλει, μεῖζον γε καὶ τελειότερον τὸ της πόλεως φαίνεται καὶ λαβεῖν καὶ σώζειν“, λέει ο Αριστοτέλης. Υπάρχουν πολλοί – και δεν έχουν πολύ άδικο – που θεωρούν ότι αυτή η άποψη ανοίγει το δρόμο στον ολοκληρωτισμό. Ευχαρίστως θα συμφωνούσαν ο N. Machiavelli, o A. Hitler ή ο И. Ста́лин. Όμως ο Αριστοτέλης άφηνε να εννοηθεί ένα όριο. Ότι ο εξαναγκασμός θα γίνεται από μια εξουσία που εκφράζει το σύνολο του λαού με νόμο διατυπωμένο εκ των προτέρων και όχι ειδικά γι΄ αυτό. Τέτοιος νόμος οφείλει να έχει ψηφισθεί από μια βουλή αποτελούμενη από κληρωμένους “ενόρκους”, με ίσες πιθανότητες συμμετοχής όλων, και όχι από βουλευτές προεπιλεγμένους από τα κόμματα, που εμείς απλώς διαλέξαμε κάποιους από αυτούς. Και πάλι ο Σταγειρίτης ήταν σαφής. Στη δημοκρατία οι άρχοντες κληρώνονται, στην ολιγαρχία εκλέγονται. Και η επιλογή μεταξύ προεπιλεγμένων είναι επικίνδυνη. “Λέγω  δ΄  οἷον  δοκεῖ  δημοκρατικὸν  μὲν  εἶναι  τὸ  κληρωτὰς  εἶναι  τὰς  ἀρχὰς, τὸ  δ΄  αἱρετὰς  ὀλιγαρχικὸν” και “χει δ κα περ τν αρεσιν τν ρχόντων τ ξ αρετν αρετούς πικίνδυνον“. Στο παρόν πρόβλημα πρέπει να αποβλέπει ειδικός νόμος. Π.χ. αν κάποιος αρνείται τον εμβολιασμό, τίθεται σε τακτική υποχρεωτική παρακολούθηση, και, μόλις γίνει θετικός, απομονώνεται σε καραντίνα. Η πολιτική διάσταση του προβλήματος οδηγεί σε πολώσεις, στις οποίες ο ένας επιρρίπτει ευθύνες στον άλλον, αντί να συσκέπτονται πώς να αντιμετωπισθεί η κατάσταση. Οι κυβερνήσεις ενοχοποιούν τους πολίτες και οι αντιπολιτεύσεις τις κυβερνήσεις. Σε όλα αυτά, το γεγονός ότι πίσω από αυτές τις υποθέσεις διακυβεύονται αναγκαστικά γιγάντια συμφέροντα, αυξάνει τη δυσπιστία. Οι φαρμακοβιομηχανίες και οι παραγωγοί ειδών υγιεινής θα γίνουν πάμπλουτοι. Οι λοιπές οικονομικές μονάδες θα αναστενάξουν ή θα πτωχεύσουν από τα μέτρα που θα ληφθούν. Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε, μήπως αυτή είναι η απαρχή για να μας εθίσουν στη χειραγώγηση; Και κάτι άλλο. Όταν αντιμετωπισθεί αυτή η πανδημία, άλλη θα εμφανισθεί, διότι η κύρια αιτία των επιδημιών είναι ο συνωστισμός. Η μακρόπνοη λύση είναι λοιπόν η αραίωση του πληθυσμού. Η ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων και η κατοίκηση των ερημωμένων τόπων μας, ιδίως νησιών, θα είναι σωτήρια. Τα σχεδόν 6000 νησιά και βραχονησίδες μας (διψήφιος αριθμός κατοικημένα) διαθέτουν άφθονη φυσική και βιολογική ενέργεια, ήλιο, ανέμους, κύματα, θαλασσοκαλλιέργειες κλπ. Ξεκινώντας από υποχρεωτική εργασία, όπως με εκείνους που υπηρετούν τη θητεία τους, σαν την παλιά ΜΟΜΑ, θα δημιουργηθεί η υποδομή, για να ενδιαφερθεί τότε το ιδιωτικό κεφάλαιο να επενδύσει και οι άνεργοι να βρουν δουλειά. Και όσοι κακόβουλοι αμφισβητούν την Ελληνικότητα αυτών των τόπων θα τους βρουν κατοικημένους, με οικονομική δραστηριότητα και επομένως με υφαλοκρηπίδα. Παράλληλα, θυμίζω πως, αν ό μη γένοιτο υπάρξει ένας πόλεμος, με τη διακοπή των συγκοινωνιών που συχνά τον συνοδεύει, κινδυνεύουν οι πυκνοκατοικημένες πόλεις. Αυτές δεν παράγουν τίποτε, μόνο καταναλώνουν. Ειδικότερα, ως προς τις επιδημίες, ένα νησί έρχεται σε επικοινωνία με τον έξω κόσμο σε συγκεκριμένη ώρα, επομένως είναι εύκολο να ελέγχονται οι προσερχόμενοι. Από την άλλη, είναι επίσης εύκολο να απομονωθεί σε καραντίνα, αν παρουσιασθούν κάποια κρούσματα, χωρίς να αναστατωθεί όλη η χώρα. Σε μια σωστή οργάνωση, τα κεφαλονήσια, π.χ. η Νάξος για τα γύρω νησιά, οφείλουν να είναι οργανωμένα με άρτια εξοπλισμένες ΜΕΘ και προσωπικό για να αντιμετωπίζουν τους ασθενείς επιτόπου, χωρίς καθυστερήσεις και χωρίς να επιβαρύνονται μετακινήσεις με ελικόπτερα.

