553 ΣΤΑΘΜΟΙ ΑΛΛΑΓΩΝ: ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ, ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ ΚΑΙ Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΔΙΑΝΟΗΤΩΝ

Δημήτρης Αντ. Σιδερής, ομ. Καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Ηπειρωτικός Αγών, 10 Οκτωβρίου 2026

Ο Δημήτρης Αντ. Σιδερής αναζητά τους μηχανισμούς που διαμορφώνουν τις κοινωνικές αλλαγές και το βαθύτερο υπόστρωμα που εξασφαλίζει τη συνέχεια του κράτους.

Τὰ πάντα ρεῖ (Ηράκλειτος). Όλα διαρκώς αλλάζουν. Κάθε τόσο και λιγάκι όμως η κατάσταση αποκρυσταλλώνεται, ενώ τα πάντα εξακολουθούν να αλλάζουν, ώσπου να έλθουν σε αντίθεση με αποκρυσταλλωμένες καταστάσεις. Τότε εισβάλλει η κρίση, όπως επανάσταση, δικτατορία, πόλεμος κοκ. Πάντως κάτι θα αλλάξει ριζικά και, με πολλά σκαμπανεβάσματα η αλλαγή θα είναι σύμφωνη με την κατεύθυνση της φυσικής πορείας των πάντων.

Υπάρχουν πολλές ιεραρχημένες διαβαθμίσεις στις αποκρυσταλλωμένες αλλαγές που γίνονται. Οι πιο εύκολες  είναι σύμφωνες με άλλες ιεραρχικά ανώτερες. Έχομε π.χ. υπουργικές αποφάσεις και παραπέρα προεδρικά διατάγματα. Όλα, μόνον εφόσον κάποιος νόμος ορίζει πως επιτρέπονται. Ο νόμος όμως αποφασίζεται από τη βουλή, όχι από την κυβέρνηση. Αλλά και η βουλή δεν μπορεί να ψηφίσει ένα νόμο παρά μόνο στα πλαίσια ενός ανώτερου νόμου, του Συντάγματος. Λογικό είναι αυτόν τον ανώτερο νόμο να τον έχει ορίσει το σύνολο του λαού, όχι μια βουλή, αφού δεν υπάρχουν ανώτερου και κατώτερου επιπέδου βουλές. Στη δική μας περίπτωση όμως το Σύνταγμά μας (1975) έχει αποφασιστεί από τη βουλή και όχι από το λαό με δημοψήφισμα. Σύνταγμα, λοιπόν, Βουλή, Προεδρικά διατάγματα, Υπουργικές αποφάσεις. Κι όμως δεν τελειώσαμε.

Ακόμη κι αν αλλάζαμε σύνταγμα, όπως έγινε το 1975, συνεχίζομε να είμαστε δεσμευμένοι από ποικίλες πλευρές. Είναι το διεθνές δίκαιο που έχομε υιοθετήσει, η συμμετοχή μας σε ποικίλες συνομοσπονδίες, όπως ο ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ, η Ευρωπαϊκή Ένωση. Επίσης οι ποικίλες διακρατικές συμφωνίες που έχομε υπογράψει, όπως οι Αμερικανικές βάσεις. Αλλά δεν τελειώσαμε. Υπάρχει πίσω από αυτά και το «κράτος». Είναι το πελώριο σύστημα των δημοσίων υπαλλήλων. Καθένας από αυτούς είναι διορισμένος για να κάνει ό,τι απαιτεί ο ρόλος του, όχι ό,τι ο ίδιος πιστεύει. Στη μεταπολίτευση, για να επιφέρει μείζονες αλλαγές ο Ανδρέας Παπανδρέου αντί να απολύσει δημοσίους υπαλλήλους που είχαν διοριστεί ρουσφετολογικά από το προηγούμενο καθεστώς, κατάργησε θέσεις δημοσίων υπαλλήλων.

Κι όμως, πίσω από όλα αυτά πάντα κάτι μένει στον πυρήνα της εθνικής μας ταυτότητας. Είναι η οικονομία. Δεν έχομε σπουδαία οικονομία, θα μου πείτε, όμως έχομε κάποια. Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις μας κατέχουν απλώς ποσοστά από ακόμα μεγαλύτερες διεθνείς επιχειρήσεις. Στις εκλογές μας ψηφίζομε κόμματα και από αυτά τους προεπιλεγμένους υποψηφίους που μας σερβίρονται στην κάλπη να σταυρώσουμε. Αυτά τα κόμματα υπηρετούν τα συμφέροντα αυτών των μεγάλων επιχειρήσεων. Είναι αδύνατο να υπάρχει κόμμα χωρίς χρηματοδότηση. Βέβαια καμιά επιχείρηση δεν στηρίζει ένα μόνο κόμμα. Όλες χρηματοδοτούν πολλά κόμματα ταυτόχρονα. Κι αυτό δεν μας γίνεται γνωστό. Έχομε μπει πια βαθιά στο «Κράτος», την ισχύ που μας κυβερνά. Και το αγνοούμε. Επιπλέον έχομε ένα μεγάλο εμπορικό στόλο. Ελληνικών συμφερόντων στόλος, είναι ίσως ο μεγαλύτερος στον κόσμο. Ναι, αλλά πόσο ελληνικός είναι; Οι εργαζόμενοι σ΄ αυτόν, ακόμη και οι πλοίαρχοι, είναι οι περισσότεροι αλλοδαποί. Όσο για τους πλοιοκτήτες, είναι τέτοιες οι εξαρτήσεις τους, που ακόμη και με τις καλύτερες προθέσεις τους (και υπάρχουν μερικοί με τέτοιες) εξαρτώνται πολύ από διεθνείς οικονομικές δυνάμεις, ώστε δεν μπορούν να βοηθήσουν πολύ. Πάντως συνεχίζουν να αποτελούν ένα πολύ βαθύ κράτος. Το πιο βαθύ κράτος όμως είναι οι πολίτες του, χωρίς να το γνωρίζουν. Ἂνδρες γὰρ πόλις, καὶ οὐ τείχη οὐδέ νῆες ἀνδρῶν κεναί (Θουκυδίδης). Οι πολίτες του κράτους μας αυτοί είμαστε το βαθύ κράτος. Βεβαίως, αλλάζομε. Όλοι κάποτε πεθαίνουν άλλοι γεννιόνται, κάποιοι έρχονται, κάποιοι φεύγουν (μετανάστες) και ο καθένας άλλα σκέφτεται και θέλει τώρα και άλλα αύριο. Ωστόσο, υπάρχει πάντα μια μυστική κοινή βούληση όλων, που με τους παραπάνω όρους, αλλάζει με βραδύ ρυθμό. Είναι μυστική διότι κανένας δεν γνωρίζει τι ξέρει και τι θέλει ο άλλος. Ώσπου να γίνει διαβούλευση, να δηλώσει καθένας τη βούλησή του, να του απαντήσουν οι άλλοι, να τους ανταπαντήσει καθένας. Τέτοια διαβούλευση δεν ήταν εύκολη στην εκκλησία του δήμου (δημοψήφισμα) ούτε στην αρχαία Αθήνα. Κι αυτή ήταν η ανώτατη αρχή. Υπήρχε όμως και η βουλή που ψήφιζε νόμους και τότε, με τον πιο περιορισμένο αριθμό των μελών της ήταν δυνατή η διαβούλευση. Και αυτή η βουλή εκπροσωπούσε το σύνολο των πολιτών με στατιστική ακρίβεια. Οι βουλευτές δεν εκλέγονταν· κληρώνονταν από το σύνολο των πολιτών. Η εκλογή τους ονομαζόταν ολιγαρχία, όπως είναι το δικό μας σύστημα της ρεπούμπλικας, και, κατά τον Αριστοτέλη, το σύστημα εκλογής μεταξύ προεπιλεγμένων ήταν επικίνδυνο.

Ναι, αλλά και η νοοτροπία, οι γνώσεις και η βούληση των πολιτών που αποτελούν την πολιτεία μπορεί να επηρεάζεται. Σήμερα υπάρχουν πολλοί τρόποι γι΄ αυτό το σκοπό. Μερικοί είναι άμεσοι. Ένας υποψήφιος βουλευτής αγοράζει ψήφους πουλώντας εξυπηρέτηση. Είναι όμως και οικονομικοί παράγοντες. Ο εργοδότης άμεσα ή έμμεσα απειλεί με απόλυση τον εργαζόμενο αν δεν ενεργεί πολιτικά όπως αυτός επιθυμεί. Είναι όμως και η (ανεπίσημη) τέταρτη εξουσία, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, εφημερίδες, ραδιόφωνο, τηλεόραση, διαδίκτυο κλπ. Τέλος, είναι και το πιο σημαντικό, η παιδεία. Με την εκπαίδευση στο συναισθηματικό πεδίο επιδιώκεται να αποκτηθεί ικανότητα για στροφή της προσοχής, ανταπόκριση, και εσωτερίκευση φαινομένων, που σημαίνει ότι αυτά ταξινομούνται σε μια εσωτερική κλίμακα αξιών. Η διαδικασία με την οποίαν δημιουργείται η κλίμακα των αξιών ονομάζεται παιδεία. Και αυτή η διαδικασία ελέγχεται πλήρως από το κράτος, από την κυβέρνηση, τη βουλή. Τα παιδιά κατά μέσον όρο, αποκτούν την παιδεία που επιδιώκει το κράτος. Και αυτή είναι εκείνη που εξασφαλίζει τη συνέχιση του ίδιου κράτους, χωρίς αλλαγές, χωρίς να κινδυνεύει το βαθύ κράτος.

Παράλληλα υπάρχουν παρακρατικοί και τρομοκρατικοί μηχανισμοί. Οι τρομοκράτες χτυπούν πρόσωπα μάλλον παρά συστήματα και στοχοποιούν ευάλωτους μάλλον παρά αιτίους. Οι κατοχικές δυνάμεις εκτελούν ομήρους αντί των ανταρτών που δεν τους φτάνουν και κράτη χτυπούν φίλους των εχθρών τους αντί τους εχθρούς που δεν μπορούν.

Και τώρα προκύπτει η ευθύνη των διανοητών. Παρόλη αυτή την πλύση εγκεφάλου που υφιστάμεθα όλοι μας κάποιοι δεν αρκούνται στα όσα τους ταΐζει το συνολικό σύστημα, αλλά αρχίζουν και αναζητούν μόνοι τους τις πληροφορίες που επιθυμούν και με αυτές διασταυρώνουν άλλες πληροφορίες. Κι έτσι αποκτούν τις δικές τους απόψεις και βουλές. Αυτοί καθήκον τους είναι να τις διαδίδουν όσο μπορούν σε ευρύτερο σύνολο. Ζούμε σε μια περίοδο πρωτόγνωρης ελευθερίας του λόγου, πολύ μικρότερης από την επιθυμητή, αλλά πάντως πολύ μεγαλύτερης από κάθε προηγούμενη περίοδο. Καθήκον καθενός που σκέφτεται είναι επομένως να διακηρύσσει τις δικές του σκέψεις όσο γίνεται λιγότερο επηρεασμένες από θρησκευτικές, ιδεολογικές, συμφεροντολογικές κλπ αγκυλώσεις. Μιλάτε. Γράφετε. Συζητάτε. Διαρκώς. Παντού.

ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Δημήτρης Αντων. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Κοινή Γνώμη, 9 Οκτωβρίου 2026

Υπάρχουν δυο λέξεις που όλοι τις καταλαβαίνομε, όλοι τις χρησιμοποιούμε, αλλά δεν έχουν σαφή ορισμό. Δημιουργούνται έτσι συγχύσεις. Εννοώ την παιδεία και τον πολιτισμό. Ανέτρεξα σε δυο συστήματα τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ), μήπως φωτιστώ, αλλά μάταια. Έδιναν διαφορετικούς ορισμούς. Χωρίς σαφήνεια σαν εκείνη που έδινε στους δικούς του ορισμούς ο Αριστοτέλης. Βέβαια και τα κείμενα που πήρα από τα δύο συστήματα συμφωνούσαν σε κάτι: Ο πολιτισμός αφορά μια ανθρώπινη κοινωνία, ενώ η παιδεία έναν άνθρωπο. Θα προσπαθήσω να γίνουν πιο κατανοητές οι δύο έννοιες, τουλάχιστον να διασαφηνίσω τι εγώ εννοώ όταν τις χρησιμοποιώ.

