ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΦΥÏΑ

Δημήτρης Αντ. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Κοινή Γνώμη, 29 Σεπτεμβρίου 2026

Είμαστε ευφυής λαός; Για να απαντήσουμε στην ερώτηση πρέπει να ξέρουμε τι εννοούμε

λέγοντας ευφυΐα. Είναι μια σύνθετη νοητική ικανότητα αντίληψης, μάθησης, λογικής σκέψης,

επίλυσης προβλημάτων και προσαρμογής σε νέες καταστάσεις. Δεν περιορίζεται μόνο στον

δείκτης νοημοσύνης IQ (Intelligence Quotient), αλλά περιλαμβάνει συναισθηματική γνώση,

δημιουργικότητα και πρακτική εφαρμογή της γνώσης. Το IQ  είναι ο δείκτης ο οποίος μετρά

προσεγγιστικά την ευφυΐα ενός ατόμου σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό.

Διάβασα τελευταία μια μελέτη για την ευφυΐα πολλών λαών. Εμείς είχαμε ένα IQ λίγο πιο κάτω από το μέσο όρο 100. Μα είναι δυνατό; Το κύριο φυσιολογικό στοιχείο που καθορίζει τη νοημοσύνη είναι η ικανότητα να σχηματίζει ένα ον εξαρτημένα αντανακλαστικά. Τέτοια επίκτητα αντανακλαστικά μπορούν να αναπτύξουν κυρίως τα ομοιόθερμα σπονδυλωτά, πτηνά και θηλαστικά. Υπάρχουν διαφορές από το ένα άτομο στο άλλο, αλλά στους ανθρώπους υπάρχει μια τεράστια διαφορά από τα λοιπά θερμόαιμα ζώα, τόσο που μπορεί να θεωρηθεί ποιοτική, ενώ οι διαφορές από το ένα άτομο στο άλλο στο ίδιο είδος είναι μόνο ποσοτικές. Με τα εξαρτημένα αντανακλαστικά συνηθίζομε κι έτσι μαθαίνομε. Μάθηση είναι ουσιαστικά απόκτηση μιας συνήθειας. Η σχέση εξαρτημένων προς συγγενή αντανακλαστικά αντιστοιχεί στην αρχαία ρήση: έξις δευτέρα φύσις (Αριστοτέλης). Η ποιοτική διαφορά των ανθρώπων από τα άλλα ζώα αφορά την ικανότητα ουσιαστικά μόνο των ανθρώπων να σχηματίζουν δευτεροβάθμια εξαρτημένα αντανακλαστικά. Οι διαφορές μεταξύ διαφόρων ειδών ως προς την ευφυΐα υποδηλώνουν ότι υπάρχει κληρονομικό στοιχείο στην ικανότητα να δημιουργούνται συνήθειες, δηλαδή να έχουν ευφυΐα.

Θεωρούμε ότι οι πρόγονοί μας ήταν ευφυείς κυρίως διότι δημιούργησαν ένα πολιτισμό μοναδικό που αποτελεί τη βάση όλων των σύγχρονων πολιτισμών, σε γνωστικό (επιστήμες), συναισθηματικό (τέχνη) και βουλητικό (ηθική) επίπεδο με αρμονική μεταξύ τους ανάπτυξη. Αν η ευφυΐα ήταν μόνο κληρονομική, δεν θα χρειαζόταν να σκοτιζόμαστε σήμερα. Γεννηθήκαμε πανέξυπνοι. Και δεν θα είχαμε δείκτη νοημοσύνης κάτω από το γενικό μέσο όρο. Από την άλλη, πρέπει να αναγνωρίσουμε στους προγόνους μας υψηλή νοημοσύνη. Εκτός από την κληρονομικότητα ποιοι παράγοντες συντελούν στην ανάπτυξη ευφυΐας; Ο Αριστοτέλης επισημαίνει το ρόλο του δασκάλου. Και πραγματικά πρέπει να είναι σημαντικός. Τα πλουσιόπαιδα συμπεριφέρονται συνήθως πιο έξυπνα από τα φτωχόπαιδα, καθώς μπορούν να πληρώνουν καλύτερους δασκάλους. Αλλά τώρα μιλώ για ολόκληρο λαό, όχι διαφορές του ενός από τον άλλο.

Φρονώ ότι στην ανάπτυξη της Ελληνικής ευφυΐας έπαιξαν ρόλο δύο παράγοντες. Ο ένας είναι η γεωγραφία της Ελλάδας, με τη μεγάλη ανάγλυφη ποικιλία σε μικρή σχετικά επιφάνεια. Ψηλά βουνά δίπλα σε εύφορους κάμπους, δίπλα σε παραλίες. Οι επαγγελματικές συνήθειες και οι συνήθειες που υπαγόρευαν στους κατοίκους διέφεραν. Οι ορεινοί ήταν συνήθως βοσκοί (ή ληστές), οι πεδινοί ήταν γεωργοί, και οι νησιώτες ήταν ναυτικοί, έμποροι (ή πειρατές). Ο ορεινός έβλεπε οξυές και έλατα και τα έλεγε δέντρα. Ο πεδινός έβλεπε ελιές και τις έλεγε κι αυτός δέντρα. Ο νησιώτης έβλεπε συκιές κι αρμυρίκια και τα έλεγε δέντρα. Είχαν την ίδια γλώσσα κι έρχονταν σε επικοινωνία, καθώς οι αποστάσεις μεταξύ τους ήταν μικρές. Έτσι ακούοντας τη λέξη «δέντρο» σχημάτιζαν μια έννοια με μεγαλύτερο εύρος από άλλους λαούς που ζούσαν σε ομοιόμορφα εδάφη. Καθώς οι έννοιες που σχημάτιζαν είχαν μεγάλο εύρος, αυτό αύξαινε την ευφυΐα τους.

Ο γεωγραφικός παράγοντας είχε άλλο ένα στοιχείο. Οι Έλληνες ζούσαν στο σταυροδρόμι των τριών γνωστών τότε Ηπείρων. Όταν ήθελε κάποιος να ταξιδέψει από τη μια Ήπειρο στην άλλη περνούσε από την Ελλάδα μεταφέροντας τις εμπειρίες του τόπου του. Επίσης οι Έλληνες, προπάντων ταξιδευτές, μετέφεραν στην πατρίδα τους ό,τι είδαν σε άλλες πολιτείες και τις συνήθειες άλλων λαών.