Θρησκευτικοί ενδοιασμοί. Για τους πιστούς, οι ιεροί χώροι είναι ασφαλείς, διότι τους προστατεύει ο Θεός. Οι φυσικοί νόμοι αποτελούν την έκφραση της βούλησης του Θεού. Η παραβίασή τους είναι αδύνατη. Εκείνος δεν επιτρέπει να παραβιάζεται η βούλησή Του. Όταν συμβαίνει κάτι που φυσικά είναι απίθανο να συμβεί, αυτό είναι θαύμα. Αν τραβώ κλήρο προσευχόμενος να εξαγάγω το 11 από ένα απέραντο σακούλι που έχει μέσα όλους τους αριθμούς ως το άπειρο, αυτό είναι ΑΠΙΘΑΝΟ. Κάποιος αριθμός όμως θα βγει. Γιατί όχι το 11; Ε, λοιπόν, αν γίνει έτσι, αυτό είναι θαύμα, που θα οφείλεται στην πίστη μου και, στην επιμονή μου, λόγω αυτής, να συνεχίζω την αναζήτηση ώσπου να τραβήξω τον επιθυμητό αριθμό. Αν όμως βγάλω το 11 από ένα σακούλι που έχει μέσα τους αριθμούς 1 ως 10, αυτό είναι ΑΔΥΝΑΤΟ και πρόκειται όχι για θαύμα, αλλά για απάτη, για αγυρτεία, που οφείλεται όχι σε θρησκευτική πίστη, αλλά σε διαβολική μαγεία. Οι πιστοί λοιπόν και οι ιερείς πρέπει να τηρούν τους κανόνες υγιεινής, συμπεριλαμβάνοντας την απολύμανση του κουταλιού της Αγίας Κοινωνίας, από τον ένα στον άλλο. Αν είναι πραγματικά πιστοί, θα προσεύχονται στον Ύψιστο για επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος σε εκείνους που, αρμόδιοι, σκέφτονται και εισηγούνται και σε εκείνους που παίρνουν τις δέουσες αποφάσεις. Ο Κύριος, με τέτοια ομαδική προσευχή του πληρώματος της εκκλησίας, ίσως ευδοκήσει να φωτίσει εκείνους που πρέπει.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ (1η Μαρτίου 2021)

Από τότε που γράφτηκε το πρώτο μέρος ως σήμερα υπήρξαν ραγδαίες εξελίξεις.

1. Η δυσοίωνη πρόβλεψη για συνέχιση πανδημιών επαληθεύθηκε.

2. Η ευοίωνη πρόβλεψη για παραγωγή εμβολίων επαληθεύθηκε

3. Η φοβία για μια νόσο με μικρή θνητότητα γιγαντώθηκε. Οι υποψίες ότι πίσω από αυτή τη φοβία κρύβονται συμφέροντα της βιομηχανίας υγείας και της πολιτικής ενισχύθηκαν. Ήδη εκδηλώθηκε η αισχροκέρδεια των παραγωγών εμβολίων. Ήδη εκδηλώθηκαν οι πολιτικές προσπάθειες για ενίσχυση της φίμωσης και χειραγώγησης του πληθυσμού.

4. Η συνωμοσιολογία γιγαντώθηκε. Αμφισβητήθηκε ο ιός ως αιτία θανάτου. Αν κάποιος με διάσπαρτο καρκίνο προσβληθεί από COVD-19 και πεθάνει, γιατί αιτία του θανάτου είναι ο κορωνοϊός και όχι ο καρκίνος; Μα ο θάνατος έχει πιθανότητες 100% σε όλους μας, χωρίς σφάλμα, απλώς επειδή ζούμε. Έτσι κι αλλιώς πεθαίνομε. Αιτία θανάτου είναι ο παράγοντας, όχι που συνεπάγεται, αλλά που επισπεύδει την έλευση του θανάτου. Ο εκατόχρονος που αρρώστησε με τη νόσο και πέθανε, είχε αιτία θανάτου τον κορωνοϊό, όχι τα γηρατειά. Αμφισβητήθηκε η ύπαρξη πανδημίας. Όμως πάνω από ένα εκατομμύριο θάνατοι διάσπαρτοι σε όλο τον πλανήτη είναι πανδημία. Η υποψία πως πίσω από τη συνωμοσιολογία που αμφισβητεί τα επίσημα δεδομένα κρύβονται συμφέροντα της λοιπής οικονομίας και των πολιτικών, μεγαλώνει, καθώς μάλιστα πολλοί από τους προαγωγούς της αποδεικνύονται φορείς νεοφασιστικών (ή νεοκομμουνιστικών) ιδεών.

5. Η παραπλανητική προσπάθεια να εκτραπεί η προσοχή από τη λήψη μέτρων κατά της πανδημίας στην αναζήτηση εκείνων που, υποτίθεται, την προκάλεσαν, όπως της Κίνας με τη συνενοχή του ΠΟΥ, έπεσε στο κενό. Διεθνείς παρατηρητές δεν βρήκαν κανένα σχετικό στοιχείο.

6. Καμιά συζήτηση δεν έχει γίνει για αραίωση του πληθυσμού. Αυτή συνεπάγεται αποκέντρωση της οικονομίας και δεν συμφέρει κανένα οικονομικό ή πολιτικό παράγοντα. Η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να πρωτοτυπήσει, διότι δεν υπάρχει άλλη χώρα πιο ιδανική για αποκέντρωση, ώστε να την αντιγράψει, αφού διαθέτει η ίδια σωρεία νησιών και ορεινών όγκων δίπλα σε αστικές περιοχές όσο καμιά άλλη χώρα.