Η παιδεία έχει σχέση με την εκπαίδευση, αλλά δεν είναι το ίδιο. Η εκπαίδευση διδάσκεται και μαθαίνετε. Η παιδεία μαθαίνεται, αλλά δεν διδάσκεται. Δεν υπάρχει πτυχίο παιδείας! Εκπαίδευση θεωρείται ότι είναι η στοχευμένη διαδικασία με την οποίαν αποκτά ο εκπαιδευόμενος την ικανότητα να κάνει πράγματα που δεν μπορούσε να κάνει προηγουμένως. Θεωρείται πως αφορά τρία πεδία: γνωστικό, πρακτικό και συναισθηματικό. Στο συναισθηματικό αφορά την ικανότητα για στροφή της προσοχής, ανταπόκριση, και εσωτερίκευση φαινομένων, που σημαίνει ότι αυτά ταξινομούνται σε μια εσωτερική κλίμακα αξιών. Η διαδικασία λοιπόν με την οποίαν δημιουργείται η κλίμακα των αξιών ονομάζεται παιδεία. Η παιδεία είναι κύριο στοιχείο της προσωπικότητας του καθενός. Είναι καθαρά επίκτητη. Δημιουργείται με σχηματισμό εξαρτημένων αντανακλαστικών, μια διαδικασία που ξεκινά από την πρώτη στιγμή της γέννησης κάθε ανθρώπου. Και προσωπικότητα είναι ένα είδος μέσου όρου της συμπεριφοράς του. Η παιδεία αφορά γνώσεις, συναίσθημα και βούληση, τα τρία στοιχεία του νοητού Εγώ ή, αν προτιμάτε, της ανθρώπινης ψυχής, έστω και αν αυτή δεν είναι αθάνατη. Ένας ευσυνείδητος δάσκαλος προσπαθεί να βοηθήσει τους μαθητές του να αποκτήσουν κάποιες ικανότητες, λογικές γνώσεις, τεχνικές δεξιότητες, ψυχολογικές ικανότητες. Τους αξιολογεί μετά. Επαινεί όσους έμαθαν, τους βάζει καλούς βαθμούς κλπ. Αυτούς που δεν έμαθαν τους αποδοκιμάζει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Λίγα χρόνια αργότερα τα περισσότερα που είχαν μάθει οι μαθητές τα έχουν ξεχάσει. Τους έχει μείνει όμως κάτι που δεν τους το δίδαξε: Όσοι προσπαθούν και μαθαίνουν ανταμείβονται, όχι όσοι δεν προσπαθούν. Αυτή είναι η παιδεία τους που δεν τους τη δίδαξε κανένας.

Την παιδεία του την αποκτά καθένας από το περιβάλλον του, που, φυσικά, δεν είναι ειδικά εκπαιδευμένο γι΄ αυτό το ρόλο. Είναι οι γονείς του, ιδιαίτερα η μητέρα, το οικογενειακό περιβάλλον, τα γειτονόπουλα με τα οποία παίζει το παιδί. Από τη στιγμή όμως που θα πάει στο σχολείο, η αθροιζόμενη παιδεία αποκτά τυπικά τα χαρακτηριστικά που επιβάλλει η εκάστοτε εξουσία διαμέσου του εκπαιδευτικού της προγράμματος.

Ο πολιτισμός από την άλλη, αφορά την κοινωνία. Ένας λαός αρχίζει να συσσωματώνεται σε πολιτείες. Οι πολιτείες διαμορφώνουν επιστήμη, ηθική και τέχνη, όπως το νοητό Εγώ έχει μια είσοδο, τη γνώση, μια έξοδο, τη βούληση και ένα ενδιάμεσο στοιχείο, το συναίσθημα. Ο πολιτισμός είναι το σύνολο επιστημονικών, καλλιτεχνικών και ηθικών επιτευγμάτων που δημιουργεί μια ανθρώπινη κοινωνία κατά τη διάρκεια της ιστορικής πορείας της. Τίποτε από όλα αυτά δεν τρώγεται, δε ζεσταίνει όταν κάνει κρύο, δεν μπορεί να αντισταθεί σε βαλιστικούς πυραύλους ή και πυρηνικές βόμβες. Ο πολιτισμός μοιάζει άχρηστος. Όπως και η παιδεία. Είναι σαν τα ίχνη που αφήνουν πίσω τους τα αεροπλάνα που πετούν πάρα πολύ ψηλά (>10000 μέτρα).  Μόλις οι θερμοί υδρατμοί βγουν από τους κινητήρες και έρθουν σε επαφή με τον παγωμένο αέρα (-40 Cο), ψύχονται ακαριαία, συμπυκνώνονται γύρω από τα σωματίδια της αιθάλης και μετατρέπονται σε μικροσκοπικούς παγοκρυστάλλους. Αποτελούν όμως το ίχνος της τροχιάς που ακολούθησε το αεροπλάνο και μένουν για αρκετή ώρα μετά το σχηματισμό τους. Όπως η παιδεία μένει χωρίς να έχει σχηματιστεί σκόπιμα και μπορεί να θεωρηθεί το ίχνος της πορείας που ακολούθησε ως τώρα καθένας μας, έτσι και ο πολιτισμός, σαν το ίχνος που αφήνουν πίσω τους τα αεροπλάνα, είναι ενδεικτικός της πορείας που έχει ακολουθήσει μια κοινωνία, μια πολιτεία ως σήμερα. Οι πρόγονοί μας δημιούργησαν έναν απαράμιλλο πολιτισμό. Καταχτήθηκαν από τους Ρωμαίους και δεν ξαναβρήκαν την ελευθερία τους, μισερωμένη κι αυτή, ύστερα από 2 χιλιετίες. Ωστόσο, ο πολιτισμός που άφησαν πίσω τους έμεινε κι απλώθηκε σ΄ όλο τον κόσμο.

Πώς πετυχαίνεται η παιδεία; Πώς ο πολιτισμός;

Το σημαντικό και για τους δύο σκοπούς είναι η ανάπτυξη της ομαδικότητας με συμπληρωματικότητα, που σημαίνει επικοινωνία. Για την παιδεία τεράστιο ρόλο παίζουν ομαδικές εκδηλώσεις των παιδιών, κυρίως αθλητικές και καλλιτεχνικές. Όταν παίζουν ποδόσφαιρο, νικά συνήθως η ομάδα που οι παίκτες της επικοινωνούν καλύτερα μεταξύ τους, οι δεξιοί και αριστεροί κυνηγοί με τους οπισφοφύλακες κλπ. Το ίδιο σε όλα τα ομαδικά παιχνίδια, μπάσκετ, βόλεη κλπ. Σε μια χορωδία άλλος τραγουδά 1η, άλλος 2η, άλλος 3η φωνή και ακούεται ένα αρμονικό υπέροχο σύνολο. Το ίδιο αν παίζουν όργανα σε μια παιδική ορχήστρα. Το ίδιο αν επιδίδονται σε χορούς ομαδικούς, όπως είναι πολλοί παραδοσιακοί Ελληνικοί χοροί. Όλες αυτές οι δραστηριότητες χαρακτηρίζονται από τον απώτερο κανόνα που ορίζει μια κοινωνία: Καθένας κάνει κάτι διαφορετικό, επιδιώκοντας όλοι κοινό σκοπό. Αυτό το ενστερνίζεται ο μαθητής με τέτοιες δραστηριότητες. Αποκτά παιδεία.

Κεντρικό ρόλο σε τέτοια προσπάθεια παίζει η ανάπτυξη επικοινωνιακών ικανοτήτων. Κι έτσι φτάνομε στο κοινωνικό αντίστοιχο, τον πολιτισμό. Η πολιτεία πρέπει να υιοθετήσει τον απλούστερο δυνατό τρόπο επικοινωνίας. Στο γραπτό λόγο η καθιέρωση της φωνητικής γραφής απλουστεύει την εκμάθησή της, αν σκεφτούμε ότι στην τρέχουσα ορθογραφία υπάρχουν εκατοντάδες κανόνες που πρέπει να μάθει ο μαθητής (και που σχεδόν κανένας δεν τους μαθαίνει με δωδεκαετή μαθητεία), ενώ η φωνητική ορθογραφία δεν έχει παρά μόνον ένα κανόνα: Γράφε όπως μιλάς. Οι πρόγονοί μας ήταν εκείνοι που επινόησαν τη φωνητική ορθογραφία εξελίσσοντάς την από τη φοινικική γραφή. Χωρίς αυτήν, που επέτρεψε να είναι όλοι εγγράμματοι, δεν θα είχαν επιτύχει τη δημοκρατία, το προαπαιτούμενο του πολιτισμού που αναπτύχθηκε τότε.

Ένα άλλο στοιχείο που ισχύει τόσο για την παιδεία όσο και για τον πολιτισμό είναι η διαρκής προσωπική συμμετοχή στα τεκτενόμενα. Αυτονόητο με τα παραδείγματα που έδωσα για τις αθλητικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Σε κοινωνικό επίπεδο, να σκεφτούμε πως ο λαός στη δημοκρατία είτε άμεσα με την εκκλησία του δήμου είτε έμμεσα με βουλευτές κληρωμένους από το σύνολο, μετείχε στη λήψη όλων των αποφάσεων της πολιτείας. Σήμερα ο λαός μετέχει μόνο μια στιγμή κάθε 4 χρόνια για να επιλέξει πληρεξουσίους που αποφασίζουν γι΄ αυτόν.  

ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ

363 ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ

Δημ. Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Πρωινός Λόγος, Τρίκαλα, 8 Οκτωβρίου 2026

«Η απόλυτη πίστη σε κάποιον για τα αισθήματά του, την εχεμύθεια, την ικανότητα ή άλλες ιδιότητες» (λεξικό Τεγόπουλου-Φυτράκη). Ανάλογοι είναι οι ορισμοί σε άλλες πηγές, προσθέτοντας την πολιτική σημασία του όρου, για τη στήριξη μιας κυβέρνησης. Η λέξη κλειδί είναι η πίστη. Πίστη είναι γνώση χωρίς απόδειξη, που, όμως, οδηγεί σε δημιουργία βούλησης και λήψη αποφάσεων. Η ασφαλέστερη γνώση, η επιστημονική, βρίσκεται στη διασταύρωση του νοητού με το αισθητό, της θεωρίας με την εμπειρία, της υπόθεσης με την παρατήρηση. Καθώς, τόσο οι αισθήσεις, όσο και η νόηση μπορούν να σφάλλουν, ενώ το περιεχόμενο της νόησης έχει οικοδομηθεί στις αισθήσεις, η γνώση περιβάλλεται αναγκαστικά από μια άλω σφάλματος που δεν υπάρχει στην πίστη. Η πίστη όμως δεν έχει καμιά τεκμηρίωση με τις αισθήσεις μας, τη μόνη πύλη εισόδου του περιβάλλοντος μας μέσα μας. Η εμπιστοσύνη σε κάποιους είναι υπαρξιακή ανάγκη. Μα πώς μπορώ να εμπιστευθώ οποιονδήποτε; Ναι, μπορώ, αν έχω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου πως αν χρειαστεί μπορώ να αντιμετωπίσω ή αντέξω σε οποιαδήποτε ανάγκη.

Η εμπιστοσύνη έχει άμεση σχέση με το χρήμα. Όταν πρωτάρχιζε η ανθρώπινη κοινωνία, άρχισαν να παράγονται προϊόντα που περίσσευαν, ενώ υπήρχε έλλειμμα σε άλλα. Άρχισαν ανταλλαγές: Ένα πρόβατο για τόσες κότες. Η εφεύρεση του χρήματος διευκόλυνε τις ανταλλαγές, αλλά με ένα τίμημα. Το χρήμα καθεαυτό δεν είχε καμιάν αξία. Ο χρυσός είναι το πιο άχρηστο μέταλλο, καθόσον δεν τρώγεται ούτε θερμαίνει, ενώ είναι μαλακός για εργαλείο. Ακολουθούσαν ο άργυρος και ο χαλκός, αλλά ο σίδηρος, το πιο σκληρό μέταλλο, σκούριαζε και αχρηστευόταν ως χρήμα. Έπρεπε να υπάρχει εμπιστοσύνη επομένως ότι το χρήμα μπορούσε να συντηρηθεί άφθαρτο και να ανταλλαγεί με χρήσιμα προϊόντα.

