Δημήτρης Αντ. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com
Ηπειρωτικός Αγών, 29 Αυγούστου, 2026
Τώρα είναι απλό. Στέλνεις ένα εσεμές, ένα ημέηλ ή και, αναχρονιστικά, παίρνεις τηλέφωνο. Όταν εγώ ήμουν παιδί, τόσο που ακόμα να θυμάμαι, η δουλειά γινόταν με ταχυδρόμο. Όχι αναγκαστικά με το ταχυδρομείο, αλλά με ταχυδρόμο. Ένας λοιπόν από το χωριό πήγε στο βουλευτή του στην Αθήνα ζητώντας να του βρει δουλειά. Αυτός τον καλοδέχτηκε, του εξήγησε πως δεν έχει διαθέσιμες θέσεις, αλλά μπορεί να έχει διαθέσιμη θέση ο Υπουργός που ήταν φίλος του. Του έδωσε λοιπόν ένα σφραγισμένο γράμμα να το πάει στον Υπουργό. Αυτός τον άκουσε με προσοχή και του έδωσε μια επιστολή να την πάει πίσω στο δικό του βουλευτή. Αυτός το διάβασε και έγραψε δεύτερο γράμμα για τον Υπουργό. Κι αυτός του έδωσε δεύτερη σφραγισμένη γραπτή απάντηση για το βουλευτή. Κι εκείνος έγραψε τρίτη επιστολή να την επιδώσει στον υψηλά ιστάμενο. Ο καημένος ο χωριάτης δεν άντεξε στον πειρασμό. Άνοιξε με προσοχή το φάκελο και διάβασε: «Το ξέρω πως είναι ηλίθιος, αλλά έχει μεγάλη οικογένεια και πρέπει κάτι να κάνουμε». Σεις τι θα κάνατε; Πάντως ο Ηλίθιος ξαναέκλεισε με προσοχή το γράμμα και το πήγε στον παραλήπτη του. Τελικά η περιπόθητη θέση βρέθηκε. Από τότε δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα. Μόνο που η αλληλογραφία γίνεται με εσεμές ή με ημέηλ ή, έστω, τηλεφωνικά.
Η επιλογή των βουλευτών με κλήρωση, αντί με εκλογή, λύνει, μαχαίρι, το πρόβλημα. Τέρμα οι εξυπηρετήσεις. Όχι πελατεία. Αν οι βουλευτές κληρώνονται μεταξύ όλων των πολιτών, όπως γινόταν στην δημοκρατία εκείνων που περηφανευόμαστε να θεωρούμε προγόνους μας, αίρεται η δυνατότητα συνδιαλλαγής. Ανέπτυσσα τη θεωρία μου αυτή σε κάποιον με πολύ ανώτερη μόρφωση. «Η πελατειακή σχέση χρειάζεται», μου είπε. «Συχνά συμβαίνει να μη γίνεται το σωστό, οπότε καταφεύγεις στο βουλευτή σου για να σου λύσει το πρόβλημα». «Μα θα έχεις το βουλευτή σου», είπα εγώ. «Κάθε νομός θα έχει τόσους βουλευτές όσους και τώρα. Απλώς, θα κληρώνονται μεταξύ των πολιτών του νομού. Έτσι θα υπάρχουν οι βουλευτές του νομού σου να καταφεύγεις σ΄ αυτούς, για να ανακινούν το θέμα σου στη βουλή, αν παράνομα αδικείσαι!»
Αλλά μπορεί ο κάθε τυχών να κυβερνά; Φυσικά δεν μπορεί. Τόσο όμως ταυτίζεται στο μυαλό μας με το σημερινό σύστημα η βουλή με την κυβέρνηση, με το ισχύον σύστημα, που νομίζομε πως οι βουλευτές κυβερνούν. Όμως η βουλή νομοθετεί, η κυβέρνηση κυβερνά. Και οι κυβερνήτες (πρωθυπουργός, υπουργοί) δεν μπορεί να είναι τυχόντες, πρέπει να είναι υποχρεωτικά άνθρωποι με γνώσεις και πείρα. Ένα ελάχιστο, θα έλεγα, πτυχίο ανώτατης σχολής. Και επιπλέον πείρα στη διοίκηση ή στον τομέα που καλούνται να υπηρετήσουν (π.χ. διπλωμάτες για το υπουργείο εξωτερικών κλπ). Οι πολίτες θα πρέπει να ψηφίζουν κάποιο κόμμα, ανάλογα με το πρόγραμμά του και την ποιότητα των υποψηφίων του. Και η κυβέρνηση θα σχηματίζεται από το πλειοψηφικό κόμμα ή συνεργασία κομμάτων με ανάθεση από τον Ανώτατο Άρχοντα (Πρόεδρο Δημοκρατίας), χωρίς να χρειάζεται ψήφος από τη βουλή. Ναι, μα με ακομμάτιστη βουλή, πώς θα προχωρήσει μια κυβέρνηση; Τώρα οι βουλευτές ψηφίζουν ανάλογα με το κόμμα στο οποίο ανήκουν είτε συμφωνούν είτε όχι, αλλιώς υφίστανται πειθαρχικές ποινέςꞏ και αντίστοιχα οι αντιπολιτευόμενοι καταψηφίζουν με παρόμοια διαδικασία κάθε νομοσχέδιο που υποβάλλει η κυβέρνηση. Τέτοια στήριξη δεν θα έχει μια κυβέρνηση ανεξάρτητη από τη βουλή, χωρίς κομματική ένταξη των βουλευτών δηλαδή. Ναι, αλλά ούτε θα συναντά απέναντί της μια πειθαρχικά οργανωμένη αντιπολίτευση.