7. Φυσικά, καμιά συζήτηση δεν έχει γίνει για εγκατάσταση δημοκρατίας, που, όπως αναφέρθηκε, κριτήριό της δεν είναι ούτε η ελευθερία, ούτε η ισότητα, ούτε η ελευθερία έκφρασης, ούτε η διαφάνεια, ούτε η αρχή της πλειοψηφίας, ούτε τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά ένα μόνο: η κλήρωση των αρχόντων στις εξουσίες που δεν απαιτούν παρά μόνο εντιμότητα και κοινό νου. Αυτές οι δύο ιδιότητες, ως γνωστό, είναι εξίσου κατανεμημένες σε (ή λείπουν εξίσου από) όλους, ανεξάρτητα από καταγωγή, φύλο, θρησκεία, πλούτο, εκπαίδευση κλπ. Η αλληλοσπαρασσόμενη πολιτικο-οικονομική ολιγαρχία που μας κυβερνά αντιδρά ομόφωνα στην εκχώρηση μέρους της εξουσίας της στο σύνολο του λαού.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ (21η Μαΐου 2021)

Το  σίριαλ συνεχίζεται. Ολένα περισσότερες παραλλαγές του κορωνοϊού εμφανίζονται. Από την άλλη, ο εμβολιασμός προχωρεί κανονικά σε όλο περισσότερα άτομα και περιορίζει τη μεταδοτικότητα. Ήδη σήμερα ανακοινώθηκε παρασκευή αντιιικού φαρμάκου που σκοτώνει τον κορωνοϊό. Στο μεταξύ έχει αναφυεί το δίλημμα της κατάργησης της πατέντας για τα εμβόλια. Η κατάργησή της θα μειώσει την τιμή του εμβολίου και την κερδοφορία των μεγαλο-φαρμακευτικών βιομηχανιών. Από τη μια δεν επιτρέπεται η υγεία να είναι προνόμιο κάποιας τάξης, ενώ μάλιστα, η εξάλειψη της πανδημίας απαιτεί προστασία όχι μόνο των πλουσίων, αλλά όλων . Από την άλλη, αν δεν υπήρχε τέτοια κερδοσκοπία, δεν θα είχαμε τόσο σύντομη παρασκευή των εμβολίων. Τέλος, η συζήτηση για άρση της πατέντας στα εμβόλια που έχουν παρασκευασθεί στη Δύση χάνει τη σημασία της, αν την καταργήσουν τα εμβόλια από τη Ρωσία και την Κίνα. Η πολιτική σημασία στη λήψη αποφάσεων προκύπτει και πάλι.

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ (27 Ιουνίου 2021)

Καθώς το σίριαλ της πανδημίας συνεχίζεται εξακολουθεί να εκσυγχρονίζεται και το παρόν άρθρο ώσπου να δημοσιευθεί. Το τελευταίο (ελπίζεται) μέρος του αφιερώνεται στη μεταφυσική. Η πανδημία οφείλεται στη βούληση του Θεού (ή της Φύσης) να τιμωρεί τους παραβάτες των νόμων Του(ης). Στην αρχική φάση έπληττε ιδιαίτερα άτομα μεγάλης ηλικίας, επειδή η ανθρωπότητα άρχισε να επιβιώνει πέρα από τα όρια που επέτρεπαν οι καθιερωμένοι “φυσικοί” νόμοι. Με τις τελευταίες μεταλλάξεις και τα νεότερα στελέχη, που εμφανίζονται, η Φύση (ή ο Θεός) διαμέσου της πανδημίας τιμωρεί τους ανοήτους, αυτούς που αρνούνται να εμβολιαστούν.

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΥ ΙΣΧΥΡΟΤΕΡΟΥ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Κοινή Γνώμη, 5 Οκτωβρίου 2021

Δίκαιο είναι ό,τι πρέπει να γίνει. Εγώ θέλω, θέλουν και οι άλλοι. Το “Θέλω” των άλλων είναι το δικό μου “Πρέπει”. Ζωή στα πλαίσια μιας κοινωνίας σημαίνει υποχρεωτικά περιορισμό των “θέλω” του καθενός στα πλαίσια του “πρέπει”. Η επιβολή του κοινωνικού “θέλω”, του “πρέπει” δηλαδή για τον καθένα, απαιτεί κάποια μικρή ή μεγαλύτερη βία. Ένα είδος βίας είναι η παιδεία. Το εύπλαστο παιδάκι, που σχηματίζει πολύ εύκολα εξαρτημένα αντανακλαστικά, ζει σε ένα περιβάλλον, οικογενειακό και φιλικό στην αρχή, σχολικό στην συνέχεια, όπου βιώνει ποικίλα “μη”. Η παραβίαση αυτών των “μη” έχει δυσάρεστες συνέπειες πάνω στο παιδί, τιμωρία. Η αντανακλαστική παράσταση αυτών των δυσάρεστων συνεπειών μόλις σκεφθεί να κάνει κάτι το παιδί που δεν πρέπει, το αναχαιτίζει και η βούλησή του δεν υλοποιείται σε πράξη. Το οικογενειακό περιβάλλον, είναι κοινωνικό, αλλά ελάχιστα διαφέρει από το βιολογικό περιβάλλον, ένα νόμο δηλαδή φυσικό, αφού η διατροφή και η προστασία του παιδιού εξαρτώνται από τους γονείς του, αλλιώς δεν επιβιώνει. Έτσι γίνεται και στα άλλα, τα περισσότερα, θερμόαιμα ζώα. Με τη σχολική θητεία του παιδιού αρχίζει η επιβολή καθαρά κοινωνικών κανόνων. Η εδραίωση του “πρέπει” σε μια ηλικία, στην οποίαν οι συνειδητές αναμνήσεις του καθενός είναι εξαιρετικά περιορισμένες ως ανύπαρκτες, δημιουργεί την ψευδαίσθηση μιας ενδογενούς φυσικής ηθικής, που έχει εμφυτευθεί μέσα μας από μια θεία ή άλλη υπερβατική δύναμη. Με όλα τα παραπάνω, το δίκαιο συνδέεται αναπόσπαστα με τη βία και επομένως ισχύει το δίκαιο του ισχυροτέρου. Μοιάζει έτσι να απαντήθηκαν οποιαδήποτε σχετικά ερωτήματα, ενώ απλώς μετατέθηκαν στο ερώτημα: “Ποιος είναι ο ισχυρότερος;” Είναι π.χ. ο σωματικά δυνατότερος ή ο πνευματικά ανώτερος;