Η κοινωνία εξελίχθηκε. Στις μέρες μας, η άμεση σχέση μεταξύ ανταλλαγών και οικονομίας από τη μια με χρήμα και τράπεζες από την άλλη κυριαρχεί. Το χρήμα (=χρήσιμο) έπρεπε να έχει σίγουρο αντίκρισμα. Αρχικό αντίκρισμα ήταν τα αγαθά και οι προσφερόμενες υπηρεσίες. Στη συνέχεια ήταν τα μέσα παραγωγής αγαθών, βασικά η γη είτε καλλιεργήσιμη είτε βοσκοτόπι. Σταθερή η γη διέθετε τη μεγαλύτερη δυνατή εμπιστοσύνη. Στη συνέχεια δόθηκε μεγαλύτερη αξία στην παροχή υπηρεσιών, τέχνες, ταξίδια, εμπόριο, τελικά εργοστάσια, έτσι που υποβαθμίστηκε η αξία της γης. Η εξουσία μεταφέρθηκε από τους γαιοκτήμονες στους εργοστασιάρχες και πλοιοκτήτες. Γαλλική Επανάσταση και όσες την ακολούθησαν. Η ανάπτυξη των υπηρεσιών, συμπεριλαμβάνοντας το εμπόριο, απαιτούσε χρήμα. Και σήμερα η εξουσία έχει μεταφερθεί από την παραγωγή αγαθών και προσφορά υπηρεσιών στις τράπεζες. Παρενθετικά, έτυχε σε μια κρίσιμη στιγμή της διεθνούς ανάπτυξης να απαγορεύεται ο τοκισμός στη Μουσουλμανική θρησκεία και στην Καθολική εκκλησία, οπότε μόνοι χρηματοδότες και διεθνώς οικονομικά κερδισμένοι έμειναν οι Εβραίοι. Ως σήμερα.

Το χρήμα και οι τράπεζες αυτονομήθηκαν. Το χρήμα έγινε χαρτί, πλαστικό, άυλο. Αρχικά είχε «αντίκρισμα» το χρυσό κι ύστερα τίποτε. Κύριο στήριγμα των τραπεζών είναι η εμπιστοσύνη που έχουν στην «αγορά», στους καταθέτες, στις άλλες τράπεζες. Όχι πια το αντίκρισμά τους στην παραγωγή ή, έστω, στο χρυσό. Η αυτονόμηση όμως οδηγεί σε φαύλους κύκλους.

Ο Ν. Σταθόπουλος (ENALLAKTIKOS.GR) αναλύει ευκολονόητα την κατάσταση: «Πονοκέφαλο στους κεντρικούς τραπεζίτες προκαλεί ο ποταμός ρευστότητας (31 δισ. €), που παραμένει εκτός τραπεζικού συστήματος, δυσχεραίνοντας την άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων» (Σοφοκλέους in, 29/01/2018). Δεν καταργούνταν τα Capital controls, επειδή ο κόσμος δεν εμπιστευόταν τις τράπεζες. Αλλά ο κόσμος δεν τις εμπιστευόταν επειδή διατηρούσαν τα Capital controls. Αν κάποια στιγμή απαγορεύσουν εντελώς την ανάληψη χρημάτων μας από τις τράπεζες; Από τη στιγμή που καταθέτω χρήμα στην τράπεζα, αυτό ανήκει σ΄ αυτήν, όχι σ΄ εμένα. Το κράτος μου πληρώνει το μισθό ή τη σύνταξή μου στην τράπεζα. Όταν κινδύνευσαν οι τράπεζές μας να χρεοκοπήσουν, ο τότε πρωθυπουργός ανήγγειλε με καμάρι ότι τις ενίσχυσε με πολλά δισεκατομμύρια, που βέβαια τα είχε δανεισθεί από ξένους δανειστές και που βέβαια τα χρωστούσαν σ΄ αυτούς όχι οι τράπεζες, αλλά εμείς όλοι, οι πολίτες. Οι τράπεζες, αντί να επενδύουν, χρησιμεύουν για να μας μοιράζουν μισθούς, συντάξεις κλπ, πληρωνόμενες από εμάς γι΄ αυτό το σκοπό. Η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση που βιώνομε το απαιτεί. Μας κυβερνούν οι τράπεζές μας, χωρίς αυτές δεν μπορούμε να ζήσουμε κι αυτές εξαρτώνται απόλυτα από άλλες μεγάλες παγκόσμιες τράπεζες. Αν μπορέσω να δανεισθώ χρήματα από την τράπεζά μου αυτή αμέσως πουλά το δάνειο σε άλλη τράπεζα κι αυτή σε άλλη κι εγώ ξέρω ότι χρωστάω, αλλά αγνοώ σε ποιον. Το πρόβλημα βέβαια υπήρχε και στην αρχαιότητα. Τον καιρό της παρακμασμένης πια Ρωμαϊκής Ελλάδας, ο Πλούταρχος (45-120 μ.Χ.) έγραφε: «Τὸ  δανείζεσθαι  τῆς  ἀφροσύνης  ἐστὶ  καὶ  τῆς  μαλακίας» (παρά τη σεμνοτυφία των σύγχρονων λεξικογράφων, μαλακία σήμαινε ό,τι και σήμερα). Δανεισμός επιτρέπεται μόνον όταν προϋπάρχει λεπτομερές σχέδιο πού θα επενδυθεί το δάνειο. Αλλιώς θα σπαταληθεί, π.χ. σε ψηφοθηρικούς σκοπούς από τους πολιτικούς. Τώρα όμως έχει γίνει πολύ χοντρό. Υπάρχει λύση αποδεκτή από τις σύγχρονες συνθήκες;  

Οι διεθνείς δεσμεύσεις μας μάς απαγορεύουν να τυπώσουμε χρήμα δικό μας με κάποιο πιο στέρεο αντίκρισμα, που να εμπνέει εμπιστοσύνη στο χρήστη του. Και, κακά τα ψέματα, δεν μπορούμε πολιτικά να επιβιώσουμε έξω από τις διεθνείς δεσμεύσεις μας. Να όμως μια αφελής ιδέα, που προφανώς απαιτεί επεξεργασία. Προγραμματίζομε παραγωγική ανάπτυξη και ζητούμε ένα μέρος του έργου να γίνεται εθελοντικά από τους εργαζομένους. Η εθελοντική εργασία τους, πέρα από μιαν ελάχιστη αποζημίωση, τεκμηριώνεται και με μια Βεβαίωση ΕΡΓΑσίας (ΒΕΡΓΑ). Η ΒΕΡΓΑ έχει λοιπόν αντίκρισμα το έργο των εργαζομένων. Δεν είναι ανταλλάξιμη με χρήμα, άρα δεν παραβιάζει τις διεθνείς συνθήκες. Το κράτος όμως της προσδίδει εμπιστοσύνη, δεχόμενο μέρος των συναλλαγών του με τους πολίτες (πληρωμές φόρων, ΔΕΗ, ύδρευσης, αποχετεύσεων, δρόμων κλπ) να γίνεται με εθελοντική εργασία ή με ΒΕΡΓΑ. Επομένως και ιδιωτικοί φορείς, καταστήματα, σουπερμάρκετ, που πληρώνουν το κράτος, θα αρχίσουν να δέχονται μέρος της αμοιβής τους σε ΒΕΡΓΑ και το ίδιο θα κάνουν οι ντόπιοι προμηθευτές τους. Τώρα στις συναλλαγές μας υπάρχει ισχυρό αντίκρισμα: Η γη (που την έχομε εγκαταλείψει και μας κοστίζει τόσο για να την υπερασπιζόμαστε), η θάλασσα, ο ήλιος, οι άνεμοι, όλα αυτά που παράγουν ενέργεια βιολογική (τροφή) και φυσική (ηλεκτρισμό) με την εργασία των εργαζομένων είναι το αντίκρισμα της ΒΕΡΓΑ και, ως ανεξάντλητα, επαναφέρουν την εμπιστοσύνη στην οικονομία μας, στον εαυτό μας. Προϋπόθεση είναι  να εμπιστευόμαστε το κράτος μας που οφείλει να είμαστε εμείς!

Ηδανηκή Κηνονήα

05.09.26

Τα πάντα εκσελήσοντε, μαζή κε η γλόσα μας, που μ΄ αφτήν επηκηνονούμε μετακσή μας η Έληνες. Αφτή την εκσέληκση δεν την ακολούθησε η γραφή της γλόσας μας. Την εμπόδησε σθεναρά η άρχουσα τάκση. Σηνεχήζο να εμφανήζο παλιά άρθρα μου μεταγραμένα στην ηδανηκή φονητηκή, όπος τον προγόνον μας, ορθογραφήα

Δημ. Α. Σηδερής, ομ. καθ. καρδιολογήας, dimitrissideriswordpress.com

  • Κηνή Γνόμη, 29 Δεκεμβρίου 1915
  •  

  • http://www.koinignomi.gr/sites/default/files/styles/more_images_thumb/public/paper_version/2015/12/3cb5047171c91e8183571826e98263e5.jpg?itok=D07YTVry

«Η κηνονήα σχηματήσθηκε από ανθρόπους που την αποτελούν. Η ηγεσήα της ήνε αφτή που ακσήζη στο λαό της. Τα μέλη της εκσέλεκσαν τους ηγέτες τους. Ακόμη κι αν τους επηβλήθηκαν βήεα, τoυς ανέχοντε. Δεν φτένε η ηγέτες. Ο λαός φτέη. Ο ανόρημος λαός». Kηνηκή άποπση! Κε δεν ηπάρχη έφκολο λογηκό επηχήρημα να την καταρήπση.

Σε μια κηνονήα ηπάρχουν προκομένη κε τεμπέληδες, έκσηπνη κε ηλήθηη, ηγηής κε άροστη, καλή κε κακή, γενέη κε δηλή, ορέη κε άσχημη, πλούσηη κε φτοχή, όλον τον ηδόν η αντηθέσης. Όλη τους κάτη θέλουν. Θα σας φτιάκσο ληπόν εγό την ηδανηκή πολητήα. Εμής η προκομένη, έκσηπνη, ηγηής, κλπ, ήμαστε πιο ησχηρή από τους τεμπέληδες, ηληθήους, κλπ. Κάνομε ό,τη θέλομε. Τους πιάνομε ληπόν όλους αφτούς τους ηπανθρόπους κε τους εκτελούμε, τους πετάμε στον Κεάδα, τους ληθοβολούμε, να απαλαγή η ανθροπότητα από τα ανθροπάκια. Κι η κηνονήα μας θα ήνε τότε ηδανηκή, αφού η άνθροπη κάνουν την κηνονήα.

Θα ήνε όμος; Ο Πλάτον χόρησε ηπηότερα την Πολητήα του σε στεγανές τάκσης. Αναγνόρησε την αληλεκσάρτηση κε αληλοχρησημότητά τους, έτση που δεν πρότηνε να θανατοθούν όση ανήκαν στην κατότερη τάκση. Μάληστα πρόβλεπσε κομουνηστοηδή κηνοκτημοσήνη στο φασηστοηδές κατασκέβασμά του κε η Πολητήα του θα λητουργούσε αρμονηκά. Η Ουτοπήα του Ου-Τόπος ηπήρχε για να εφαρμοσθή.

Πός φανταζόμαστε την κηνονήα που πρότηνα; Μήπος κάπιη ηγηής θα αροστήσουν, κάπιη φήλεργη θα δουλέβουν περησότερο από τους άλους, έκσηπνη θα επηβληθούν στους ληγότερο κσήπνιους που θα τους φένοντε ηλήθηη, πλούσηη θα γήνουν πλουσηότερη φτοχένοντας τους ηπολήπους κε βέβεα αφτομάτος πάβουν να ήνε «καλή» αυτή που θα ηοθετήσουν τέτια λήση; Μήπος έτση θα κσαναγήνη κηνονήα όπος ήταν πρην εγό τη δημηουργήσο; Μου φένετε προφανές, πος μια κηνονήα δεν έχη της ηδηότητες τον μελόν της. Δεν ήνε «καλή» μια κηνονήα που αποτελήτε από «καλούς» ανθρόπους. Μπορή να λέη «νε», όταν τα μέλη της λένε «όχη». Ήνε κάτη παραπάνο από το άθρησμα τον μελόν της. Κι ας έχη δημηουργηθή από αφτά. Μήπος ληπόν η κηνονήα φτιάχνη τα μέλη της κι όχη το αντήθετο;

Το έχομε κσαναπή. Η κηνονήα αποτελήτε από ρόλους. Στο κηνονηκό του κηρήος οράρηο καθένας (το κηνονηκό Εγό) ενεργή όπος του ηπαγορέβη ο ρόλος του να κάνη, κι όχη όπος ο ήδιος (το νοητό κε το εσθητό Εγό του) του ηπαγορέβη. Στην πληονότητα τον ανθρόπον έτση ακρηβός σημβένη. Όταν ο ρόλος έλθη σε αντήθεση με τη βούληση του νοητού ή με της ανάγκες του εσθητού Εγό, το άτομο πηθαρχή ή παρετήτε από το ρόλο του, επαναστατή, καταστρέφη, σκοτόνη τα αφεντηκά του, ος κε στο θάνατό του οδέβη. Ήνε βέβεα μηοπσηφήα. Η πληοπσηφήα πηθαρχή. Σηνήθος! Όμος, όταν η κανόνες της κηνονήας εκσεληχθούν σε ακρέα απαράδεκτους ρόλους, η μηοπσηφήα γήνετε πληοπσηφήα, ησχηροπηήτε κε ακολουθή μαζηκή βήα για να ανατραπή η κηνονήα πια.