Ο άλλος παράγοντας ήταν η γλώσσα. Πρώτοι οι Έλληνες έτυχε να επινοήσουν το αλφάβητο με τη φωνητική γραφή. Κάθε φθόγγος που πρόφεραν είχε ένα μόνο γραπτό σύμβολο (γράμμα) και κάθε γράμμα προφερόταν με ένα μόνο τρόπο. Οι άλλοι τρόποι γραφής, π.χ. τα ιδεογράμματα συμβόλιζαν έννοιες, όχι φθόγγους. Σήμερα το ιδεόγραμμα «4» σημαίνει την τετράδα ανεξάρτητα από τη γλώσσα καθενός. Μ΄ αυτό τον τρόπο, μάθαιναν πολύ εύκολα τη γραφή όλοι και μπορούσαν να εκφέρουν τη γνώμη και τη βούλησή τους γραπτά, είχαν δηλαδή ισηγορία. Προφανώς αυτοί που δεν μπορούν να γράψουν σωστά, υστερούν από τους άλλους. Και η ισηγορία είναι το ένα από τα τρία χαρακτηριστικά της δημοκρατίας. Τα άλλα δύο είναι η ισοπολιτεία και ισονομία. Και η δημοκρατία ήταν το πλαίσιο που επέτρεψε την ισόρροπη ανάπτυξη των στοιχείων του πολιτισμού που γράψαμε παραπάνω. Όλα αυτά δεν πρέπει να μας απαλλάσσουν από τη σημασία της παιδείας. Παιδεία δεν είναι μόνο ο δάσκαλος. Τις πολλές συνήθειές μας τις αποκτούμε από την οικογένεια και από τα άλλα παιδιά.

Σήμερα, η σημασία της θέσης της Ελλάδας έχει μειωθεί, ιδιαίτερα από τότε που αναπτύχθηκε η Αμερικανική Ήπειρος. Η σημασία της διαφοράς μεταξύ βουνών, πεδιάδων και νησιών, επίσης μειώθηκε, καθώς η ύπαιθρος έχει εγκαταλειφθεί και ο κόσμος συνωστίζεται στις μεγαλουπόλεις. Δύο πόλεις της Ελλάδας φιλοξενούν τους μισούς Έλληνες.

Τα παραπάνω υποδεικνύουν τι πρέπει να κάνουμε για να αναπτύξουμε ξανά την εθνική ευφυΐα μας. Ένα είναι να επανοικίσουμε τις εγκαταλειμμένες περιοχές των γονιών και παππούδων μας. Να ξαναεγκατασταθούμε στα βουνήσια χωριά και στα χιλιάδες τα έρημα νησιά μας. Θα χρειαστεί έντονη κρατική παρέμβαση με μεταφορά κεφαλαίων εκεί. Έχω υποδείξει τι θα μπορούσε να κάνει το κράτος. Διατηρούμε το μεγαλύτερο εμπορικό στόλο στον κόσμο. Θα πρέπει να ξαναγίνουμε ναυτικοί. Και όχι μόνο για τις μεγάλες θάλασσες, αλλά και για το δικό μας Αιγαίο, όπως είχαμε κάποτε τα καΐκια. Κι εδώ έχω προβάλει αλλού κάποιες σκέψεις για το πώς θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε σύγχρονα ασφαλέστερα και οικονομικότερα πλοιάρια.

Ως παιδιά, όταν ήμουνα μικρός, κατασκευάζαμε μόνοι μας τα παιχνίδια μας. Φτιάχναμε τις μπάλες μας για ποδόσφαιρό από παλιές κάλτσες παραγεμισμένες με άλλες κάλτσες. Και τα κορίτσια έφτιαχναν μόνα τους τις κούκλες τους. Η διαδικασία της κατασκευής των παιχνιδιών μας μάς ασκούσε στην επινοητικότητα γινόμενη καθαυτή παιχνίδι. Το παιχνίδι θα όφειλε να είναι το κύριο παιδευτικό μέσο. Όλα τα μικρούλια ζώα παίζουν. Κι αυτή είναι μια άσκηση για να αντιμετωπίσουν τη ζωή. Από τα παραδοσιακά παιχνίδια μας, το κυνηγητό είναι μια άσκηση για το πώς να συλλάβουμε τη λεία μας για να φάμε, ενώ το κρυφτό είναι άσκηση για να αντιμετωπίσουμε τη ζωή. Από τα παραδοσιακά παιχνίδια μας, το κυνηγητό είναι μια άσκηση για το πώς να συλλάβουμε τη λεία μας για να φάμε, ενώ το κρυφτό είναι άσκηση για να μάθουμε πώς να κρυβόμαστε για να μη μας βρει ένα αρπακτικό θηρίο. 

ΑΝΤΗΠΑΛΟΤΗΤΕΣ ΛΑΟΝ

Μαθένομε στο σχολήο πος το γράμα «Ι» ήνε ένα από τα φονήεντά μας, ηκανό δηλαδή να σχηματήζη σηλαβή από μόνο του ή με ένα σήμφονο. Τόσο το μαθένομε από μηκρά πεδιά που δήσκολα σηνηδητοπηούμε πος χρησημοπηούμε το «Ι» κε σαν σήμφονο μαζή με ένα άλο φονήεν, χορής παρεμβολή άλου σημφόνου, για να σχηματήσουμε μια σηλαβή. Για παράδηγμα, ο «δόλιος» που σημένη ο κακομήρης, ήνε μια δησήλαβη λέκση (δό-λιος). Στη γλόσα μας από τα πανάρχεα χρόνια ποτέ δεν ήχαμε γραπτό σήμβολο γι΄ αφτό το σήμφονο, που στα λατηνηκά γράφετε σαν το γράμα «J» (γιοτ).  Όπος ο πατέρας της φονητηκής γραφής, Γιάνης Βηλαράς, έτση κε σ΄ αφτό το κήμενο επηλέχτηκε να χρησημοπηήτε το γράμα «Η» για όλα τα ομόηχά του φονήεντα, ενό δηατηρήθηκε το «Ι» για να χρησημοπηήτε ΜΟΝΟ ος σήμφονο. Έτση «δό-λιος» σημένη κακομήρης, ενό «δό-λη-ος» ήνε ο ήπουλος, κακεντρεχής. Σηνεχήζο να παρουσηάζο παλιά κήμενά μου μεταγραμένα σε φονητηκή γραφή.