Οι Μυτιληνιοί είχαν διαφορές με τους Αθηναίους. Οι Αθηναίοι έστειλαν ένα στρατό με επικεφαλής του τον Φρύνωνα, έναν ολυμπιονίκη στο παγκράτιο, το μικτό αγώνα με πάλη και πυγμαχία. Γιγαντόσωμος, πανελλήνιος νικητής, ο στρατηγός τους. Οι Μυτιληνιοί είχαν αρχηγό τους το σοφό, μικρόσωμο, Πιττακό. Για να αποφευχθεί η αιματοχυσία, συμφώνησαν να μονομαχήσουν οι στρατηγοί τους, ο γιγαντιαίος Αθηναίος Φρύνωνας με το μικρόσωμο Μυτιληνιό Πιττακό. Στη μονομαχία ο Πιττακός πήγε κρατώντας πίσω από την πλάτη του ένα δίχτυ. Όταν πλησίασαν οι δυο αντίπαλοι, ο μικρός πέταξε το δίχτυ στο μεγάλο, τον ακινητοποίησε και έτσι τον σκότωσε, χαρίζοντας τη νίκη στην πατρίδα του. Ποιος από τους δύο ήταν λοιπόν ο πιο ισχυρός;

Ο Σωκράτης, με την καυστική ειρωνεία του, όταν κάποιος στην παρέα δήλωσε ότι δίκαιο είναι η βούληση του ισχυροτέρου, με ακαταμάχητα επιχειρήματα ανάγκασε τους συζητητές του να δεχθούν ότι ο δικαιότερος άνθρωπος είναι ο…κλέφτης! Όμως, η επιβολή του “πρέπει”, αν αυτό δεν έχει φυτευτεί μέσα μας στην υποσυνείδητη νηπιακή ηλικία μας, απαιτεί βία· μικρή ή μεγάλη, άμεση ή έμμεση, δεν έχει σημασία. Στην τυπική πολιτεία υπάρχουν δύο είδη “πρέπει”: η ηθική (φυσικό δίκαιο), δηλαδή η βούληση της κοινωνίας και το τυπικό δίκαιο (νόμοι), δηλαδή η βούληση των αρχόντων. Άρχοντες εξορισμού είναι αυτοί που διαθέτουν νόμιμη βία. Η βούληση της κοινωνίας δεν είναι πολύ σαφής. Πάντοτε υπάρχει, αλλά δεν είναι προφανής. Καθένας έχει μια ποικιλία από “θέλω”. Κάποια από αυτά τα “θέλω” είναι κοινά για όλους, αλλά κανένας δεν ξέρει αυτόματα ποια είναι αυτά. Αναδεικνύονται με ειδική μεθοδολογία, όπως είναι η ψηφοφορία. Αντίθετα, τα “θέλω” των αρχόντων είναι εμφανή σε όλους, συνήθως σήμερα γραπτά, παλιότερα με ντελάληδες ή άλλους τρόπους. Η άλλη διαφορά είναι ότι η ποινή για τις παραβιάσεις είναι προδιαγεγραμμένη στο νόμο, π.χ. χρηματική, φυλάκιση, καταναγκαστική εργασία κλπ. Αντίθετα, στην ηθική είναι απρόβλεπτη. Μπορεί να σημαίνει θανάτωση με απρογραμμάτιστο τρόπο, όπως στο λυντσάρισμα ή, λιγότερο βίαιη, όπως με απομάκρυνση από την κοινωνία, όπου κανένας δε μιλά ούτε καν συναπαντιέται με τον κοινωνικά καταδικασμένο. Στην τελευταία κατηγορία ανήκουν το θρησκευτικό ανάθεμα και ο αφορισμός. Καθώς η κοινωνία διαρκώς αλλάζει, είτε διότι τα μέλη της διαρκώς ανανεώνονται με γεννήσεις, θανάτους, μεταναστεύσεις κλπ είτε διότι αλλάζουν οι αντικειμενικές συνθήκες, και η βούλησή της αλλάζει. Αντίθετα οι νόμοι μένουν αναλλοίωτοι για μακρό διάστημα. Η αντιπαράθεση μεταξύ ηθικής και δικαίου γίνεται έτσι αναπόφευκτη. Η λύση είναι προγραμματισμένη περιοδική αναθεώρηση των νόμων, που σημαίνει περιοδική εναλλαγή των αρχόντων. Στην ιδανική περίπτωση της δημοκρατίας, οι άρχοντες (βουλευτές, δικαστές κακουργιοδικείου) εναλλάσσονται εκ περιτροπής μεταξύ όλων των αρχομένων με κλήρωση.

Αντιπαράθεση όμως δεν υπάρχει μόνο μεταξύ πολιτών, αλλά και μεταξύ πολιτειών. Και πάλι η επιβολή δεν γίνεται πάντοτε από τον ενεργειακά ισχυρότερο, αλλά, συχνά, από τον πνευματικά ανώτερο. Η ιστορία μας έχει πολλά παραδείγματα με νίκη του ευφυεστέρου (Μιλτιάδης, Θεμιστοκλής κλπ) πάνω σε ισχυρότερους αντιπάλους. Γι΄ αυτό ποτέ δεν είναι εκ των προτέρων βέβαιη η κατάληξη ενός πολέμου. Ο πόλεμος αρχίζει στρατιωτικά και λήγει διπλωματικά. Κανονικά οι πολλοί είναι ισχυρότεροι από τους λίγους. Όταν όμως οι λίγοι είναι οργανωμένοι και οι πολλοί ανοργάνωτοι, η νίκη αγαπά συχνά τους λίγους. Αυτό ισχύει συχνά στις εμφύλιες εξεγέρσεις, επαναστάσεις κλπ. Παρόλα αυτά, σε όλες τις επιτυχημένες επαναστάσεις – και δεν είναι λίγες – η νίκη έστεψετους πολλούς μάλλον παρά τους λίγους που είχαν τη νόμιμη άδεια να ασκούν βία.