Τεληκά η κηνονήα δηαμορφόνη τη σημπεριφορά τον ανθρόπον ή η άνθροπη τους κανόνες της κηνονήας; Νε, λέο εγό, κε τα δήο ησχήουν. Φάβλος κήκλος ληπόν. Μόνο που, όπος όλη η φάβλη κήκλη, εκσαρτάτε η εκσέληκσή του κε από παράγοντες έκσο από αφτόν. Να η δηκή μας εκσογενής παράγοντες.

Γεογραφήα. Η Ελάδα ήνε μοναδηκή σε πηκηλήα εδάφους, σε πολή μηκρή γεογραφηκή επηφάνηα. Ορηνή, βοσκή ή τσέληγκες κε ληστές επηκηνονούν έφκολα, με ομόγλοσους κοντηνούς γήτονές τους, καμπήσιους, τσηφληκάδες κε κολήγους κε με νησιότες, πσαράδες κε πηρατές. Με κηνή γλόσα, από την επαφή αφτή, άλοτε σηγκρουσηακή, άλοτε σημπληροματηκή (εμπορηκή) κε άλοτε μημητηκή, προκήπτη ενηέος εθνηκός χαρακτήρας που χαρακτηρήζετε από ασηνήθηστη εβρήτητα πνέβματος. Η θέση της Ελάδας στο τρηηπηροτηκό σμήκσημο Εβρόπης, Ασήας, Αφρηκής, ενησχήη ακόμη περησότερο την εβρήτητα πνέβματος τον κατήκον της. Σήμερα, με της περησότερες Ηπήρους κε της τηλεπηκηνονήες, ο παράγοντας Γεογραφήα έχη σημαντηκά ατονήση.

Ηστορήα. Από την ένδοκση εποχή του Αλεκσάνδρου η γεογραφήα άλακσε κε η Έληνες έπαπσαν να εκσελήσοντε με βάση την αφτοανάπτηκση κε την ησχηρή επήδραση του γεογραφηκού περηβάλοντός τους. Ο πολητησμός τους δηαδόθηκε παντού, στην Ανατολή ος την Ηνδήα, όπου έφθασε ο Μέγας στρατηλάτης κε σε όλη την Εβρόπη με τους Ρομέους πιο έπητα, εμπλουτήσθηκε με τους νέους λαούς, γονημοπηήθηκε με το Χρηστιανησμό κε έφθασε ος την Αναγένηση, το Δηαφοτησμό κε το σήνχρονο κόσμο. Όλο αφτό το δηάστημα εκσελησόταν[DS1] , άλαζε. Στο μετακσή εμής ήχαμε πάπση να λητουργούμε, σαν κληστός φάβλος κήκλος μαζή με τη μοναδική γεογραφήα μας, καθός ήχαμε πάπση να αναπτησόμαστε ελέφθερα, ενό ηποδεχόμαστε ησαγόμενες σημπερηφορές.

Επηστήμη. Από την Εληνηκή αρχεότητα ος σήμερα, με τη (σχετηκή) παρένθεση του Μεσέονα, η Επηστήμη ανακαλήπτη νόμους με καθοληκή ησχή. Ήνε αδησόπητη. Επηρεάζουν την αφτορήθμησή μας.

Κε, κσαφνηκά, το 1821, κσαναγήναμε, τρόπον τηνά, ελέφθερη. Χορής δηκή μας δηηκητηκή παράδοση επή 2500 χρόνια ή, έστο, επί 400 χρόνια, αν θεορήσουμε ότη η Ρομεοβηζαντηνή δηηκητηκή παράδοση ήχε αφομηοθή από εμάς τους Ρομιούς. Για να επηβηόσουμε αναγκασθήκαμε να ησαγάγουμε επηγόντος κσένο τρόπο δηήκησης. Μην κσεχνάμε, χορής θεσμηκή παράδοση, την ελεφθερήα μας, στην τεληκή φάση της, την οφήλαμε στους κσένους του Ναβαρήνου. Ησαγάγαμε κάθε ήδους δήκεο. Βαβαρηκό πηνηκό στην αρχή, Αγκληκό κηνοβουλεφτησμό στη σηνέχηα, Γαληκό Σημβούληο Επηκρατήας, Γερμανηκό αστηκό δήκεο πριν από 6 δεκαετήες κλπ. Όλα αφτά λητουργούσαν θαβμάσηα στον τόπο τους, όπου ήχαν δημηουργηθή από την αληλεπήδραση της τοπηκής κηνονήας με τα μέλη της τεριάζοντας στην αντήστηχη γεογραφήα κε ηστορήα του τόπου τους. Τέριαζαν όμος με της δηκές μας σηνθήκες; Κε τέριαζαν μετακσή τους; Φοβούμε ότη κανένας ος σήμερα δεν έχη απαντήση πηστηκά σ΄ αφτά τα εροτήματα, που απετούν πολήχρονη (κε ενδεχομένος επηκήνδηνη!) μελέτη.

Τόρα; Η λογηκή μου μιάζη σαν μαθηματηκή εκσήσοση: y = a + bx. Η σημπερηφορά της κηνονήας μας ήνε το ζητούμενο, y. Η μεταβαλόμενες σηνθήκες της οπήες αντημετοπήζομε ήνε το x. Η δηεθνής, ηδηέτερα η επηστημονηκή, πάγηη νόμη ήνε η σταθερά a. Κε η δηκή μας παράδοση, ο Εληνηκός τρόπος που δηαμορφόθηκε με τους εόνες (γεογραφήα, ηστορήα) στον τόπο μας, ήνε ο σηντελεστής b. Νε, κάνομε ό,τη ηπαγορέβουν η δηεθνής αρχές. Πρέπη όμος κε να ανταποκρηνόμαστε στης δηαρκός προκήπτουσες προκλήσης ανάλογα με της δηκές μας παραδόσης. Προσοχή! Αυτό δεν σημένη να κάνουμε ό,τη η πρόγονή μας. Αφτό θα ήταν ολέθρηο, όπος ήνε κε η μήμηση τον κσένον προτήπον. Πρέπη, αντήθετα, να ενεργούμε πηκηλοτρόπος, εφαρμόζοντας στα τρέχοντα προβλήματά μας τόρα της αρχές που ήχαν δηαμορφόση η πρόγονή μας τότε.


 [DS1]

ΣΥΝΗΘΕΙΑ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Ηπειρωτικός Αγών, 3 Οκτωβρίου 2026

Ο Δημήτρης Αντ. Σιδερής εξετάζει τον μηχανισμό της συνήθειας και τη σχέση του με τη μάθηση, την αλλαγή, την πρόοδο και τον κοινωνικό συντηρητισμό.

Συνήθεια είναι συμπεριφορά που επαναλαμβάνεται πανομοιότυπα και, συνήθως, όχι συνειδητά. Η συνήθεια δημιουργείται ως εξαρτημένο αντανακλαστικό. Ένα αδιάφορο ερέθισμα που προηγείται ή είναι ταυτόχρονο με ένα άλλο που ξεκινά ένα φυσικό αντανακλαστικό, αν επαναλαμβάνεται, συνδέει το δύο ερεθίσματα, έτσι που η διέγερση του αδιάφορου να συνεπάγεται τώρα την απάντηση στο εναρκτήριο του αντανακλαστικού. Στο κλασικό πείραμα του Παβλόφ (И. Павлов), όταν έβαζε τροφή στο στόμα ενός σκύλου, έτρεχαν τα σάλια του (φυσικό αντανακλαστικό). Αν πριν από την τοποθέτηση της τροφής στο στόμα ηχούσε ένα κουδούνι, μετά από μερικές επαναλήψεις, αρκούσε το κουδούνισμα για να προκαλεί σιελόρροια. Ο σχηματισμός εξαρτημένων αντανακλαστικών βρίσκεται στη βάση της ψυχολογικής λειτουργίας της μάθησης.

Τα αντανακλαστικά λειτουργούν με κατώτερα κέντρα του νευρικού μας συστήματος, παρακάμπτοντας το φλοιό. Αυτό δηλώνει ο όρος “όχι συνειδητά”. Μπορεί να αντιλαμβανόμαστε το ερέθισμα που τα προκαλεί και την απάντησή σ΄ αυτό, κίνηση ή έκκριση, αλλά ελάχιστα μπορούμε να την αναστείλουμε ή να την οδώσουμε. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι γίνονται χωρίς τη συμμετοχή της προσοχής μας. Η εστίαση της προσοχής μας σε ένα σημείο του χρόνου και του χώρου σημαίνει ότι μειώνεται η ευαισθησία όλων των αισθήσεών μας εκτός από εκείνων που μετέχουν στο παρατηρούμενο σημείο, που έτσι είναι σα να το βλέπουμε με μεγεθυντικό φακό. Η άμεση προσοχή στρέφεται προς κάθε ερέθισμα που είναι ισχυρό και απότομο. Ένας κρότος, μια λάμψη εφιστούν πάνω τους την προσοχή μας. Γίνεται ασυνείδητα. Υπάρχει όμως και η συνειδητή προσοχή, στην οποίαν με τη θέλησή μας στρέφομε την προσοχή μας σε κάποιο σημείο. Η πρώτη δεν κουράζει. Η δεύτερη κουράζει. Δεν μπορούμε να εστιάσουμε την προσοχή μας αδιάλειπτα για πάνω από λίγα λεπτά ή δευτερόλεπτα, ενώ, με μικρά διαλείμματα, μπορούμε να την εστιάσουμε το πολύ για 3 ώρες περίπου. Έπειτα ακολουθεί αναγκαστικά ανάπαυση, όχι σπάνια ύπνος. Μετά από λίγες ώρες ανάπαυσης, η ικανότητα της προσοχής για εστίαση αποκαθίσταται, έτσι που η λειτουργία της σα να ταλαντώνεται. Κόπωση σημαίνει ότι καταναλώνονται ενεργειακά αποθέματα και παράγονται απορρίμματα ταχύτερα από όσο αποκαθίστανται, και όταν συμβεί αυτό, τα εκτελεστικά όργανα παύουν να διεγείρονται από τη νευρική διέγερση.

Με τη συνήθεια, ακόμη και πολύπλοκες διαδικασίες μπορούν να γίνονται χωρίς προσοχή, χωρίς κόπο επομένως. Όταν μαθαίνω να οδηγώ αυτοκίνητο, η προσοχή μου στρέφεται στο πώς να κρατώ και να στρίβω το τιμόνι, να αλλάζω ταχύτητες, να πατώ γκάζι ή φρένο, να πατώ ντεμπραγιάζ κλπ. Αυτό με κουράζει. Τίποτε άλλο δεν προσέχω όσο μαθαίνω. Όταν όμως έχω συνηθίσει να οδηγώ, όλα αυτά γίνονται ασυνείδητα, χωρίς να κουράζομαι, ενώ η προσοχή μου στρέφεται στο πού πηγαίνω, στην απόλαυση της διαδρομής, στη συζήτηση με το συνοδηγό μου κλπ. Η οδήγηση καθαυτή δεν με κουράζει.