Ως προς τη δικαστική εξουσία, πρέπει να τη χωρίσουμε σε ποινική από τη μια και αστική και διοικητική από την άλλη. Στην αστική/διοικητική, οι κριτές συγκρίνουν μια πράξη οποιουδήποτε με το νόμο. Άρα πρέπει να γνωρίζουν τους νόμους. Στην ποινική δικαιοσύνη όμως συγκρίνεται ένα πρόσωπο (κατηγορούμενος) με μια παράνομη πράξη, αν είναι αυτός που τη διέπραξε ή όχι. Σ΄ αυτή τη σύγκριση δεν εμπλέκεται νόμος. Μπορεί άριστα να γίνεται με δικαστές κληρωμένους από το λαό (πολίτες) με κύριο κριτήριο την εντιμότητα (λευκό ποινικό μητρώο) και την ύπαρξη κοινού νου. Σε αμφιβολίες για το τελευταίο, μπορεί να γίνεται εξαίρεση των ενόρκων με αίτημα της υπεράσπισης ή της πολιτικής αγωγής. Ένα δύσκολο ερώτημα είναι το πώς εκλέγονται οι επικεφαλής των Ανώτατων (τριτοβάθμιων) Δικαστηρίων (Αρείου Πάγου, Συμβουλίου Επικρατείας, Ελεγκτικού Συνεδρίου). Σήμερα εκλέγονται από το Υπουργικό Συμβούλιο. Δεν ικανοποιεί και έχουν αρχίσει να φουντώνουν οι εκδηλώσεις για έλλειψη εμπιστοσύνης του κοινού στη δικαιοσύνη. Ήδη έχουν εκδηλωθεί διάσπαρτες διαμαρτυρίες από δικαστές, ενώ οι πιο υπεύθυνες φωνές, δηλώνουν ικανοποιημένες από την υπάρχουσα κατάσταση και επιθυμούν τίποτε να μην αλλάξει. Αναμενόμενο. Ούτε οι υπουργοί ούτε οι βουλευτές επιθυμούν να αλλάξει το παραμικρό. Η αλλαγή ωστόσο πρέπει να γίνει για να εκφράζει την καλύτερη εκπροσώπηση γνώσεων με ακαδημαϊκά κριτήρια και της λαϊκής βούλησης, όπως σε ένα ορκωτό ποινικό δικαστήριο και σε μια κληρωμένη βουλή. Το πρόβλημα είναι δυσεπίλυτο. Θα μπορούσαν όμως τα μέλη των Ανώτατων Δικαστηρίων να έχουν εγνωσμένα γνώσεις και πείρα. Η πείρα εξασφαλίζεται αν προϋπόθεση είναι να έχουν προϋπάρξει δικαστές σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια, με όσο γίνεται σαφέστερα κριτήρια. Ως προς τις γνώσεις τους αυτές θα πρέπει να κρίνονται από τους, δικαστικούς όλων των βαθμίδων, καθηγητές Νομικής και δικηγόρους με επιλογή τους από τους δικηγορικούς συλλόγους. Με αυτούς του όρους η δικαστική εξουσία μπορεί να γίνεται δικτατορική, αφού κανένας έξω από αυτήν δεν μετέχει στην επιλογή των μελών της. Το ίδιο γίνεται π.χ. στην επιλογή του Πρύτανη ή του Αρχιεπισκόπου, αλλά αυτά τα ολιγαρχικά σώματα ρυθμίζουν εκείνους που τους εξέλεξαν, ενώ η δικανική εξουσία ελέγχει το σύμπαν, συμπεριλαμβάνοντας κυβέρνηση, βουλή, Ανώτατο Άρχοντα. Περιορισμός των Ανώτατων Δικαστών μπορεί να γίνεται από τους Προέδρους τους, εφόσον αυτοί δεν διορίζονται από καμιάν από τις τρεις εξουσίες, ώστε να αναπτύσσεται η «πελατειακή» σχέση με την οποίαν αρχίσαμε. Αυτοί οι Πρόεδροι μπορούν να κληρώνονται μεταξύ των μελών τους, αλλά δεν αρκεί. Πρέπει ο δήμος να έχει την έσχατη εξουσία πάνω τους, για να υπάρχει δημοκρατία.
Μια λύση είναι να επιλέγονται από τον Ανώτατο Άρχοντα, μεταξύ υποψηφίων που έχουν προταθεί από τα αντίστοιχα Ανώτατα Δικαστήρια. Προϋπόθεση, ο Ανώτατος Άρχοντας σε τέτοια δημοκρατία να είναι το μόνο πρόσωπο που εκλέγεται άμεσα από τους πολίτες. Τόσο ο Ανώτατος Άρχοντας όσο και οι επικεφαλής των Ανώτατων δικαστηρίων πρέπει να έχουν σχετικά βραχεία (π.χ. ενιαύσια) θητεία και ρόλο αυστηρά συντονιστικό, όχι εκτελεστικό.