Ναι, λοιπόν, το δίκαιο αποτελεί τη βούληση του ισχυροτέρου. Όμως ισχυρότερος μπορεί να είναι το πλήθος μάλλον παρά οι λίγοι. Ή μπορεί να είναι οι λίγοι οργανωμένοι, μάλλον παρά οι πολλοί ανοργάνωτοι. Ή μπορεί να είναι οι πνευματικά ευφυέστεροι έναντι των εμφορούμενων από τυφλή βία. Ή μπορεί να είναι οι οικονομικά ισχυρότεροι, αλλά νωχελέστεροι, από τους οικονομικά ασθενέστερους και περισσότερο δραστήριους – ή αντιστρόφως. Μπορεί να είναι οι καλύτερα εξοπλισμένοι, αλλά μια εξαιρετικά ευφυής πολιτική μπορεί να κάνει τους χρήστες του εξοπλισμού να στραφούν κατά των εργοδοτών τους. Αγνόηση του δικαίου του ισχυροτέρου είναι αφροσύνη. Αν είναι αναγκαία η αντιπαράθεση, απαιτείται εξόχως ευφυής οργάνωση. Η βία, έτσι κι αλλιώς έχει βαρύ κόστος, και στις δύο πλευρές, και στους νικητές και στους ηττημένους. Τα τρόπαια των νικητών σπάνια αντισταθμίζουν το κόστος του πολέμου, ιδίως στους σύγχρονους πολέμους, αν και αυτό είχε γίνει γνωστό από την εποχή του Πύρρου, βασιλιά της Ηπείρου. Η Μ. Βρετανία, μάλλον χαμένη βγήκε από το Β΄ΠΠ, ενώ η Γερμανία και η Ιαπωνία μάλλον κερδισμένες. Η εναλλακτική λύση, είναι η αβίαστη διαρκής, προγραμματισμένη προσαρμογή του δικαίου στις απαιτήσεις της ηθικής, που με τη σειρά της, ποδηγετείται διαχρονικά από το ισχύον δίκαιο.

ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΤΟΥ ΑΝΕΡΓΟΥ     

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Ηπειρωτικός Αγών, 1 Οκτωβρίου 2021

Ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω. Όποιος δεν εργάζεται να μην τρώει. Ο Παύλος όμως δεν είπε ακριβώς έτσι στους Θεσσαλονικείς: “εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδὲ ἐσθιέτω. Όχι όποιος δεν εργάζεται, αλλά όποιος δεν θέλει να εργασθεί. Η βούληση για προσφορά στην κοινωνία με εργασία, είναι προϋπόθεση για να διατηρείται κάποιος στη ζωή τρώγοντας.

Δύο κύριες οικονομικές τάξεις υπάρχουν: Εργοδότες και εργαζόμενοι. Οι εργοδότες άλλαζαν με τους αιώνες, παλιά κάτοχοι γης και κοπαδιών, αργότερα κάτοχοι εργοστασίων, πλοίων, τραπεζών κλπ. Πάντα όμως ήταν αυτοί που πλήρωναν άλλους για να εργάζονται. Οι εργαζόμενοι ποίκιλλαν, από δούλοι ως κάθε είδους εργάτες. Ήταν αυτοί που παρήγαν τα αγαθά ή παρείχαν υπηρεσίες άμεσα ή έμμεσα κάτω από την κυριαρχία των εργοδοτών. Με ποικίλους τρόπους, αφότου άρχισαν να ζουν οι άνθρωποι σε κοινωνίες, υπήρχε μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε εργοδότες και εργαζομένους. Οι εργοδότες, είτε άτομα είτε ομάδες (εταιρίες) είτε και ακέραιο το κράτος, διαθέτουν τα μέσα παραγωγής, το κεφάλαιο, που, σαν τα κεφάλια των ζώων σε ένα κοπάδι, τίκτει τόκο, αναπαράγεται για χάρη των ανθρώπων. Οι ιδιοκτήτες εξασφαλίζουν ότι το κεφάλαιο δεν θα σκορπίσει, ώστε να γίνει απλώς ένα άθροισμα αγαθών που, μη αναπαραγόμενο, θα εξαντληθεί σύντομα (θησαυρός). Εξάλλου, για να τίκτει τόκο το κεφάλαιο, πρέπει κάποιοι να εργάζονται. Προσφορά εργασίας είναι η αποστολή των εργαζομένων.

Πολύ συχνά οι εργοδότες, αντί να παράγουν, θησαυρίζουν. Αντί να συμβάλλουν με το κεφάλαιό τους στην ικανοποίηση των αναγκών του κοινού, αθροίζουν για τους εαυτούς τους πλούτο, χτίζουν παλάτια, ζουν πολυτελή ζωή, κατά κανόνα σε βάρος του κοινού, που το καθιστούν φτωχότερο. Αντίστοιχα, οι εργαζόμενοι, που αμείβονται από τους εργοδότες για την εργασία τους, αντί να παράγουν, αγωνίζονται για βελτίωση των συνθηκών εργασίας τους, μεγαλύτερους μισθούς, λιγότερες ώρες εργασίας κλπ, συχνά σε βάρος του κοινού (απεργίες, αποκλεισμοί δρόμων και λιμανιών κλπ). Ο ανταγωνισμός μεταξύ εργοδοτών (καπιταλιστών) και εργαζομένων (προλεταρίων) μπορεί να οξυνθεί, ως τον εμφύλιο πόλεμο.