Δημ. Α. Σηδερής, ομ. καθ. Καρδιολογήας Dimitrissideris.wordpress.com

28 Σεπτεμβρήου 2026

  • Κηνή Γνόμη 8.12.2015
  •  

  •  

Προσοπηκές φηλοδοκσήες, γεοπολητηκές, θρησκεφτηκές, ηδεολογηκές διαφορές ήνε η κηρηότερες ετήες για της αντηπαλότητες μετακσή λαόν. Η πάλη τον τάκσεον, λέη ο Μαρκς, ήνε η κηνούσα δήναμη στην ηστορήα. Για έναν εόνα περήπου επηκράτησε η άποπσή του. Όλη σχεδόν έγηναν «μαρκσηστές». Δέχθηκαν δηλαδή ότη στη βηομηχανηκή εποχή, η άνθροπη δηερέθηκαν σε ηδηοκτήτες τον μέσον παραγογής (καπηταληστές) κε σε εργαζομένους. Κε ο καθένας σηντάχθηκε ήτε με την πρότη πλεβρά (δεκσηή) ήτε με τη δέφτερη (αρηστερή). Παραδόκσος, η έντακση καθενός δεν στηρηζόταν πάντοτε στην τάκση που ανήκε. Φτοχή, εργαζόμενη ή άνεργη, μπορή να ήνε δραστήρηη ηποστηρηκτές της δεκσηάς, καθός εκσαγοράζοντε έφκολα, αφού η πλούσηη τους δήνουν δουλιά. Πλούσηη πάλη μπορή να έχουν αρηστερή τοποθέτηση, θεορόντας πος η κηνονήα θα ήνε καλήτερη κε αποδοτηκότερη για όλους, αν εφαρμοσθή κηνοκτημοσήνη. Σηχνά η τελεφτέη κατηγορούντε. «Αφού θες να ηπάρχη κηνοκτημοσήνη, κάνε τα δηκά σου κηνά κι άσε τους άλους να δηατηρούν της ηδιοκτησήες τους!». Το επηχήρημα ήνε βέβεα έολο. Δεν θέλουν αφτή να μηράσουν τα πλούτη τους στους φτοχούς. Αυτή ήνε Χρηστιανηκή, όχι μαρκσηστηκή, εντολή. Αφτή ζητούν τα μέσα παραγογής να γήνουν κτήματα όλον – κε δηκά τους επομένος.

Η ηδεολογηκή αντηπαλότητα δεκσηάς-αρηστεράς επηκράτησε για πολή. Οστόσο, αποδήχθηκε ότη δεν ήνε η μόνη ούτε πηθανός η πιο σημαντηκή ετήα αντηπαράθεσης. Η Ροσήα ήταν κομουνηστηκή. Η αντηπαλότητά της με τη Δήση στηρηζόταν, λεγόταν, στην ηδεολογηκή διαφορά που ηπήρχε. Η Ροσήα έπαπσε να ήνε κομουνηστηκή, ηδεολογηκή διαφορά δεν ηπάρχη, αλά η αντηπαλότητα σηνεχήζετε, ηποδηλόνοντας ότη πηθανός ήνε γεοπολητηκή, όπος ήταν πάντα, όταν ησέβαλαν επανηλημένα στη Ροσηκή επηκράτηα Πολονή, Σουηδή, Γάλη, Γερμανή. Η Ροσήα ποτέ δεν επέδηκσε επεκτατηκή πολητηκή προς τη Δήση.

Τα γεοπολητηκά χαρακτηρηστηκά τον κρατόν (γεογραφήα με πολητηκές σηνέπηες) ήνε καθορηστηκά της σημπερηφοράς τους. Η Ροσήα ήνε μια απέραντη χόρα χορής βουνά κε χορής λημάνια. Τα λήγα λημάνια της παγόνουν το χημόνα κι ηπάρχη ζοτηκή ανάγκη γι΄ αφτό το κράτος να επηκηνονή με τον έκσο κόσμο με θαλάσηες σηγκηνονήες. Κε η απέραντη γη της, εκσερετηκά πλούσηα, ήνε για μεγάλο μέρος του χρόνου σκεπασμένη με πάγους. Έτση η Ροσήα έχει φησηκούς περηορησμούς τόσο στην παραγογή όσο κε στο εμπόρηο αγαθόν. Αν προστεθή σ΄ αφτά κε το γεγονός ότη σε όλη της την ηστορία αμηνόταν στο έδαφός της εναντήον ησβολέον, γήνετε σαφές γιατή δεν ήνε περησότερο αναπτηγμένη. Εκσάλου, η Ρόση ήνε ένας ποληπληθής λαός, πολή κατάληλη για καταναλοτές τον προηόντον που παράγοντε στη Δήση. Πολύ θάθελε η Δήση να τους ποδηγετή.

Η δηκή μας χόρα έχη δήο κήρηα γεοπολητηκά χαρακτηρηστηκά. Μέγηστη πηκηλήα εδάφους σε μηκρό χόρο κε τοποθέτησή της στο τρήστρατο τον τρηόν παλιόν Ηπήρον, Εβρόπης, Ασήας, Αφρηκής. Η γεογραφηκές ηδηετερότητες καθορήζουν της ασχολήες τον λαόν κε, γι΄ αφτό, τα ήθη κε έθημά τους, το χαρακτήρα τους. Διαφορετηκού χαρακτήρα λαή, επομένος, στην Ελάδα, αλά με κηνή γλόσα κε ηστορήα επηκηνονούν: Άλοτε σηγκρουσηακά, άλοτε σημπληροματηκά (π.χ. εμπορηκά) κε άλοτε μημητηκά. Αφτά τα δεδομένα κε η αναγκαστηκή επαφή με όλο τον κόσμο δηέβρηνε από την αρχεότητα τον πνεβματηκό ορήζοντα τον Ελήνον, αλά κε δημηούργησε πολές αναταραχές στο εσοτερηκό της χόρας. Ήταν (ήνε) πάντοτε το μήλο της έρηδας μετακσή πολόν που εποφθαλμηούν τα γεογραφηκά προνόμηά της.

Η θρησκεφτηκές σηγκρούσης ήχαν σηγασθή για μακρό δηάστημα. Μετά τη βήεη επέκταση τον μουσουλμάνον, ακολούθησε η βήεη επέμβαση τον σταβροφόρον κε ακολούθησε η βήεη απηκηοκρατήα με εκμετάλεφση τον λαόν από τους Χρηστιανούς. Ο δέφτερος παγκόσμηος πόλεμος κατάργησε την απηκηοκρατήα, ενό η μαρκσηστηκή ηδεολογήα για την πάλη τον τάκσεον κατέστηλε της θρησκεφτηκές διαφορές. Όταν κι αφτή κατέπεσε, φούντοσε πάλη ο θρησκεφτηκός φονταμενταλησμός. Αφτή τη στηγμή επηκρατή η αντηπαλότητα μετακσή ακρέον μουσουλμάνον κε χρηστιανόν. Οστόσο, μένετε κε η αντηπαλότητα μετακσή μετρηοπαθόν κα φανατηκόν μουσουλμάνον, ενό κε στο Χρηστιανηκό κόσμο αρχήζη, μου φένετε, να αναβηόνη δηλά η διαφορά μετακσή ορθοδοκσήας κε ληπόν χρηστιανηκόν δογμάτον. Αφτή τη φορά, καθός δεν ηπάρχη πια το Βηζάντηο, επήκεντρο της ορθοδοκσήας ήνε η Ροσήα κε μπορή να μην αργήση να φουντόση πάλη η διαφορά μετακσή λουθηρανόν κηρήος από τη μια κε ορθοδόκσον (ή κε καθοληκόν) από την άλη.