Συνήθεια λοιπόν σημαίνει ξεκούραση. Η αλλαγή συνηθειών απαιτεί τη δημιουργία άλλων εξαρτημένων αντανακλαστικών και αυτή είναι μια πολύ κοπιώδης πνευματική εργασία. Γι΄ αυτό αντιδρώ. Θέλω να μην αλλάζω συνήθειες. Η ικανότητα για σχηματισμό εξαρτημένων αντανακλαστικών μειώνεται με την ηλικία. Οι γέροι δεν μπορούν να αλλάζουν συνήθειες. Αυτή η στάση χαρακτηρίζεται ως συντηρητισμός. “Το χούι πεθαίνει τελευταίο!” Ο,τι ισχύει για κάθε άτομο, το αντίστοιχο ισχύει για μια κοινωνία. Ο κόσμος όμως διαρκώς αλλάζει. Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται απόκτηση διαρκώς νέων συνηθειών. Και αυτό είναι κουραστικό, το απεχθάνομαι γι΄ αυτό. Οι σπουδαίοι ηγέτες, επέβαλαν νέες συνήθειες, νέους νόμους, που μπορεί να ήταν ακόμη και αντίθετοι με τους προηγούμενους. Οι σπουδαίοι ηγέτες, ακόμη και όταν έφεραν δόξα στην πατρίδα τους, τελικά κούρασαν και έγιναν συχνά αποδιοπομπαίοι τράγοι. Ο Θεμιστοκλής εξορίσθηκε, ο Ροβεσπιέρος καρατομήθηκε. Συνέβαλαν βέβαια στην εχθρότητα που καλλιέργησαν εναντίον τους και το ότι για να επιβάλουν τις νέες συνήθειες, χρησιμοποίησαν βία ή απαράδεκτα μέσα. Όμως, η βία είναι στα μέσα που χρησιμοποιούνται για την απόκτηση συνηθειών. Για να μάθουν την αρκούδα να χορεύει οι αρκουδιάρηδες χρησιμοποιούν απάνθρωπα (απάρκουδα!) μέσα. Την αναγκάζουν να χοροπηδάει πάνω σε ένα λάκκο που στο κέντρο του έχει αναμμένα κάρβουνα ενώ της παίζουν μια ρυθμική μουσική. Ύστερα από μερικές επαναλήψεις, αρκεί ο ήχος της μουσικής για να χορεύει η αρκούδα. Κι αυτή υπακούει γενικότερα στη βάναυση συμπεριφορά, διότι ο αρκουδιάρης της χορηγεί φαγητό. Για να φάει συνηθίζει να εκτελεί τις διαταγές του αφεντικού της. Ο δούλος έχει συνηθίσει να υπομένει την έλλειψη ελευθερίας του, διότι κάθε φορά που έκανε μια παρακοή, ακολουθούσαν ραβδισμοί, ενώ κάθε φορά που πεινούσε ή κρύωνε, ήταν ο αφέντης του που του έδινε να φάει ή να φορέσει τα αποφόρια του. Αν του παρουσιασθεί από κάποιον το όραμα της ελευθερίας του, αρνείται να το ασπασθεί, μπορεί να φθάσει και στο να καταδώσει στο δεσπότη του τον υποκινητή της εξέγερσης. Ο συντηρητισμός είναι το κύριο εμπόδιο στην πρόοδο.

Η “πρόοδος” από την άλλη έχει μειονεκτήματα. Κανονικά σημαίνει προσαρμογή στις έξω από εμάς αλλαγές των φυσικών και κοινωνικών συνθηκών. Ωστόσο, η αλλαγή έχει αποτελέσματα μελλοντικά και το μέλλον είναι αόρατο. Άραγε το όραμα που μου προσφέρει ο μεγάλος Οραματιστής ηγέτης, αντιστοιχεί στην πραγματικότητα; Το όραμα της δίκαιης κομμουνιστικής κοινωνίας αντιστοιχεί πραγματικά σε κάποιου είδους επίγειο παράδεισο; Αυτό είναι το ένα μειονέκτημα της προόδου, που έχει στοιχεία λογικής. Μπορεί να υποστηρίζεται ή να απαξιώνεται με λογικά επιχειρήματα. Το άλλο είναι ότι θα με ξεβολέψει. Έχω συνηθίσει στη μίζερη σκλαβιά μου, στη μίζερη εκμετάλλευσή μου από άλλους, στο να αρκούμαι στα αποφάγια και αποφόρια των όποιων αφεντικών μου, και αντιδρώ στο να αλλάξω συνήθειες. Και τότε, κάποιοι πείθονται, αλλά για να επιτύχουν την καταστολή της άρχουσας δεσποτικής τάξης, χρειάζονται μαζική κινητοποίηση. Και τώρα δεν μπορώ να μείνω απαθής. Ή θα καταδώσω τους υποκινητές μου ή θα πάω μαζί τους. Αλλιώς θα υποστώ τη βία είτε των καταπιεστών είτε των εξεγερμένων. Όταν η κατάσταση έχει υπερβεί έναν ουδό, ένα κατώφλι, ανοχής, αρχίζει ο φαύλος κύκλος. Απέναντί μου βρίσκεται ο άλλος που με απειλεί. Αμύνομαι, όπως κι αυτός αμύνεται. Αν επιθυμώ να μείνω ουδέτερος, αδιάφορος, έξω από τη σύγκρουση, δεν αμύνομαι σε όποιον με πλησιάσει απειλητικός οπλισμένος, είτε καταπιεστής είναι είτε εξεγερμένος. Αν δεν αμυνθώ όμως, η καταστροφή δεν αποσοβείται, απλώς αλλάζει το θύμα.

Αυτά όλα σημαίνουν ανάγκη για παιδεία που προδιαθέτει στην αλλαγή. Εύρος ικανοτήτων και ικανότητα κρίσης. Αυτά τα προσόντα είναι η μόνη άμυνά μας απέναντι στην αδυσώπητη έλευση του γήρατος.   

ΞΕΦΤΕΡΙ

Δημήτρης Αντ. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Πρωινός Λόγος, Τρίκαλα, 1 Οκτωβρίου 2026

Λοιπόν πρέπει να είμαι ξεφτέρι, μεγαλοφυΐα. Διαβάστε τη σκέψη μου και γίνετε και σεις σαν και μένα. Μου αρέσει η μουσική. Και θα γίνω σπουδαίος συνθέτης. Θα πάρω τα μουσικά κομμάτια που μου αρέσουν ιδιαίτερα, π.χ. την 9η συμφωνία του Μπετόβεν (L.V.Beethoven), την ημιτελή του Σούμπερτ (F.Schubert), την τοκάτα και φούγκα του Μπαχ (J.S.Bach) και άλλα έργα, τα αριστουργήματα της μουσικής φιλολογίας. Θα πάρω λοιπόν το πρώτο μέτρο από κάθε αριστούργημα και θα τα κολλήσω μεταξύ τους το ένα δίπλα στο άλλο. Ε, λοιπόν, αυτό το ποτ πουρί των παγκόσμιων αριστουργημάτων δεν θα είναι το αριστούργημα των αριστουργημάτων;

Μήπως σας μπέρδεψα επειδή δεν έχετε ιδέα από μουσική; Να κάτι άλλο πιο προσιτό. Στο σύμπαν υπάρχουν δυο κύριες φυσικές οντότητες, η ενέργεια και η ύλη. Βαφτίσαμε κάθε είδος ενέργειας και ύλης. Τα ονόματα των ενεργειών τα λέμε ρήματα και των υλών ουσιαστικά. Αυτά είναι τα κύρια μέρη του λόγου μας. Τα υπόλοιπα, άρθρα, προθέσεις, σύνδεσμοι κλπ είναι απλώς εξαρτήματά τους, προσδιορισμοί τους. Λοιπόν, να η μεγαλοφυής σκέψη μου. Ποιοι είναι οι καλύτεροι ποιητές του τόπου μας; Αρχίζοντας από τους διεθνώς αναγνωρισμένους, θα έλεγα Σεφέρης, Ελύτης, Καβάφης, Σολωμός, Παλαμάς κλπ. Λοιπόν θα πάρω τα καλύτερα (κατά τη γνώμη μου) ποιήματά τους, θα αποσπάσω την πρώτη σημαντική (ρήμα ή ουσιαστικό) λέξη τους, θα βάλω όλες τις λέξεις στη σειρά και θα δημιουργήσω το ποιητικό αριστούργημα των αριστουργημάτων στον τόπο μας. Είμαι ή δεν είμαι μεγαλοφυΐα; Διαβάστε το ποίημά μου: «Περιγιάλι, χελιδόνι, βγεις, γνωρίζω κλπ».

Η ανοησία του συλλογισμού μου γίνεται τόσο καταφανής, που δεν αξίζει ίσως να τη συζητήσουμε. Κι όμως, μ΄ αυτό το συλλογισμό στο νου μας συχνά πορευόμαστε. Εννοώ τούτο: Ακόμη και στο πιο λογικό είδος της σκέψης μας, στα μαθηματικά, σύνολο είναι μια καλώς ορισμένη συλλογή διακριτών αντικειμένων (στοιχείων), τα οποία θεωρούνται ως ενιαία ολότητα. Η θεωρία συνόλων αποτελεί θεμέλιο των σύγχρονων μαθηματικών (Wikipedia). Ε, λοιπόν, το σύνολο ΔΕΝ είναι μια συλλογή των στοιχείων που το αποτελούν. Είναι, προπάντων, οι ΣΧΕΣΕΙΣ που υπάρχουν μεταξύ τους. Το κάθε στοιχείο είναι λιγότερο σημαντικό από τις σχέσεις τους. Ένας άνθρωπος δεν είναι απλώς το άθροισμα των οργάνων που τον αποτελούν. Ακόμη και αν του κόψουμε το πόδι και κολλήσουμε στη θέση του ένα ψεύτικο, εξακολουθεί να είναι ο ίδιος άνθρωπος.

Ε, μην το παρακάνουμε! Για να υπάρχει σχέση πρέπει να υπάρχουν δύο τουλάχιστον στοιχεία, ενέργειας και/ή ύλης. Χωρίς αυτά, δεν μπορεί να υπάρχει σχέση. Και, επεκτείνοντας λιγάκι αυτή τη νέα σκέψη μου, λέω πως η κυριότερη δημιουργική σχέση είναι η συμπληρωματική, όπου δύο διαφορετικές οντότητες συναρτούν ενωμένες μία που έχει ιδιότητες που διαφέρουν από εκείνες των στοιχείων που την αποτελούν. Θα σας αραδιάσω μερικά παραδείγματα. Δύο αέρια, υδρογόνο και οξυγόνο ενώνονται και τότε γίνονται νερό, που (στην ίδια θερμοκρασία) είναι υγρό, όχι αέριο.  Ένας άντρας και μια γυναίκα δεν μπορούν να κάνουν παιδί, παρά μόνο αν είναι ζευγάρι. Ένας πύραυλος δεν μπορεί να αποσταλεί στον ωραίο καταστροφικό προορισμό του αν δεν εκτοξευτεί. Βομβαρδίζεις τους εκτοξευτήρες κι άσε τον άλλο να έχει, άχρηστους, τους πολυέξοδους πυραύλους του. Τα μαθηματικά είναι άχρηστα αν δεν συνδυαστούν με την απτή πραγματικότητα, οπότε γίνονται φυσική. Η τυπική λογική, του Αριστοτέλη, του Έγελου (W. Hegel) και άλλων δεν βοηθάει σε τίποτε. Τα πραγματικά προβλήματα τα λύνει η διαλεκτική λογική του Μαρξ (K. Marx). Μεγάλη διαφορά. Για την τυπική λογική, το Α δεν μπορεί να είναι μη-Α και τα προς τρίτον ίσα είναι και μεταξύ τους ίσα. Όλη η ιδεαλιστική φιλοσοφία θεμελιώνεται πάνω σ΄ αυτή τη λογική. Για τη διαλεκτική λογική (που τα σπέρματά της υπάρχουν στον Αριστοτέλη), σε κάθε ύπαρξη ενυπάρχει και η αντίθετή της που την ακυρώνει. Η εξέλιξη γίνεται από μια θέση στην αντίθεσή της που κι αυτή οδηγεί σε μια σύνθεση που είναι η θέση για την επόμενη φάση.

Ελπίζω να τα κατανοήσαμε. Δεν τελειώσαμε όμως. Διότι κάθε στοιχείο αποτελείται από άλλα στοιχεία που οι σχέσεις μεταξύ τους το ορίζουν. Ας πούμε παίρνω 5-6 γράμματα και τα βάζω σε μια τυχαία σειρά. Δεν σημαίνουν τίποτε. Αν τα βάλω όμως με κάποια τάξη σχηματίζουν μια λέξη που συμβολίζει μια έννοια. Αυτή την τάξη την αποφασίζει η γραμματική. Και στη συνέχεια παίρνω αρκετές λέξεις και τις βάζω σε συγκεκριμένη σειρά που την καθορίζει το συντακτικό και σχηματίζω μια πρόταση που έχει νόημα. Και παίρνω έπειτα ένα σωρό προτάσεις τις αραδιάζω έτσι που να σχετίζονται η μια με την άλλη και δημιουργώ ένα ποίημα, μια ιστορία, ένα διήγημα ή μυθιστόρημα και δεν έχει τελειωμό αυτή η υπόθεση.