Σε όλη την παραπάνω ιστορία, εύκολα κατανοητή, δεν λήφθηκε υπόψη η θέση των ανέργων, που είναι η πλειοψηφία, αλλά δεν αποτελούν τάξη. Γέροι, παιδιά, άρρωστοι και ανάπηροι, καθώς και όσοι επιθυμούν να εργασθούν, αλλά δεν βρίσκουν θέσεις εργασίας. Είναι ακόμη το σύνολο των εργοδοτών και εργαζομένων, έξω από το επαγγελματικό τους ωράριο, καταναλώνοντας αντί να παράγουν, είναι το σύνολο του λαού. Οι εργοδότες συνασπίζονται εύκολα, αφενός επειδή, κατά κανόνα αποτελούν μέρος της ολιγαρχίας που δεσπόζει και αφετέρου δημιουργώντας καρτέλ, όπου π.χ. συμφωνούν να μην πουλά κανένας αγαθά σε τιμή χαμηλότερη από μια προσυμφωνημένη. Όμοια, οι εργαζόμενοι συνασπίζονται σε συνδικάτα, χρησιμοποιώντας όλα τα εκβιαστικά μέσα που διαθέτουν και στρέφονται αφενός εναντίον των εργοδοτών τους και αφετέρου του κοινού που το καθιστούν όμηρο για την επίτευξη των συχνά δίκαιων αιτημάτων τους.  

Και οι άνεργοι; Αυτοί δεν εργάζονται όχι διότι δεν θέλουν, αλλά διότι δεν μπορούν για τον ένα ή τον άλλο λόγο. Δεν συντυχαίνουν σε συγκεκριμένο χώρο, για να συζητήσουν, να σχεδιάσουν πώς θα αγωνισθούν για να διεκδικήσουν τα δίκαιά τους. Ούτε διαθέτουν κανένα όπλο για να αγωνισθούν. Βρίσκονται έξω από την παραγωγική διαδικασία, που κυβερνά την πολιτεία. Γι΄ αυτούς υπάρχει μόνο η πολιτική, που διαθέτει την εξουσία να χρησιμοποιεί νόμιμα βία για την επιβολή της βούλησης όλων. Η πολιτική όμως σπάνια εκπροσωπεί τη βούληση όλων. Στα φιλελεύθερα (καπιταλιστικά) καθεστώτα εκπροσωπεί, άμεσα ή έμμεσα, τα συμφέροντα των εργοδοτών, στα κομμουνιστικά εκπροσωπεί τα συμφέροντα των εργαζομένων. Τους ανέργους κανένα καθεστώς δεν τους εκπροσωπεί. Βέβαια, οι άνεργοι ψηφίζουν. Επομένως υπάρχει κάποιο μέσο να αναγκασθούν οι πολιτικοί να νοιαστούν για αυτούς, τελικά για όλους τους πολίτες. Δυστυχώς αυτό δεν αρκεί. “Ἒχει δὲ καὶ περὶ τὴν αἳρεσιν τῶν ἀρχόντων τὸ ἐξ αἱρετῶν αἱρετούς ἐπικίνδυνον” (Αριστοτέλης). Είναι επικίνδυνο να ψηφίζουμε έναν από τους προεπιλεγμένους υποψηφίους.  Και αυτοί που ψηφίζομε είναι προεπιλεγμένοι. Επομένως, όποιον και αν εκλέξουμε, αυτός θα ανήκει σε μια ολιγαρχία. Ανήκοντας σ΄ αυτήν, είναι υποχρεωμένος να κάνει ό,τι του ζητεί το κόμμα του, αλλιώς διαγράφεται με σημαντικές συνέπειες. Είναι ακόμα υποχρεωμένος να κάνει ό,τι του ζητούν οι ψηφοφόροι του, στηρίζοντάς τους στις ανταγωνιστικές επιδιώξεις τους έναντι των μη ψηφοφόρων του, αλλιώς δεν ψηφίζεται. Ο Χαρίλαος Τρικούπης το έκανε και καταψηφίσθηκε. “Ανθ΄ ημών Γουλιμής!”. Και είναι ακόμα υποχρεωμένος να σκεφθεί τα συμφέροντα της παρούσας γενιάς με προοπτική μιας τετραετίας το πολύ συνήθως, ως τις επόμενες εκλογές, σε βάρος των μελλοντικών γενιών, αλλιώς δεν ψηφίζεται. Ο λαϊκισμός, η πελατειακή σχέση, είναι η αναγκαστική συνέπεια. Για να υπάρξει στήριξη της ψήφου των ανέργων, αντί να δημιουργείται ανάπτυξη που θα τους απασχολήσει, δίνονται επιδόματα ανεργίας. Κι αυτό είτε δεξιόστροφη είτε αριστερόστροφη είναι η κοινωνία. Αναζητούνται επιτακτικά χρήματα από το μέλλον είτε με πληθωρισμό, αν επιτρέπεται, είτε με δάνειο, για να τα μοιράσουν σε όλους, χωρίς να κάνουν επενδύσεις οι εργοδότες, χωρίς να αυξήσουν την απόδοσή τους οι εργαζόμενοι, χωρίς να εργάζονται (ή να έχουν εργασθεί προσυμφωνημένα στο παρελθόν) οι άνεργοι. Κι αυτό, αντί να σχεδιάζεται ανάπτυξη σωστή, με οικολογική (μελλοντική) ευαισθησία, και μετά να αναζητηθούν τα αναγκαία κεφάλαια.