Τεληκά, η διαφορές μετακσή λαόν έχουν πηκήλα έτηα, με προεκσάρχοντα γεοπολητηκά, ηδεολογηκά κε θρησκεφτηκά. Γιατή τόσες αντηπαλότητες; Κε με τόση βήα που τόσες καταστροφές κε δηστηχήα φέρνη; Σε πιες ηπαρκσηακές ηδηότητες αντηστηχή η δηέρεση που κάναμε;

Θημήζο πος η ήπαρκσή μας έχη τρης ηποστάσης, το εσθητό, το νοητό κε το κηνονηκό Εγό. Η τρης αντηπαλότητες που εκσετάσαμε αντηστηχούν ανά μήα σε καθεμιά από της τρης ηποστάσης του Εγό. Τα γεοπολητηκά χαρακτηρηστηκά αντηστηχούν προφανός στο εσθητό Εγό. Όπος το εσθητό Εγό ήνε το σόμα μας, η ανατομήα κε η φησηολογήα του, έτση κε η γεογραφήα ενός τόπου ήνε η πάγηα μορφή του, η ανατομήα του, που επηβάλη τον τρόπο λητουργήας, τη φησηολογήα του. Τα ηδεολογηκά χαρακτηρηστηκά αντηστηχούν προφανός στης σχέσης του καθενός με τους άλους, αντηστηχούν, επομένος, στο κηνονηκό Εγό. Τα θρησκεφτηκά χαρακτηρηστηκά δεν στηρήζοντε σε καμιά λογηκή. Όπος έχομε επανηλημένα σηζητήση, στηρήζοντε στην πήστη που ήνε αναπόδηκτη κε εμφανήζετε σαν επηφήτηση, σαν έμπνεφση, σαν ενθουσηασμός (έν-θεος).

Τα κήνητρα τον σημπερηφορόν μας μπορούν να ηεραρχηθούν σε 5 κατά τον Maslow, ή απλούστερα σε 3, στρόματα. Στη βάση ήνε τα κήνητρα του εσθητού Εγό, η φησηολογηκές μας ανάγκες. Ημαστε ηποχρεομένη από τη φήση μας να κάνουμε κάπια πράγματα. Αν τα στερηθούμε αροστένομε, πεθένομε. Αν μας στερήσουν την τροφή, το νερό, τον αέρα, τον ήπνο, θα κάνουμε ό,τη μας ζητήσουν. Καθορήζοντε από τους νόμους της φησηκής κε της χημήας. Από παρόμηους νόμους καθορήζοντε κε η γεοπολητηκή περηορησμή. Αν μας απαγορεφθή βήεα η παραγογή κε ανταλαγή γεοργηκόν, κτηνοτροφηκόν, ηχθηολογηκόν κλπ αγαθόν, ήμαστε αναγκασμένη να κάνουμε ό,τη μας ζητηθή. Τα ηδεολογηκά χαρακτηρηστηκά τον λαόν αντηστηχούν στο κηνονηκό Εγό. Καθορήζοντε από τ[DS1] ους κηνονηκούς νόμους, όπος κε η σημπερηφορά του κηνονηκού Εγό. Η νόμη της κηνονήας κε της ηκονομήας ηπαγορέβουν της ηδεολογηκές διαφορές.

Η θρησκεφτηκές πήστης ήνε άβατες στην κηνή λογηκή, όπος ήνε το νοητό Εγό. Σε προσοπηκό επήπεδο, η ανάγκες του νοητού Εγό, η αφτοπραγμάτοσή του, ήνε που ηπαγορέβη τη σημπερηφορά του ατόμου, με τον όρον όμος ότη εκπληρόνοντε, έστο στηχηοδός, τα κήνητρα τον κατοτέρον επηπέδον. Αντήστηχα, στους λαούς, η θρησκεφτηκές αντηπαραθέσης καθοδηγούν τους λαούς, εφόσον καλήπτοντε στηχηοδός η γεοπολητηκές κε ηδεολογηκές ανάγκες τους.


 [DS1]

ΣΠΟΥΔΑΓΜΕΝΟΙ

Δημήτρης Αντ. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Ηπειρωτικός Αγών, 26 Σεπτεμβρίου 2026

Χάρη στην ανάπτυξη του έναρθρου λόγου, οι άνθρωποι, μόνο εμείς από όλα τα ζώα, μπορέσαμε να μεταφέρουμε την εμπειρία μας σε άλλα άτομα, που έτσι μάθαιναν να αντιμετωπίζουν καταστάσεις που ακόμη δεν τους είχαν γίνει προσιτές στις αισθήσεις τους. Αυτή είναι η απαρχή της εκπαίδευσης, στην οποίαν η παραπάνω διαδικασία γίνεται στοχευμένα. Χάρη και σ΄ αυτή τη δυνατότητα, οργανωθήκαμε σε κοινωνίες, όπου καθένας κάνει κάτι διαφορετικό, αλλά όλοι μαζί αποσκοπούμε στον ίδιο, κοινό, σκοπό.

Το κάθε τι έχει κόστος. Κόστος έχει και η εκπαίδευση. Ο εκπαιδευόμενος, θέλει-δε-θέλει βαθαίνει τις έννοιές του, αλλά και τις στενεύει. Στο σχολείο διδάχτηκα την ιστορία και τη γεωγραφία της πατρίδας μου – και μάλιστα παραμορφωμένη από τις προκαταλήψεις όσων είχαν σχηματίσει το εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Όμως ελάχιστα έμαθα για την ιστορία και τη γεωγραφία άλλων λαών που ζουν μακριά από εμένα. Ακόμη και στην περίπτωση που το εκπαιδευτικό πρόγραμμα δεν περιορίζεται στην αποστήθιση, αλλά επεκτείνεται στην ανάπτυξη της κρίσης, τα κριτήρια με τα οποία συλλογίζομαι έχουν διαμορφωθεί από τη βαθιά, αλλά στενωμένη νόησή μου.