Και παίρνω τυχαίους ανθρώπους που τους διάλεξα με κλήρο. Καθένας έχει τις δικές του γνώσεις, συναισθήματα, βουλήσεις και τους φέρνω σε τέτοια επικοινωνία, που να αποκτήσουν σχέσεις μεταξύ τους. Αυτό το σύστημα τώρα, που μπορεί να είναι μια βουλή ή ένα δικαστήριο μπορεί να καταλήξει, έτσι συζητώντας, σε μια απόφαση που είναι διαφορετική από του καθενός και, κατά πάσα πιθανότητα, σοφότερη από την απόφαση που θα μπορούσε να βγάλει οποιοσδήποτε μόνος του. Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι ανοργάνωτοι είναι όχλος, λαουτζίκος. Μπορούν σχετικά εύκολα να γίνουν μια σχετικά εύπλαστη ομοιογενής μάζα, αν βρεθεί ένας ικανός δημαγωγός, που τον μιμούνται, δηλαδή οικειοθελώς τον υπακούν. Εκτός αν είναι οργανωμένοι με συγκεκριμένες σχέσεις μεταξύ τους και αποτελούν ή εκπροσωπούν ένα δήμο. Ακούω συχνά το επιχείρημα μα μπορούν άσχετοι άνθρωποι να μας κυβερνούν αν είναι κληρωμένοι σε μια βουλή; Πέρα από το ότι η βουλή νομοθετεί, δεν κυβερνά, αυτή η βουλή με τους τυχαία κληρωμένους εκπροσώπους όλου του λαού, λειτουργώντας με τον προδιαγεγραμμένο κανονισμό, αποτελείται από πολίτες που σχετίζονται μεταξύ τους με δυνατότητα να επικοινωνούν, να παρουσιάζουν τις απόψεις τους, να ακούν τις αντιρρήσεις άλλων, να διαβουλεύονται μ΄ άλλα λόγια. Και «Ἓκαστος μὲν χείρων κριτὴς τῶν εἰδότων, ἃπαντες δὲ συνελθόντες ἢ βελτίους ἢ οὐ χείρους» (Αριστοτέλης). Καθένας τους είναι χειρότερος κριτής των δεδομένων, όλοι μαζί όμως με διαβούλευση είναι ή καλύτεροι ή όχι χειρότεροι.

Όχι, δεν είμαι ξεφτέρι ούτε μεγαλοφυΐα. Επιδιώκω όμως να γίνω μέλος μιας πολιτείας, που να αποδέχεται τη σοφία που διατύπωσε ο σοφός πρόγονός μας από τα Στάγειρα της Μακεδονίας. Αλήθεια, εμείς, περήφανοι για τους προγόνους μας, πότε υιοθετήσαμε τη σοφία τους; Ή μήπως την έχομε αποποιηθεί;

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΦΥÏΑ

Δημήτρης Αντ. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Κοινή Γνώμη, 29 Σεπτεμβρίου 2026

Είμαστε ευφυής λαός; Για να απαντήσουμε στην ερώτηση πρέπει να ξέρουμε τι εννοούμε

λέγοντας ευφυΐα. Είναι μια σύνθετη νοητική ικανότητα αντίληψης, μάθησης, λογικής σκέψης,

επίλυσης προβλημάτων και προσαρμογής σε νέες καταστάσεις. Δεν περιορίζεται μόνο στον

δείκτης νοημοσύνης IQ (Intelligence Quotient), αλλά περιλαμβάνει συναισθηματική γνώση,

δημιουργικότητα και πρακτική εφαρμογή της γνώσης. Το IQ  είναι ο δείκτης ο οποίος μετρά

προσεγγιστικά την ευφυΐα ενός ατόμου σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό.

Διάβασα τελευταία μια μελέτη για την ευφυΐα πολλών λαών. Εμείς είχαμε ένα IQ λίγο πιο κάτω από το μέσο όρο 100. Μα είναι δυνατό; Το κύριο φυσιολογικό στοιχείο που καθορίζει τη νοημοσύνη είναι η ικανότητα να σχηματίζει ένα ον εξαρτημένα αντανακλαστικά. Τέτοια επίκτητα αντανακλαστικά μπορούν να αναπτύξουν κυρίως τα ομοιόθερμα σπονδυλωτά, πτηνά και θηλαστικά. Υπάρχουν διαφορές από το ένα άτομο στο άλλο, αλλά στους ανθρώπους υπάρχει μια τεράστια διαφορά από τα λοιπά θερμόαιμα ζώα, τόσο που μπορεί να θεωρηθεί ποιοτική, ενώ οι διαφορές από το ένα άτομο στο άλλο στο ίδιο είδος είναι μόνο ποσοτικές. Με τα εξαρτημένα αντανακλαστικά συνηθίζομε κι έτσι μαθαίνομε. Μάθηση είναι ουσιαστικά απόκτηση μιας συνήθειας. Η σχέση εξαρτημένων προς συγγενή αντανακλαστικά αντιστοιχεί στην αρχαία ρήση: έξις δευτέρα φύσις (Αριστοτέλης). Η ποιοτική διαφορά των ανθρώπων από τα άλλα ζώα αφορά την ικανότητα ουσιαστικά μόνο των ανθρώπων να σχηματίζουν δευτεροβάθμια εξαρτημένα αντανακλαστικά. Οι διαφορές μεταξύ διαφόρων ειδών ως προς την ευφυΐα υποδηλώνουν ότι υπάρχει κληρονομικό στοιχείο στην ικανότητα να δημιουργούνται συνήθειες, δηλαδή να έχουν ευφυΐα.

Θεωρούμε ότι οι πρόγονοί μας ήταν ευφυείς κυρίως διότι δημιούργησαν ένα πολιτισμό μοναδικό που αποτελεί τη βάση όλων των σύγχρονων πολιτισμών, σε γνωστικό (επιστήμες), συναισθηματικό (τέχνη) και βουλητικό (ηθική) επίπεδο με αρμονική μεταξύ τους ανάπτυξη. Αν η ευφυΐα ήταν μόνο κληρονομική, δεν θα χρειαζόταν να σκοτιζόμαστε σήμερα. Γεννηθήκαμε πανέξυπνοι. Και δεν θα είχαμε δείκτη νοημοσύνης κάτω από το γενικό μέσο όρο. Από την άλλη, πρέπει να αναγνωρίσουμε στους προγόνους μας υψηλή νοημοσύνη. Εκτός από την κληρονομικότητα ποιοι παράγοντες συντελούν στην ανάπτυξη ευφυΐας; Ο Αριστοτέλης επισημαίνει το ρόλο του δασκάλου. Και πραγματικά πρέπει να είναι σημαντικός. Τα πλουσιόπαιδα συμπεριφέρονται συνήθως πιο έξυπνα από τα φτωχόπαιδα, καθώς μπορούν να πληρώνουν καλύτερους δασκάλους. Αλλά τώρα μιλώ για ολόκληρο λαό, όχι διαφορές του ενός από τον άλλο.

Φρονώ ότι στην ανάπτυξη της Ελληνικής ευφυΐας έπαιξαν ρόλο δύο παράγοντες. Ο ένας είναι η γεωγραφία της Ελλάδας, με τη μεγάλη ανάγλυφη ποικιλία σε μικρή σχετικά επιφάνεια. Ψηλά βουνά δίπλα σε εύφορους κάμπους, δίπλα σε παραλίες. Οι επαγγελματικές συνήθειες και οι συνήθειες που υπαγόρευαν στους κατοίκους διέφεραν. Οι ορεινοί ήταν συνήθως βοσκοί (ή ληστές), οι πεδινοί ήταν γεωργοί, και οι νησιώτες ήταν ναυτικοί, έμποροι (ή πειρατές). Ο ορεινός έβλεπε οξυές και έλατα και τα έλεγε δέντρα. Ο πεδινός έβλεπε ελιές και τις έλεγε κι αυτός δέντρα. Ο νησιώτης έβλεπε συκιές κι αρμυρίκια και τα έλεγε δέντρα. Είχαν την ίδια γλώσσα κι έρχονταν σε επικοινωνία, καθώς οι αποστάσεις μεταξύ τους ήταν μικρές. Έτσι ακούοντας τη λέξη «δέντρο» σχημάτιζαν μια έννοια με μεγαλύτερο εύρος από άλλους λαούς που ζούσαν σε ομοιόμορφα εδάφη. Καθώς οι έννοιες που σχημάτιζαν είχαν μεγάλο εύρος, αυτό αύξαινε την ευφυΐα τους.

Ο γεωγραφικός παράγοντας είχε άλλο ένα στοιχείο. Οι Έλληνες ζούσαν στο σταυροδρόμι των τριών γνωστών τότε Ηπείρων. Όταν ήθελε κάποιος να ταξιδέψει από τη μια Ήπειρο στην άλλη περνούσε από την Ελλάδα μεταφέροντας τις εμπειρίες του τόπου του. Επίσης οι Έλληνες, προπάντων ταξιδευτές, μετέφεραν στην πατρίδα τους ό,τι είδαν σε άλλες πολιτείες και τις συνήθειες άλλων λαών.

Ο άλλος παράγοντας ήταν η γλώσσα. Πρώτοι οι Έλληνες έτυχε να επινοήσουν το αλφάβητο με τη φωνητική γραφή. Κάθε φθόγγος που πρόφεραν είχε ένα μόνο γραπτό σύμβολο (γράμμα) και κάθε γράμμα προφερόταν με ένα μόνο τρόπο. Οι άλλοι τρόποι γραφής, π.χ. τα ιδεογράμματα συμβόλιζαν έννοιες, όχι φθόγγους. Σήμερα το ιδεόγραμμα «4» σημαίνει την τετράδα ανεξάρτητα από τη γλώσσα καθενός. Μ΄ αυτό τον τρόπο, μάθαιναν πολύ εύκολα τη γραφή όλοι και μπορούσαν να εκφέρουν τη γνώμη και τη βούλησή τους γραπτά, είχαν δηλαδή ισηγορία. Προφανώς αυτοί που δεν μπορούν να γράψουν σωστά, υστερούν από τους άλλους. Και η ισηγορία είναι το ένα από τα τρία χαρακτηριστικά της δημοκρατίας. Τα άλλα δύο είναι η ισοπολιτεία και ισονομία. Και η δημοκρατία ήταν το πλαίσιο που επέτρεψε την ισόρροπη ανάπτυξη των στοιχείων του πολιτισμού που γράψαμε παραπάνω. Όλα αυτά δεν πρέπει να μας απαλλάσσουν από τη σημασία της παιδείας. Παιδεία δεν είναι μόνο ο δάσκαλος. Τις πολλές συνήθειές μας τις αποκτούμε από την οικογένεια και από τα άλλα παιδιά.

Σήμερα, η σημασία της θέσης της Ελλάδας έχει μειωθεί, ιδιαίτερα από τότε που αναπτύχθηκε η Αμερικανική Ήπειρος. Η σημασία της διαφοράς μεταξύ βουνών, πεδιάδων και νησιών, επίσης μειώθηκε, καθώς η ύπαιθρος έχει εγκαταλειφθεί και ο κόσμος συνωστίζεται στις μεγαλουπόλεις. Δύο πόλεις της Ελλάδας φιλοξενούν τους μισούς Έλληνες.

Τα παραπάνω υποδεικνύουν τι πρέπει να κάνουμε για να αναπτύξουμε ξανά την εθνική ευφυΐα μας. Ένα είναι να επανοικίσουμε τις εγκαταλειμμένες περιοχές των γονιών και παππούδων μας. Να ξαναεγκατασταθούμε στα βουνήσια χωριά και στα χιλιάδες τα έρημα νησιά μας. Θα χρειαστεί έντονη κρατική παρέμβαση με μεταφορά κεφαλαίων εκεί. Έχω υποδείξει τι θα μπορούσε να κάνει το κράτος. Διατηρούμε το μεγαλύτερο εμπορικό στόλο στον κόσμο. Θα πρέπει να ξαναγίνουμε ναυτικοί. Και όχι μόνο για τις μεγάλες θάλασσες, αλλά και για το δικό μας Αιγαίο, όπως είχαμε κάποτε τα καΐκια. Κι εδώ έχω προβάλει αλλού κάποιες σκέψεις για το πώς θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε σύγχρονα ασφαλέστερα και οικονομικότερα πλοιάρια.