Δεν έχει γίνει συνείδηση ότι οι ποικίλες επενδύσεις δεν έχουν σκοπό το κέρδος των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής ούτε τη δημιουργία θέσεων εργασίας για τους ανέργους, αλλά η παραγωγή αγαθών ή η προσφορά υπηρεσιών σε όλο το λαό. Μ΄ αυτές τις προϋποθέσεις, ανάπτυξη οφείλει να γίνεται λαμβάνοντας υπόψη τρεις παράγοντες και μόνον αυτούς, την ύπαρξη αναγκών της κοινωνίας, πόρων που υπάρχουν στον τόπο και ικανής τεχνογνωσίας. Μ΄ αυτές τις προϋποθέσεις, η σωστή εξουσία δημιουργεί σκοπούς, σχεδιάζει πρόγραμμα για την επίτευξή τους και τρόπο για να αξιολογεί το αποτέλεσμα. Το αν η εκτέλεση θα γίνει από ιδιώτες ή από το ίδιο το κράτος, με κεφάλαια ντόπια ή ξένα, ακόμα και με κέρδος ή ζημία, έχει μικρότερη σημασία. Ουσιαστικό κέρδος είναι το παραγόμενο έργο.

Ένας καλός σχεδιασμός της οικονομίας είναι η περιοδική διαδοχή τριών επαναλαμβανόμενων φάσεων. Αρχικά, όταν η κοινωνία, μετά από μια κρίση (π.χ. νέα κυβέρνηση) βρίσκεται σε ανερέθιστη περίοδο, σχεδιάζεται η καπιταλιστική φάση με ενίσχυση του κεφαλαίου για αύξηση της παραγωγής και αντίστοιχα κέρδη. Στη συνέχεια είναι η σοσιαλιστική φάση με αύξηση της παραγωγής διαμέσου ενίσχυσης της εργασίας με αντίστοιχη αύξηση αποδοχών. Τελική φάση στην ταλάντωση είναι η κομμουνιστική με καταναλωτική ικανοποίηση των αναγκών των ανέργων (υγεία, παιδεία, μέριμνα κλπ).

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Πρωινός Λόγος, Τρίκαλα, 30 Σεπτεμβρίου 2021, dimitrissideris.wordpress.com

Ψάχνω για νύφη ή είμαι γέρος και ψάχνω για ταίρι στο γιο μου. Τι χαρακτηριστικά πρέπει να έχει αυτή; Οι πρόγονοί μας συνόψιζαν το άριστο στον άνθρωπο: Καλός καγαθός, με ομορφιά και αρετή. Το πρώτο στοιχείο χαρακτηρίζει ό,τι καλύτερο για το αισθητό Εγώ, να είναι ωραίος δηλαδή κάποιος, να έχει εμφάνιση αντιληπτή με τις αισθήσεις μας ευχάριστη, αρμονική στο φυσικό περιβάλλον του. Το δεύτερο είναι το ό,τι καλύτερο για το κοινωνικό Εγώ, να είναι σωστός στις συναλλαγές του με το κοινωνικό, το έλλογο περιβάλλον του. Εντάξει όλα αυτά, αλλά εγώ θα ζήσω μια ζωή δίπλα σ΄ αυτή τη γυναίκα. Αυτό που με ενδιαφέρει δεν είναι η σχέση της με το φυσικό και το κοινωνικό περιβάλλον της, αλλά με εμένα. Αυτό πώς περιγράφεται;

Όχι, δεν περιγράφεται. Για να περιγραφεί πρέπει να εκδηλωθεί διαμέσου του αισθητού και του κοινωνικού Εγώ. Αλλά μόλις έτσι εκδηλωθεί, παύει να είναι ο μοναδικός, άβατος εαυτός της. Έχομε συνηθίσει να εκτιμούμε τους ανθρώπους γύρω μας στη βάση αισθητών και κοινωνικών χαρακτηριστικών. Αυτή η γυναίκα δεν είναι στραβοκάνα, δεν είναι ούτε παχιά ούτε στέκα, δεν είναι αλλοίθωρη, χαμογελά ευχάριστα δείχνοντας μια σειρά από κάτασπρα στρωτά δόντια, έχει δέρμα λείο, ροδαλό, είναι χάρμα δέσθαι. Επιπλέον είναι η δήμαρχος ή ιατρός ή ζωγράφος ή πιανίστρια. Με αυτά τα στοιχεία ξεκινώ για να δω αν μου ταιριάζει. Ναι, αλλά εγώ θα ζήσω σε άμεση επαφή μαζί της. Τις νύχτες που θα είμαστε μόνοι, δεν κοιτάζω την ομορφιά της. “Λυχνίας σβεσθείσης πάσα γυνή Λαΐς“. Όταν ο Διογένης περιφρόνησε την πανέμορφη, πανέξυπνη, πάμπλουτη εταίρα Λαΐδα, αυτή ενοχλήθηκε, τον πλησίασε και του πρόσφερε μια βραδιά μαζί της δωρεάν. Ο κυνικός δεν είχε τίποτε να χάσει και δέχτηκε. Η Λαΐδα όμως, για να τον εκδικηθεί, όταν έσβησαν τα φώτα, έβαλε στη θέση της μια δούλη της κακάσχημη. Αυτός δέχθηκε τις ερωτικές θωπείες της, αλλά το πρωί είδε το πάθημά του, ενώ η εταίρα φρόντισε να το μάθει όλη η Κόρινθος. Ο Διογένης δεν πτοήθηκε και είπε την παραπάνω ατάκα. Όπως συζώντας στενά με τη σύντροφό μου δεν ενδιαφέρομαι πρώτιστα για την ομορφιά της, έτσι δεν ενδιαφέρομαι και για τις κοινωνικές πιστοποιήσεις της προσωπικότητάς της για τα πτυχία ή τις τιμές που της αποδίδει η πολιτεία. Ενδιαφέρομαι για τον Άνθρωπο, για το νοητό Εγώ του, το άβατο για όλους. Λοιπόν;