Πολλοί άνθρωποι μαζεμένοι σε ένα μέρος αποτελούν ένα κοπάδι ανθρώπων, έναν όχλο. Ο όχλος οχλεί. Κραυγάζει συνθήματα αντί να συζητά με επιχειρήματα και προβαίνει σε πράξεις καταστροφής, αντί να είναι δημιουργικές. Παρατηρήστε τη συμπεριφορά του κόσμου σε μια διαδήλωση ή συλλαλητήριο και θα καταλάβετε τι εννοώ. Αντίθετα, ο ίδιος λαός, οργανωμένος σε δήμο, ενεργεί δημιουργικά. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι πώς ένας λαός να λειτουργεί σα δήμος και όχι σαν όχλος;

Η απάντηση δεν είναι απλή. Μια, όχι η μόνη, προϋπόθεση είναι να μπορούν τα μέλη του λαού να διαβουλεύονται, να συζητούν μεταξύ τους. Καθένας μας θέλει πολλά πράγματα, που μάλιστα τα ταξινομεί ανάλογα με τη σπουδαιότητα που νομίζει πως έχουν. Το τι θέλει διαμορφώνεται από ποικίλους παράγοντες, περιβαλλοντικούς, καθώς οι συνθήκες που ζει διαρκώς αλλάζουν, αλλά και άλλους αποκλειστικά δικούς του. Αν ο λαός είναι διαμορφωμένος σαν όχλος ή σα δήμος, επικρατεί μία μόνον τοποθέτηση του συνόλου, που περιέχεται στα πολλά που θέλει ο καθένας. Στον όχλο, αυτή η βούληση ορίζεται από τον ηγέτη, τον αρχηγό που ενεργεί διεγείροντας το λαό σύμφωνα με τη δική του βούληση. Στο δήμο η βούληση του συνόλου διαμορφώνεται από ό,τι κοινό υπάρχει μεταξύ των βουλήσεων του καθενός. Καλά, δεν είναι καλύτερα να εμπιστευτούμε έναν σπουδαγμένο, με πολλά, δύσκολα, πτυχία; Αυτός ξέρει καλύτερα. Είναι; Ο Αριστοτέλης το διατυπώνει θαυμάσια. «Ἓκαστος μὲν χείρων κριτὴς τῶν εἰδότων, ἃπαντες δὲ συνελθόντες ἢ βελτίους ἢ οὐ χείρους.» Καθένας είναι χειρότερος από τους ειδήμονες, όλοι μαζί όμως, αν συνευρεθούν και διαβουλευτούν, είναι καλύτεροι ή όχι χειρότεροι.

Αυτά ισχύουν σε κοινωνικό επίπεδο και συνιστούν την υπεροχή της δημοκρατίας έναντι όλων των άλλων πολιτευμάτων. Και δημοκρατία, πάλι ο Αριστοτέλης την ορίζει, σημαίνει πως η εξουσία επιλέγεται με κλήρωση, ενώ η επιλογή της με εκλογή είναι ολιγαρχία «Λέγω  δ΄  οἷον  δοκεῖ  δημοκρατικὸν  μὲν  εἶναι  τὸ  κληρωτὰς  εἶναι  τὰς  ἀρχὰς, τὸ  δ΄  αἱρετὰς  ὀλιγαρχικὸν». Αν φύγουμε όμως από το κοινωνικό επίπεδο και περιοριστούμε στο προσωπικό, είναι δυνατό να πλησιάσουμε μια απροκατάληπτη σκέψη; Θα προσπαθήσω να απαντήσω, έστω και αν σχεδόν όλοι θα απορρίψουν την απάντησή μου, όπως απορρίπτουν την ιδέα της κλήρωσης, αντί της εκλογής, των βουλευτών. Ναι, είναι δυνατό. Αν ρωτήσουμε ένα νήπιο πριν πάει στο σχολείο. Αυτό το παιδί, έχει πολύ μικρό βάθος γνώσεων, αλλά οι έννοιες που έχει σχηματίσει μέσα του δεν είναι σκόπιμα διαμορφωμένες από άλλους. Δάσκαλοι στη γλώσσα του είναι πρώτα η μητέρα του και το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον του, που κανένας τους δεν είναι δάσκαλος. Από το τυχαία διαμορφωμένο περιβάλλον του έχει σχηματίσει το (περιορισμένο) βάθος και το (απροκατάληπτο) πλάτος των δικών του εννοιών. Θα φέρω κάποια παραδείγματα, πώς με δίδαξε ο γιος μου όταν ήταν ακόμη νήπιο. Τώρα έχει μεγαλώσει, δεν έχει άλλα να με διδάξει. Τον ρώτησα λοιπόν κάποτε: «Τι θα πει σκέφτομαι;» Ο Καρτέσιος (René 

Descartes) ταύτισε τη σκέψη με την ύπαρξη. Cogito ergo sum. Σκέφτομαι, άρα υπάρχω. Ναι, αλλά η ύπαρξη στηρίζεται μόνο και αποκλειστικά στη σκέψη; Σήμερα μιλάμε και για συναισθηματική νοημοσύνη που καθοδηγεί τη βούλησή μας τουλάχιστον το ίδιο έντονα όσο και η λογική νοημοσύνη. Όταν λοιπόν ρώτησα το νήπιο γιο μου, μου απάντησε: «Κουβεντιάζω από μέσα μου». Αργότερα διαπίστωσα πως κι ο Καρτέσιος είχε δεχτεί πως: «Je pense est une parole», σκέφτομαι είναι μια κουβέντα. Όταν πρωτομαθαίνω να διαβάζω, το κάνω φωναχτά, ακούω  με τα αυτιά μου ό,τι προφέρω μετατρέποντας τα γράμματα σε ήχους κι έτσι καταλαβαίνω το περιεχόμενο. Αργότερα διαβάζω χωρίς να ακούεται φωνή απλώς κουνώντας τα χείλια μου. Και τελικά το σταματώ κι αυτό και διαβάζω από μέσα μου. Όπως σκέφτομαι κουβεντιάζοντας νοερά.

Ξαναρώτησα άλλη φορά το νήπιο γιο μου κάτι πιο δύσκολο: «Τι θα πει θέλω». Το σκέφτηκε περισσότερη ώρα και τελικά απάντησε: «Προσπαθώ να κάνω κάτι από μέσα μου». Μιαν άλλη φορά τον έβλεπα που πέταγε μια κάλτσα κάπου, τη μάζευε και την ξαναπέταγε. Κάποια στιγμή η κάλτσα έπεσε μέσα σε ένα άδειο βάζο. «Ζήτω! Νίκησα!». Απόρησα. «Ποιον νίκησες;» «Το στόχο» μου απάντησε. Δεν είχε περάσει από το μυαλό μου κάτι τέτοιο. Ναι, στην παλαίστρα, παλεύοντας ή πυγμαχώντας ή θα νικήσω ή θα ηττηθώ. Ανταγωνισμός. Νίκη μου είναι η ήττα του άλλου. Ναι, αλλά στο στίβο, τρέχοντας, πηδώντας ή ρίπτοντας, μπορεί να είμαι ο νικητής, με την καλύτερη επίδοση, αλλά οι άλλοι δεν έχουν ηττηθεί. Άμιλλα. Όποιος τερματίσει στο Μαραθώνιο δεν είναι βέβαια νικητής, αφού δεν έφτασε πρώτος στο τέρμα, αλλά εφόσον έφτασε στο τέρμα τρέχοντας, δεν είναι ηττημένος, μπορεί μάλιστα να έφτασε ταχύτερα από κάθε άλλη φορά που είχε τρέξει, ή από τους υπόλοιπους της πατρίδας του, οπωσδήποτε δεν είναι ηττημένος. Δεν χρειάζεται αντίπαλος για να είσαι νικητής στην άμιλλα. Ή μπορεί να είναι μεγάλο πλήθος.