Ως παιδιά, όταν ήμουνα μικρός, κατασκευάζαμε μόνοι μας τα παιχνίδια μας. Φτιάχναμε τις μπάλες μας για ποδόσφαιρό από παλιές κάλτσες παραγεμισμένες με άλλες κάλτσες. Και τα κορίτσια έφτιαχναν μόνα τους τις κούκλες τους. Η διαδικασία της κατασκευής των παιχνιδιών μας μάς ασκούσε στην επινοητικότητα γινόμενη καθαυτή παιχνίδι. Το παιχνίδι θα όφειλε να είναι το κύριο παιδευτικό μέσο. Όλα τα μικρούλια ζώα παίζουν. Κι αυτή είναι μια άσκηση για να αντιμετωπίσουν τη ζωή. Από τα παραδοσιακά παιχνίδια μας, το κυνηγητό είναι μια άσκηση για το πώς να συλλάβουμε τη λεία μας για να φάμε, ενώ το κρυφτό είναι άσκηση για να αντιμετωπίσουμε τη ζωή. Από τα παραδοσιακά παιχνίδια μας, το κυνηγητό είναι μια άσκηση για το πώς να συλλάβουμε τη λεία μας για να φάμε, ενώ το κρυφτό είναι άσκηση για να μάθουμε πώς να κρυβόμαστε για να μη μας βρει ένα αρπακτικό θηρίο. 

ΑΝΤΗΠΑΛΟΤΗΤΕΣ ΛΑΟΝ

Μαθένομε στο σχολήο πος το γράμα «Ι» ήνε ένα από τα φονήεντά μας, ηκανό δηλαδή να σχηματήζη σηλαβή από μόνο του ή με ένα σήμφονο. Τόσο το μαθένομε από μηκρά πεδιά που δήσκολα σηνηδητοπηούμε πος χρησημοπηούμε το «Ι» κε σαν σήμφονο μαζή με ένα άλο φονήεν, χορής παρεμβολή άλου σημφόνου, για να σχηματήσουμε μια σηλαβή. Για παράδηγμα, ο «δόλιος» που σημένη ο κακομήρης, ήνε μια δησήλαβη λέκση (δό-λιος). Στη γλόσα μας από τα πανάρχεα χρόνια ποτέ δεν ήχαμε γραπτό σήμβολο γι΄ αφτό το σήμφονο, που στα λατηνηκά γράφετε σαν το γράμα «J» (γιοτ).  Όπος ο πατέρας της φονητηκής γραφής, Γιάνης Βηλαράς, έτση κε σ΄ αφτό το κήμενο επηλέχτηκε να χρησημοπηήτε το γράμα «Η» για όλα τα ομόηχά του φονήεντα, ενό δηατηρήθηκε το «Ι» για να χρησημοπηήτε ΜΟΝΟ ος σήμφονο. Έτση «δό-λιος» σημένη κακομήρης, ενό «δό-λη-ος» ήνε ο ήπουλος, κακεντρεχής. Σηνεχήζο να παρουσηάζο παλιά κήμενά μου μεταγραμένα σε φονητηκή γραφή.

Δημ. Α. Σηδερής, ομ. καθ. Καρδιολογήας Dimitrissideris.wordpress.com

28 Σεπτεμβρήου 2026

  • Κηνή Γνόμη 8.12.2015
  •  

  •  

Προσοπηκές φηλοδοκσήες, γεοπολητηκές, θρησκεφτηκές, ηδεολογηκές διαφορές ήνε η κηρηότερες ετήες για της αντηπαλότητες μετακσή λαόν. Η πάλη τον τάκσεον, λέη ο Μαρκς, ήνε η κηνούσα δήναμη στην ηστορήα. Για έναν εόνα περήπου επηκράτησε η άποπσή του. Όλη σχεδόν έγηναν «μαρκσηστές». Δέχθηκαν δηλαδή ότη στη βηομηχανηκή εποχή, η άνθροπη δηερέθηκαν σε ηδηοκτήτες τον μέσον παραγογής (καπηταληστές) κε σε εργαζομένους. Κε ο καθένας σηντάχθηκε ήτε με την πρότη πλεβρά (δεκσηή) ήτε με τη δέφτερη (αρηστερή). Παραδόκσος, η έντακση καθενός δεν στηρηζόταν πάντοτε στην τάκση που ανήκε. Φτοχή, εργαζόμενη ή άνεργη, μπορή να ήνε δραστήρηη ηποστηρηκτές της δεκσηάς, καθός εκσαγοράζοντε έφκολα, αφού η πλούσηη τους δήνουν δουλιά. Πλούσηη πάλη μπορή να έχουν αρηστερή τοποθέτηση, θεορόντας πος η κηνονήα θα ήνε καλήτερη κε αποδοτηκότερη για όλους, αν εφαρμοσθή κηνοκτημοσήνη. Σηχνά η τελεφτέη κατηγορούντε. «Αφού θες να ηπάρχη κηνοκτημοσήνη, κάνε τα δηκά σου κηνά κι άσε τους άλους να δηατηρούν της ηδιοκτησήες τους!». Το επηχήρημα ήνε βέβεα έολο. Δεν θέλουν αφτή να μηράσουν τα πλούτη τους στους φτοχούς. Αυτή ήνε Χρηστιανηκή, όχι μαρκσηστηκή, εντολή. Αφτή ζητούν τα μέσα παραγογής να γήνουν κτήματα όλον – κε δηκά τους επομένος.

Η ηδεολογηκή αντηπαλότητα δεκσηάς-αρηστεράς επηκράτησε για πολή. Οστόσο, αποδήχθηκε ότη δεν ήνε η μόνη ούτε πηθανός η πιο σημαντηκή ετήα αντηπαράθεσης. Η Ροσήα ήταν κομουνηστηκή. Η αντηπαλότητά της με τη Δήση στηρηζόταν, λεγόταν, στην ηδεολογηκή διαφορά που ηπήρχε. Η Ροσήα έπαπσε να ήνε κομουνηστηκή, ηδεολογηκή διαφορά δεν ηπάρχη, αλά η αντηπαλότητα σηνεχήζετε, ηποδηλόνοντας ότη πηθανός ήνε γεοπολητηκή, όπος ήταν πάντα, όταν ησέβαλαν επανηλημένα στη Ροσηκή επηκράτηα Πολονή, Σουηδή, Γάλη, Γερμανή. Η Ροσήα ποτέ δεν επέδηκσε επεκτατηκή πολητηκή προς τη Δήση.

Τα γεοπολητηκά χαρακτηρηστηκά τον κρατόν (γεογραφήα με πολητηκές σηνέπηες) ήνε καθορηστηκά της σημπερηφοράς τους. Η Ροσήα ήνε μια απέραντη χόρα χορής βουνά κε χορής λημάνια. Τα λήγα λημάνια της παγόνουν το χημόνα κι ηπάρχη ζοτηκή ανάγκη γι΄ αφτό το κράτος να επηκηνονή με τον έκσο κόσμο με θαλάσηες σηγκηνονήες. Κε η απέραντη γη της, εκσερετηκά πλούσηα, ήνε για μεγάλο μέρος του χρόνου σκεπασμένη με πάγους. Έτση η Ροσήα έχει φησηκούς περηορησμούς τόσο στην παραγογή όσο κε στο εμπόρηο αγαθόν. Αν προστεθή σ΄ αφτά κε το γεγονός ότη σε όλη της την ηστορία αμηνόταν στο έδαφός της εναντήον ησβολέον, γήνετε σαφές γιατή δεν ήνε περησότερο αναπτηγμένη. Εκσάλου, η Ρόση ήνε ένας ποληπληθής λαός, πολή κατάληλη για καταναλοτές τον προηόντον που παράγοντε στη Δήση. Πολύ θάθελε η Δήση να τους ποδηγετή.

Η δηκή μας χόρα έχη δήο κήρηα γεοπολητηκά χαρακτηρηστηκά. Μέγηστη πηκηλήα εδάφους σε μηκρό χόρο κε τοποθέτησή της στο τρήστρατο τον τρηόν παλιόν Ηπήρον, Εβρόπης, Ασήας, Αφρηκής. Η γεογραφηκές ηδηετερότητες καθορήζουν της ασχολήες τον λαόν κε, γι΄ αφτό, τα ήθη κε έθημά τους, το χαρακτήρα τους. Διαφορετηκού χαρακτήρα λαή, επομένος, στην Ελάδα, αλά με κηνή γλόσα κε ηστορήα επηκηνονούν: Άλοτε σηγκρουσηακά, άλοτε σημπληροματηκά (π.χ. εμπορηκά) κε άλοτε μημητηκά. Αφτά τα δεδομένα κε η αναγκαστηκή επαφή με όλο τον κόσμο δηέβρηνε από την αρχεότητα τον πνεβματηκό ορήζοντα τον Ελήνον, αλά κε δημηούργησε πολές αναταραχές στο εσοτερηκό της χόρας. Ήταν (ήνε) πάντοτε το μήλο της έρηδας μετακσή πολόν που εποφθαλμηούν τα γεογραφηκά προνόμηά της.

Η θρησκεφτηκές σηγκρούσης ήχαν σηγασθή για μακρό δηάστημα. Μετά τη βήεη επέκταση τον μουσουλμάνον, ακολούθησε η βήεη επέμβαση τον σταβροφόρον κε ακολούθησε η βήεη απηκηοκρατήα με εκμετάλεφση τον λαόν από τους Χρηστιανούς. Ο δέφτερος παγκόσμηος πόλεμος κατάργησε την απηκηοκρατήα, ενό η μαρκσηστηκή ηδεολογήα για την πάλη τον τάκσεον κατέστηλε της θρησκεφτηκές διαφορές. Όταν κι αφτή κατέπεσε, φούντοσε πάλη ο θρησκεφτηκός φονταμενταλησμός. Αφτή τη στηγμή επηκρατή η αντηπαλότητα μετακσή ακρέον μουσουλμάνον κε χρηστιανόν. Οστόσο, μένετε κε η αντηπαλότητα μετακσή μετρηοπαθόν κα φανατηκόν μουσουλμάνον, ενό κε στο Χρηστιανηκό κόσμο αρχήζη, μου φένετε, να αναβηόνη δηλά η διαφορά μετακσή ορθοδοκσήας κε ληπόν χρηστιανηκόν δογμάτον. Αφτή τη φορά, καθός δεν ηπάρχη πια το Βηζάντηο, επήκεντρο της ορθοδοκσήας ήνε η Ροσήα κε μπορή να μην αργήση να φουντόση πάλη η διαφορά μετακσή λουθηρανόν κηρήος από τη μια κε ορθοδόκσον (ή κε καθοληκόν) από την άλη.

Τεληκά, η διαφορές μετακσή λαόν έχουν πηκήλα έτηα, με προεκσάρχοντα γεοπολητηκά, ηδεολογηκά κε θρησκεφτηκά. Γιατή τόσες αντηπαλότητες; Κε με τόση βήα που τόσες καταστροφές κε δηστηχήα φέρνη; Σε πιες ηπαρκσηακές ηδηότητες αντηστηχή η δηέρεση που κάναμε;

Θημήζο πος η ήπαρκσή μας έχη τρης ηποστάσης, το εσθητό, το νοητό κε το κηνονηκό Εγό. Η τρης αντηπαλότητες που εκσετάσαμε αντηστηχούν ανά μήα σε καθεμιά από της τρης ηποστάσης του Εγό. Τα γεοπολητηκά χαρακτηρηστηκά αντηστηχούν προφανός στο εσθητό Εγό. Όπος το εσθητό Εγό ήνε το σόμα μας, η ανατομήα κε η φησηολογήα του, έτση κε η γεογραφήα ενός τόπου ήνε η πάγηα μορφή του, η ανατομήα του, που επηβάλη τον τρόπο λητουργήας, τη φησηολογήα του. Τα ηδεολογηκά χαρακτηρηστηκά αντηστηχούν προφανός στης σχέσης του καθενός με τους άλους, αντηστηχούν, επομένος, στο κηνονηκό Εγό. Τα θρησκεφτηκά χαρακτηρηστηκά δεν στηρήζοντε σε καμιά λογηκή. Όπος έχομε επανηλημένα σηζητήση, στηρήζοντε στην πήστη που ήνε αναπόδηκτη κε εμφανήζετε σαν επηφήτηση, σαν έμπνεφση, σαν ενθουσηασμός (έν-θεος).