 Ο μόνος τρόπος για να προσεγγισθεί το νοητό Εγώ είναι ο διαλεκτικός. Δεν μπορώ να μπω μέσα στον άλλο, να σκέφτομαι, να συγκινούμαι, να θέλω τα ίδια όπως αυτός. Όμως μπορώ να επικοινωνήσω αμφίδρομα μαζί του. Μιλώ ή ρωτώ και ο άλλος σχολιάζει ή απαντά. Τώρα μέσα στο νου μου έχω και ό,τι εγώ σκέφτηκα, αισθάνθηκα ή θέλησα, και την περιγραφή της ανταπόκρισης στα όσα προσέλαβε ο άλλος. Μέσα στον  ίδιο νου, το δικό μου, βρίσκονται και τα δύο, και η δική μου άποψη και του άλλου, μπορώ να τις συγκρίνω λοιπόν και να καταλάβω αν είναι συμβατές. Το ίδιο γίνεται στη νόηση του άλλου. Έτσι προσεγγίζουν, διαλεκτικά, η μία την άλλη οι δυο διαφορετικές νοήσεις. Και ακριβώς αυτό είναι που μετράει περισσότερο στη σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων, όπως είναι μεταξύ ενός άνδρα και μιας γυναίκας στο αντρόγυνο, αλλά και στη φιλία δυο ανθρώπων. Ασφαλώς αυτού του είδους η επικοινωνία δεν είναι μόνο λεκτική, λογική, αλλά γίνεται και με κάθε άλλο δυνατό τρόπο. Είναι ο τόνος και η ένταση της φωνής, η συνοδεία από γέλιο ή κλάμα, η χειρονομία, είναι και το πώς ανταποκρίνεται το άλλο πρόσωπο στη θωπεία μου στο σύνολο της συμπεριφοράς μου, είναι το αν η ανταπόκριση είναι θετική, μια πρόκληση για περαιτέρω συνέχιση της επαφής μας, ή αρνητική. Είναι ακόμη το αν απολαμβάνουμε κι οι δυο το ίδιο αντικείμενο, το ίδιο φαινόμενο. Κρατώ το χέρι της αγαπημένης μου βλέποντας ένα θεατρικό έργο και τη στιγμή που εγώ συγκινούμαι νιώθω και το δικό της χέρι ιδρωμένο από παρόμοια συγκίνηση.

Δεν αμφισβητώ την αξία των αντικειμενικών αισθητών και κοινωνικών κριτηρίων. Οι πρόγονοί μας τα έβαζαν σε ίση μοίρα: “καλός καγαθός”. Και φυσικά, αν είναι αρνητικά, μπορούν να απειλήσουν την οποιαδήποτε προσωπική, μοναδική, επαφή. Την αγαπημένη μου δεν την έχω δίπλα μου μόνο τη σκοτεινή νύχτα, την έχω και τη μέρα. Τη θαυμάζουν και με ζηλεύουν οι άλλοι που μας βλέπουν μαζί. Μαζί οι δυο μας μοιραζόμαστε τους ρόλους μας, που είναι κοινωνικοί, μας εξασφαλίζουν την επιβίωσή μας και την επιβίωση των παιδιών μας αν έχουμε κάνει οικογένεια. Όμως το σημαντικό πάνω από όλα αυτά είναι η αυστηρά προσωπική, διαλεκτική σχέση μας, ο ισχυρός δεσμός μας.

Τόση ταύτιση είναι βέβαια σπάνια. Οπωσδήποτε θα υπάρξουν κάποτε διαφορές ή και αντιθέσεις, συγκρούσεις. Σημασία όμως έχει η ένταση και η διαχρονικότητα τέτοιων περιστατικών. Καθένας οφείλει, όσο είναι νέος, να ασκείται στην ανοχή διαφοροποιήσεων ήσσονος σημασίας, οφείλει να προσαρμόζεται στη συμπεριφορά του άλλου, να προσπαθεί. φυσικά, να εξηγήσει στον άλλο τις δικές του θέσεις, αλλά να ανεχθεί να μην γίνουν όλες αποδεκτές, και να προσπαθεί να κατανοήσει τις θέσεις του(ης) συντρόφου του και να συμμορφωθεί μ΄ αυτές, εφόσον δεν προσβάλλουν ζωτικά στοιχεία της προσωπικότητάς του. Οφείλει γι΄ αυτό να ξέρει πρωτ΄ απ΄ όλα τον εαντό του, τι είναι σημαντικό, αδιαπραγμάτευτο, γι΄ αυτόν και τι μπορεί να το θυσιάσει για χάρη των άλλων, των πολλών που απολαμβάνει. “Γνθι σαυτόν“, είναι ένα από τα Δελφικά παραγγέλματα. Η αυτογνωσία είναι προϋπόθεση για μια σωστή επιλογή συντρόφου. Και δεν είναι εύκολη. Πολλά στοιχεία από τη συμπεριφορά μας, ακόμη και τις σκέψεις μας και τα συναισθήματα και τις θελήσεις μας δεν καθοδηγούνται μόνο από τις περιοδικές ταλαντώσεις της βούλησής μας, όπως είναι η περιοδική πείνα, δίψα, ερωτικός ίμερος κλπ, ούτε είναι απάντηση σε εξωγενή ερεθίσματα που επιδρούν πάνω μας. Μπορούν να υπαγορεύονται και από κρυμμένα αίτια, απωθημένα στο υποσυνείδητό μας, ξεχασμένα, αλλά όχι νεκρά. Η αυτογνωσία, όπως με την αυτοανάλυση, μπορεί να βοηθήσει, αλλά χρειάζεται αγώνα, όχι σπάνια επώδυνο.

Τέτοιος δεσμός μπορεί να είναι ισόβιος, αλλά όχι αιώνιος. Ο χωρισμός θα έλθει και το αναπόδραστό του γίνεται αναγκαστικά δεκτό. Όποιος(α) έφυγε πρώτος δεν είναι πια στο πλάι εκείνου(ης) που έμεινε. Έχοντας όμως συμβάλει στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς όποιου(ας) μένει εξακολουθεί να ζει μέσα του(ης).