Και τώρα πίσω στην κοινωνία του Αριστοτέλη. Ο δήμος είναι πολιτικό σώμα που συγκροτείται με ορισμένους κανόνες. «Οι κανόνες καθορίζουν αυστηρά ποιος έχει το δικαίωμα να συγκαλέσει το λαό, ποια θέματα είναι να συζητήσει ο λαός και πώς θα πάρει τις αποφάσεις του. Τους κανόνες αυτούς τους έχει θεσπίσει από την αρχή ο ίδιος ο λαός σε μεγάλη γενική συνέλευση γι΄ αυτό ακριβώς το θέμα και με τη μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή και αποδοχή».

ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ

Δημήτρης Αντ. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Πρωινός Λόγος, Τρίκαλα, 26 Σεπτεμβρίου 2026

Ιδανικά η βασιλεία είναι το καλύτερο πολίτευμα αν ο βασιλιάς έχει θεϊκές ιδιότητες (Αριστοτέλης), που δεν γίνεται. Το ποιος θα γίνει βασιλιάς είναι προδιαγεγραμμένο με νόμο. «Ο βασιλιάς απέθανε, ζήτω ο βασιλιάς!» Η δυναστεία των Οθωμανών έμεινε αμετάβλητη για πολλούς αιώνες, αλλά αριθμεί πάνω από 80 αδελφοκτονίες. Η τυραννία είναι μοναρχία που παίρνει την ηγεσία παράνομα. Δεν αποκλείονται οι καλές προθέσεις. Συνήθως όμως εκφυλίζεται σε αρνητική εξουσία που φθάνει στη δικτατορία. Αυτή είναι μια μοναρχία όπου η εξουσία συγκεντρώνεται σε ένα πρόσωπο ή μικρή ομάδα (π.χ. χούντα), που όμως έχει αρχηγό, καταργώντας τους δημοκρατικούς θεσμούς και τις ατομικές ελευθερίες. Οι δικτατορίες στηρίζονται συνήθως στο στρατό, αλλά και σε παροχές που υποβαθμίζουν το δήμο σε όχλο.  

Οι τυραννίες (συμπεριλαμβάνοντας τις δικτατορίες) στην καλύτερη περίπτωση προσφέρουν αγαθά στους υπηκόους τους, με ένα κύριο αντάλλαγμα: Αφαιρούν από το λαό κάθε δικαίωμα να έχει δική του βούληση.

Ο Πεισίστρατος στην αρχαία Αθήνα στήριξε τους φτωχούς αγρότες με ποικίλα μέτρα και ανέπτυξε την οικονομία ενισχύοντας το εμπόριο και τη βιοτεχνία και κόβοντας αθηναϊκό νόμισμα. Κατασκεύασε ποικίλα δημόσια έργα, δρόμους, κρήνες, ναούς. Διατήρησε τα βασικά από τους νόμους του Σόλωνα και πολιτιστικά οργάνωσε μεγάλες γιορτές όπως τα Παναθήναια και φρόντισε για την καταγραφή και διάδοση των Ομηρικών επών. Χωρίς δικαιώματα του δήμου.

Σύγχρονοι δικτάτορες, όπως ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ, παρέλαβαν τις χώρες τους σε διάλυση και τις ανέδειξαν οικονομικά, πολιτιστικά, επιστημονικά και στρατιωτικά σε μείζονες δυνάμεις.

Σ΄ εμάς, ο Καποδίστριας διέθεσε την περιουσία του, οργάνωσε το κράτος και νοιάστηκε για τα παιδιά, ιδίως τα ορφανά, ιδρύοντας ορφανοτροφεία και πολλά δημοτικά σχολεία. Εισήγαγε το πρώτο Ελληνικό νόμισμα, το Φοίνικα, ενίσχυσε τη γεωργία και τους φτωχούς αγρότες, οργάνωσε τακτικό στρατό και ίδρυσε νοσοκομεία.

Κατά το λοχαγό Καράκαλο (ανέκδοτα απομνημονεύματα) «…ο Γιάννης Μεταξάς είχε επιτελική μεγαλοφυΐα, όπως και πείρα, ο τόπος οργανώθηκε, συμπλήρωσε την πολεμική του προετοιμασία σε οπλισμό, ιματισμό, σε πυρομαχικά, σε τρόφιμα, σε τροφοπαραγωγικά, σε οχυρά, σε όλα αυτά που λέμε στο στρατό υλικές δυνάμεις…».

Αναφέρθηκαν οι θετικές προσφορές της δικτατορίας. Τίμημα ήταν πάντοτε η αφαίρεση εξουσίας από το λαό. Φυλακίσεις, βασανιστήρια, εκτελέσεις, δολοφονίες, ολοκαυτώματα, τελικά ξεκίνημα μιας αλυσίδας γεγονότων που έφεραν καταστροφή στην πατρίδα τους, αλλά και στον κόσμον όλο. Η δική μας  χούντα (1967), έκανε δημόσια έργα και υπάρχουν ακόμη σήμερα «επιστήμονες» που την νοσταλγούν, μιλώντας περίπου για κοσμογονία. Δεν ξέρω αν έλαβαν υπόψη τις ευθύνες της για την Κυπριακή τραγωδία.  Έβαλα σε εισαγωγικά την επιστημοσύνη, καθώς ο υμνητής της χούντας αναγκάστηκε να απολογηθεί για ποικίλους λόγους. Στο σχόλιο αν έλαβε υπόψη του ένα γεγονός για την κρίση του, αυτός απάντησε ότι δεν είναι ούτε μπορεί να είναι παντογνώστης. Άρα, συνάγεται, δικαιούται να βγάζει «επιστημονικά» συμπεράσματα έχοντας κάνει επιλογή των δεδομένων. Ομολογημένη προκατάληψη. Ο ίδιος παλιότερα είχε υποστηρίξει περίπου ότι «Εγώ καλά τα είπα, αυτοί δεν κατάλαβαν». Ναι, αλλά καθήκον ενός ακαδημαϊκού δασκάλου δεν είναι να τα λέει, αλλά να καταλαβαίνουν αυτοί που τον ακούν ή τον διαβάζουν. Προσοχή! Γίνονται έργα. Είναι όμως ενταγμένα σε ένα σκοπό που όλα αυτά τα έργα τον στηρίζουν; Όπως τα έργα του Καποδίστρια, του Καραμανλή, του Σημίτη; Αν έγιναν υποβαθμίζοντας το δήμο σε όχλο (π.χ. χούντα) καραδοκεί ο όλεθρος.