Τα κήνητρα τον σημπερηφορόν μας μπορούν να ηεραρχηθούν σε 5 κατά τον Maslow, ή απλούστερα σε 3, στρόματα. Στη βάση ήνε τα κήνητρα του εσθητού Εγό, η φησηολογηκές μας ανάγκες. Ημαστε ηποχρεομένη από τη φήση μας να κάνουμε κάπια πράγματα. Αν τα στερηθούμε αροστένομε, πεθένομε. Αν μας στερήσουν την τροφή, το νερό, τον αέρα, τον ήπνο, θα κάνουμε ό,τη μας ζητήσουν. Καθορήζοντε από τους νόμους της φησηκής κε της χημήας. Από παρόμηους νόμους καθορήζοντε κε η γεοπολητηκή περηορησμή. Αν μας απαγορεφθή βήεα η παραγογή κε ανταλαγή γεοργηκόν, κτηνοτροφηκόν, ηχθηολογηκόν κλπ αγαθόν, ήμαστε αναγκασμένη να κάνουμε ό,τη μας ζητηθή. Τα ηδεολογηκά χαρακτηρηστηκά τον λαόν αντηστηχούν στο κηνονηκό Εγό. Καθορήζοντε από τ[DS1] ους κηνονηκούς νόμους, όπος κε η σημπερηφορά του κηνονηκού Εγό. Η νόμη της κηνονήας κε της ηκονομήας ηπαγορέβουν της ηδεολογηκές διαφορές.

Η θρησκεφτηκές πήστης ήνε άβατες στην κηνή λογηκή, όπος ήνε το νοητό Εγό. Σε προσοπηκό επήπεδο, η ανάγκες του νοητού Εγό, η αφτοπραγμάτοσή του, ήνε που ηπαγορέβη τη σημπερηφορά του ατόμου, με τον όρον όμος ότη εκπληρόνοντε, έστο στηχηοδός, τα κήνητρα τον κατοτέρον επηπέδον. Αντήστηχα, στους λαούς, η θρησκεφτηκές αντηπαραθέσης καθοδηγούν τους λαούς, εφόσον καλήπτοντε στηχηοδός η γεοπολητηκές κε ηδεολογηκές ανάγκες τους.


 [DS1]

ΣΠΟΥΔΑΓΜΕΝΟΙ

Δημήτρης Αντ. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Ηπειρωτικός Αγών, 26 Σεπτεμβρίου 2026

Χάρη στην ανάπτυξη του έναρθρου λόγου, οι άνθρωποι, μόνο εμείς από όλα τα ζώα, μπορέσαμε να μεταφέρουμε την εμπειρία μας σε άλλα άτομα, που έτσι μάθαιναν να αντιμετωπίζουν καταστάσεις που ακόμη δεν τους είχαν γίνει προσιτές στις αισθήσεις τους. Αυτή είναι η απαρχή της εκπαίδευσης, στην οποίαν η παραπάνω διαδικασία γίνεται στοχευμένα. Χάρη και σ΄ αυτή τη δυνατότητα, οργανωθήκαμε σε κοινωνίες, όπου καθένας κάνει κάτι διαφορετικό, αλλά όλοι μαζί αποσκοπούμε στον ίδιο, κοινό, σκοπό.

Το κάθε τι έχει κόστος. Κόστος έχει και η εκπαίδευση. Ο εκπαιδευόμενος, θέλει-δε-θέλει βαθαίνει τις έννοιές του, αλλά και τις στενεύει. Στο σχολείο διδάχτηκα την ιστορία και τη γεωγραφία της πατρίδας μου – και μάλιστα παραμορφωμένη από τις προκαταλήψεις όσων είχαν σχηματίσει το εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Όμως ελάχιστα έμαθα για την ιστορία και τη γεωγραφία άλλων λαών που ζουν μακριά από εμένα. Ακόμη και στην περίπτωση που το εκπαιδευτικό πρόγραμμα δεν περιορίζεται στην αποστήθιση, αλλά επεκτείνεται στην ανάπτυξη της κρίσης, τα κριτήρια με τα οποία συλλογίζομαι έχουν διαμορφωθεί από τη βαθιά, αλλά στενωμένη νόησή μου.

Πολλοί άνθρωποι μαζεμένοι σε ένα μέρος αποτελούν ένα κοπάδι ανθρώπων, έναν όχλο. Ο όχλος οχλεί. Κραυγάζει συνθήματα αντί να συζητά με επιχειρήματα και προβαίνει σε πράξεις καταστροφής, αντί να είναι δημιουργικές. Παρατηρήστε τη συμπεριφορά του κόσμου σε μια διαδήλωση ή συλλαλητήριο και θα καταλάβετε τι εννοώ. Αντίθετα, ο ίδιος λαός, οργανωμένος σε δήμο, ενεργεί δημιουργικά. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι πώς ένας λαός να λειτουργεί σα δήμος και όχι σαν όχλος;

Η απάντηση δεν είναι απλή. Μια, όχι η μόνη, προϋπόθεση είναι να μπορούν τα μέλη του λαού να διαβουλεύονται, να συζητούν μεταξύ τους. Καθένας μας θέλει πολλά πράγματα, που μάλιστα τα ταξινομεί ανάλογα με τη σπουδαιότητα που νομίζει πως έχουν. Το τι θέλει διαμορφώνεται από ποικίλους παράγοντες, περιβαλλοντικούς, καθώς οι συνθήκες που ζει διαρκώς αλλάζουν, αλλά και άλλους αποκλειστικά δικούς του. Αν ο λαός είναι διαμορφωμένος σαν όχλος ή σα δήμος, επικρατεί μία μόνον τοποθέτηση του συνόλου, που περιέχεται στα πολλά που θέλει ο καθένας. Στον όχλο, αυτή η βούληση ορίζεται από τον ηγέτη, τον αρχηγό που ενεργεί διεγείροντας το λαό σύμφωνα με τη δική του βούληση. Στο δήμο η βούληση του συνόλου διαμορφώνεται από ό,τι κοινό υπάρχει μεταξύ των βουλήσεων του καθενός. Καλά, δεν είναι καλύτερα να εμπιστευτούμε έναν σπουδαγμένο, με πολλά, δύσκολα, πτυχία; Αυτός ξέρει καλύτερα. Είναι; Ο Αριστοτέλης το διατυπώνει θαυμάσια. «Ἓκαστος μὲν χείρων κριτὴς τῶν εἰδότων, ἃπαντες δὲ συνελθόντες ἢ βελτίους ἢ οὐ χείρους.» Καθένας είναι χειρότερος από τους ειδήμονες, όλοι μαζί όμως, αν συνευρεθούν και διαβουλευτούν, είναι καλύτεροι ή όχι χειρότεροι.

Αυτά ισχύουν σε κοινωνικό επίπεδο και συνιστούν την υπεροχή της δημοκρατίας έναντι όλων των άλλων πολιτευμάτων. Και δημοκρατία, πάλι ο Αριστοτέλης την ορίζει, σημαίνει πως η εξουσία επιλέγεται με κλήρωση, ενώ η επιλογή της με εκλογή είναι ολιγαρχία «Λέγω  δ΄  οἷον  δοκεῖ  δημοκρατικὸν  μὲν  εἶναι  τὸ  κληρωτὰς  εἶναι  τὰς  ἀρχὰς, τὸ  δ΄  αἱρετὰς  ὀλιγαρχικὸν». Αν φύγουμε όμως από το κοινωνικό επίπεδο και περιοριστούμε στο προσωπικό, είναι δυνατό να πλησιάσουμε μια απροκατάληπτη σκέψη; Θα προσπαθήσω να απαντήσω, έστω και αν σχεδόν όλοι θα απορρίψουν την απάντησή μου, όπως απορρίπτουν την ιδέα της κλήρωσης, αντί της εκλογής, των βουλευτών. Ναι, είναι δυνατό. Αν ρωτήσουμε ένα νήπιο πριν πάει στο σχολείο. Αυτό το παιδί, έχει πολύ μικρό βάθος γνώσεων, αλλά οι έννοιες που έχει σχηματίσει μέσα του δεν είναι σκόπιμα διαμορφωμένες από άλλους. Δάσκαλοι στη γλώσσα του είναι πρώτα η μητέρα του και το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον του, που κανένας τους δεν είναι δάσκαλος. Από το τυχαία διαμορφωμένο περιβάλλον του έχει σχηματίσει το (περιορισμένο) βάθος και το (απροκατάληπτο) πλάτος των δικών του εννοιών. Θα φέρω κάποια παραδείγματα, πώς με δίδαξε ο γιος μου όταν ήταν ακόμη νήπιο. Τώρα έχει μεγαλώσει, δεν έχει άλλα να με διδάξει. Τον ρώτησα λοιπόν κάποτε: «Τι θα πει σκέφτομαι;» Ο Καρτέσιος (René 

Descartes) ταύτισε τη σκέψη με την ύπαρξη. Cogito ergo sum. Σκέφτομαι, άρα υπάρχω. Ναι, αλλά η ύπαρξη στηρίζεται μόνο και αποκλειστικά στη σκέψη; Σήμερα μιλάμε και για συναισθηματική νοημοσύνη που καθοδηγεί τη βούλησή μας τουλάχιστον το ίδιο έντονα όσο και η λογική νοημοσύνη. Όταν λοιπόν ρώτησα το νήπιο γιο μου, μου απάντησε: «Κουβεντιάζω από μέσα μου». Αργότερα διαπίστωσα πως κι ο Καρτέσιος είχε δεχτεί πως: «Je pense est une parole», σκέφτομαι είναι μια κουβέντα. Όταν πρωτομαθαίνω να διαβάζω, το κάνω φωναχτά, ακούω  με τα αυτιά μου ό,τι προφέρω μετατρέποντας τα γράμματα σε ήχους κι έτσι καταλαβαίνω το περιεχόμενο. Αργότερα διαβάζω χωρίς να ακούεται φωνή απλώς κουνώντας τα χείλια μου. Και τελικά το σταματώ κι αυτό και διαβάζω από μέσα μου. Όπως σκέφτομαι κουβεντιάζοντας νοερά.

Ξαναρώτησα άλλη φορά το νήπιο γιο μου κάτι πιο δύσκολο: «Τι θα πει θέλω». Το σκέφτηκε περισσότερη ώρα και τελικά απάντησε: «Προσπαθώ να κάνω κάτι από μέσα μου». Μιαν άλλη φορά τον έβλεπα που πέταγε μια κάλτσα κάπου, τη μάζευε και την ξαναπέταγε. Κάποια στιγμή η κάλτσα έπεσε μέσα σε ένα άδειο βάζο. «Ζήτω! Νίκησα!». Απόρησα. «Ποιον νίκησες;» «Το στόχο» μου απάντησε. Δεν είχε περάσει από το μυαλό μου κάτι τέτοιο. Ναι, στην παλαίστρα, παλεύοντας ή πυγμαχώντας ή θα νικήσω ή θα ηττηθώ. Ανταγωνισμός. Νίκη μου είναι η ήττα του άλλου. Ναι, αλλά στο στίβο, τρέχοντας, πηδώντας ή ρίπτοντας, μπορεί να είμαι ο νικητής, με την καλύτερη επίδοση, αλλά οι άλλοι δεν έχουν ηττηθεί. Άμιλλα. Όποιος τερματίσει στο Μαραθώνιο δεν είναι βέβαια νικητής, αφού δεν έφτασε πρώτος στο τέρμα, αλλά εφόσον έφτασε στο τέρμα τρέχοντας, δεν είναι ηττημένος, μπορεί μάλιστα να έφτασε ταχύτερα από κάθε άλλη φορά που είχε τρέξει, ή από τους υπόλοιπους της πατρίδας του, οπωσδήποτε δεν είναι ηττημένος. Δεν χρειάζεται αντίπαλος για να είσαι νικητής στην άμιλλα. Ή μπορεί να είναι μεγάλο πλήθος.

Και τώρα πίσω στην κοινωνία του Αριστοτέλη. Ο δήμος είναι πολιτικό σώμα που συγκροτείται με ορισμένους κανόνες. «Οι κανόνες καθορίζουν αυστηρά ποιος έχει το δικαίωμα να συγκαλέσει το λαό, ποια θέματα είναι να συζητήσει ο λαός και πώς θα πάρει τις αποφάσεις του. Τους κανόνες αυτούς τους έχει θεσπίσει από την αρχή ο ίδιος ο λαός σε μεγάλη γενική συνέλευση γι΄ αυτό ακριβώς το θέμα και με τη μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή και αποδοχή».