Σε όλα τα παραπάνω παραδείγματα η κρίση των υμνητών της δικτατορίας δεν έλαβε υπόψη της τη γνώμη του σοφότερου από τους νομοθέτες, του Σόλωνα, όταν τον προέτρεψαν να γίνει τύραννος, ώστε με την ισχύ της τυραννίας να επιβάλει τις ρηξικέλευθες αλλαγές που είχε κάνει στους Αθηναίους. Απάντησε: «Καλὸν χωρίον ἡ τυραννὶς, ἀλλ΄ οὐκ ἒχει ἀπόβασιν». Δεν έχει διέξοδο η τυραννία. Μεταξύ των άλλων και επειδή, για να διατηρηθεί στην εξουσία, με τις καλύτερες προθέσεις, πρέπει να λάβει σκληρά μέτρα, τόσα, που όταν χάσει την ισχύ κινδυνεύει ακόμη και η ζωή του (ή και πριν την χάσει).

Την προκατάληψη μπορεί να τη διακρίνει οποιοσδήποτε, εκτός από τον ίδιο τον προκατειλημμένο αφού «δεν μπορεί να είναι παντογνώστης». Άλλος υμνητής του αντικομμουνισμού ανέπτυξε γλαφυρά περιπτώσεις βαρβαρότητας που έδειξαν οι αριστεροί ιδίως με το παιδομάζωμα, αλλά και σαν της «Ελένης» του Γκατζογιάννη, που διαδόδηκε ευρέως με την άφθονη χρηματοδότηση από ποικίλες πλούσιες αντικομμουνιστικές πηγές. Δήλωσε ο ομιλητής πρόθυμος να ερευνήσει και άλλη περίπτωση αριστερής βαρβαρότητας. Δεν ενδιαφέρθηκε βέβαια για την περίπτωση της Μαρίας Λιουδάκη, αριστερής δασκάλας που το πτώμα της βρέθηκε κατακρεουργημένο, αλλού το κορμί της, αλλού τα άκρα της, αλλού το κεφάλι της. Ταυτόχρονα το μάζεμα παιδιών από τη βασίλισσα Φρειδερίκη χωρίς την άδεια των γονιών τους δεν ήταν παιδομάζωμα. Έγινε για να σωθούν από το παιδομάζωμα που έκαναν οι κακοί αντίπαλοι. Το ίδιο ισχυρίζονται και εκείνοι.

Αν γνωρίζω κάτι σημαντικό, που ο κόσμος δεν γνωρίζει, είμαι υποχρεωμένος να το αναδείξω και αποκαλύψω. Αλλά δεν μπορώ να βγάζω συμπεράσματα από αυτό. Για να καταλήξω σε μια επιστημονική θεωρία πρέπει να κάνω έρευνα. Δηλαδή δεν μελετώ ό,τι τύχει να πέσει στην αντίληψή μου, αλλά αναζητώ δεδομένα με συγκεκριμένα κριτήρια. Και τώρα δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι, λυπάμαι, δεν είμαι παντογνώστης, δεν είμαι υποχρεωμένος να τα ξέρω όλα. Ό,τι σημαντικό πέφτει στην αντίληψή μου, ναι, να το αποκαλύψω, αλλά αυτό είναι χρονικό, όχι ιστορία. Στην επιστήμη, συμπεριλαμβάνοντας την ιστορική επιστήμη, σχηματίζω μια υπόθεση και αναζητώ τρόπους να αποδείξω αν είναι έγκυρη ή άκυρη. Κάνω ό,τι μπορώ για να αποδείξω ότι δεν ισχύει και αν αποτύχω, συνάγω ότι ενδεχομένως η υπόθεσή μου δεν αποκλείεται να είναι σωστή.

Η Γνώση παρέχει τα δεδομένα για την καλύτερη δυνατή πράξη. Δεν είναι ακαταμάχητο κίνητρο. Ακαταμάχητη είναι η Πίστη. Αν και ισχυρότατο κίνητρο, οι πράξεις στις οποίες οδηγεί δεν επιφέρουν τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα. Για να κάνω κάτι θέλω να είμαι βέβαιος πως έχω υψηλές πιθανότητες να επιτύχω, διότι η αποτυχία έχει ολέθρια αποτελέσματα. Χωρίς τέτοια γνώση, δεν επιχειρώ καν. Σίγουρα δεν πετυχαίνω,ο αλλά και δεν πέφτω στον όλεθρο. Αν όμως πιστεύω αναπόδεικτα πως όλα θα πάνε καλά, το πιθανότερο είναι ότι θα καταστραφώ, αλλά αυτή είναι και η μόνη περίπτωση που υπάρχει πιθανότητα να πετύχω. Δικαίωμά μου είναι να επιλέξω αν θα βαδίσω με τις γνώσεις μου ή με την πίστη μου. Όταν όμως παρουσιάζω σα γνώση μια πίστη, έχοντας αγνοήσει δεδομένα που αντιβαίνουν στην πίστη μου, μήπως είμαι απατεώνας;  

ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Β΄

Δημήτρης Αντ. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wpordpress.com

Κοινή Γνώμη, 22 Σεπτεμβρίου 2026

            Συνεχίζω να σκέφτομαι πώς μπορούμε να μεταβούμε από την ολιγαρχία στη δημοκρατία. Άσκηση βίας είναι αδύνατη. Η άρχουσα ολιγαρχία διαθέτει ολόκληρη τη νόμιμη βία. Αντίσταση χωρίς βία είναι λοιπόν η απάντηση. Ανέφερα τη σκέψη του Μπρεχτ (Προς τη δημοκρατία Α, Κοινή Γνώμη): Να αντέξουμε περισσότερο από τη Βία. Επομένως άρνηση επικοινωνίας,  οποιασδήποτε επαφής, με το βιαστή είναι ένας τρόπος. Π.χ. δεν πληρώνομε τίποτε στο κράτος. Ούτε φόρους, τέλη, παράβολα. Παραλλαγές τέτοιας αντίστασης εφαρμόστηκαν με επιτυχία στις Ινδίες με τον  Γκάντι (Mahatma Gandhi) και στη Νότια Αφρική με τον Μαντέλα (Nelson Mandela). Το κόστος της καταστολής έγινε μεγαλύτερο από το όφελος της κατοχής. Επικίνδυνο βέβαια. Άγωνιστές της δημοκρατίας χωρίς βία δολοφονήθηκαν, Λουμούμπα (Patrice Lumumba), Πάλμε (Olof Palme), Κίγκ (Martin Luther King), Νικηφόρος Μανδηλαράς κ.α. Αλλά και χωρίς να είμαστε ηγέτες, κινδυνεύομε. Μη πληρώνοντας π.χ. ΟΤΕ, ΔΕΗ, πόσο μπορείς να αντέξεις, αφού θα σου κόψουν το τηλέφωνο και το ρεύμα; Βέβαια καθένας μας μπορεί να αντέξει λίγες μέρες, το πολύ εβδομάδες. Αν όμως είμαστε η συντριπτική πλειοψηφία που δεν πληρώνομε  το κράτος, το σύστημα αντέχει λιγότερο.

Πριν φτάσουμε στους επικίνδυνους αγώνες, υπάρχουν ηπιότερα μέσα. Η συμμετοχή στις εκλογές είναι υποχρεωτική (Σύνταγμά, Άρθρο 51/5). Η αποχή συνεπαγόταν ποινικές και διοικητικές κυρώσεις (δυσκολίες στην έκδοση διαβατηρίου ή άδειας οδήγησης), αλλά οι κυρώσεις αυτές καταργήθηκαν (Νόμος 2946/2001). Μετά τη μεταπολίτευση, η αποχή σε διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις κυμαινόταν περίπου στο πέμπτο των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους. Μετά το 1993 άρχισε να ανέρχεται σταθερά, ώσπου στις τελευταίες εκλογές έφτασε το 47%. Σ΄ αυτές το πρώτο κόμμα, με 53% των βουλευτών είχε ψηφιστεί από μόνο 18% των εγγεγραμμένων. Σχεδόν οι μισοί πολίτες θεώρησαν ότι το να κάνουν οτιδήποτε άλλο είναι πιο σημαντικό από το να ψηφίσουνꞏ με την ψήφο τους δεν περιμένουν να λυθούν τα προβλήματά τους που διαρκώς αυξάνονται. Προφανώς, για αρκετούς από αυτούς, η λύση δεν μπορεί να αναδειχτεί μέσα στη βουλή με επιχειρήματα, και την επιζητούν στους δρόμους με κραυγές και συνθήματα και στους τόπους εργασίας με απεργίες. Η δυνατότητα τέτοιων μέτρων θεωρείται ένδειξη ελευθερίας και η απαγόρευσή τους ένδειξη ολοκληρωτισμού. Στην πραγματικότητα υπάρχουν λόγω ελλείμματος δημοκρατίας. Η απαγόρευσή τους δεν διορθώνει την κατάστασηꞏ σπάζοντας το θερμόμετρο, δεν επιφέρει ίαση της νόσου.

Όταν κανένα κόμμα ή αρχηγός του δεν με εμπνέει ότι θα λύσει τα βλήματα που με απασχολούν, δυσκολεύομαι να αποφασίσω τι να ψηφίσω. «Μη χείρον» είναι μια σκέψη, αλλά μπορεί και να είναι χειρότερο από οτιδήποτε αποδεκτό. Η ανυπαρξία κατάλληλου κόμματος και/ή πολιτικών μπορεί να είναι τυχαία. Αλλά μπορεί να είναι συστηματικό σφάλμα. Το ότι δεν φαίνεται να υπάρχουν πουθενά στον «ελεύθερο» κόσμο σημαντικοί πολιτικοί ενισχύει την τελευταία άποψη. Δεν φταίνε οι πολιτικοί, αλλά το σύστημα. Με το κυρίαρχο σύστημα (ρεπούμπλικα), οποιοσδήποτε πολιτικός περιορίζεται και δεν μπορεί να εφαρμόσει την πολιτική που συνειδητά θεωρεί ορθότερη. Οι πολιτικοί είναι εξαρτημένοι. Ο υποψήφιος βουλευτής είναι υποχρεωμένος να κάνει ό,τι απαιτεί το κόμμα του, έστω και παρά τη συνείδησή του, αλλιώς παύει να είναι υποψήφιος. Και είναι υποχρεωμένος να κάνει ό,τι απαιτούν οι ψηφοφόροι εις βάρος ενδεχομένως του συνόλου (το οποίο, υποτίθεται, εκπροσωπεί), αλλιώς δεν ψηφίζεται. Ομοίως δεν θα ψηφιστεί αν θέσει το συμφέρον της επόμενης γενιάς πάνω από εκείνο της παρούσας, διότι στις επόμενες εκλογές, μετά <4 έτη, η επόμενη δεν ψηφίζει, ενώ αυτή είναι εκείνη που θα πληρώσει τις σημερινές δεσμεύσεις. Ίσως είναι αυτό ένα από τα ποικίλα έμμεσα αντικίνητρα που οδηγούν στη δραματική υπογεννητικότητα του τόπου μας. Εξουσία δηλαδή έχουν πάνω μας οι πιο ανελεύθεροι πολίτες και συγχρόνως ασύδοτοι με τα άρθρα 86 και 60-62 για την ασυλία υπουργών και βουλευτών.

Όταν θεωρώ ότι όλοι οι υποψήφιοι είναι κατώτεροι από κάθε προσδοκία μου έχω δύο επιλογές. Μία είναι η λευκή ψήφος και η άλλη είναι η αποχή. Και οι δύο ενισχύουν το πρώτο κόμμα, διότι η πλειοψηφία υπολογίζεται έναντι του αριθμού των ψηφισάντων, όχι των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους. Διαφέρουν όμως κατά τούτο: Η αποχή είναι υπεύθυνη. Ο απέχων είναι γνωστός σε όποιον τον αναζητήσει, αφού δεν ψήφισε, ενώ εκείνος με τη λευκή ψήφο είναι άγνωστος. Ας έχουν καταργηθεί οι κυρώσεις. Αν με ποικίλες δικαιολογίες εγκατασταθεί ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, θα ξέρει ποιος απέσχε και θα του επιβάλει απρογραμμάτιστες ποινές. Έγινε το 1946.

Άλλο ισχυρό μέτρο είναι η συλλογή υπογραφών. Η αποχή και οι υπογραφές αναδεικνύουν ποσοτικά την επιθυμία για ριζικές αλλαγές. Και τα δύο είναι υπεύθυνα. Ο απέχων και ο υπογράφων είναι φανεροί. Οι υπογραφές είναι ένα θετικό μέτρο, αλλά απαιτεί οργάνωση, που σημαίνει κάποια (έστω μικρή) χρηματοδότηση, για θεσμική διατύπωση των αιτουμένων. Μπορεί να είναι μια μη κυβερνητική οργάνωση ή ακόμη και ένα κόμμα μέσα στο ισχύον σύστημα. Η αποχή είναι αρνητικό μέτρο, αλλά δεν προαπαιτεί τίποτε, εκτός από τη βούληση κάθε ψηφοφόρου. Τα δύο μέτρα είναι συμπληρωματικά μεταξύ τους.

Όλα τα μέτρα που περιέγραψα πιέζουν να αλλάξει το σύστημα. Οι αντιστάσεις του είναι όμως ισχυρές. Η βία εκ μέρους των αιτούντων ουσιαστική αλλαγή (π.χ. του πρώτου άρθρου του Συντάγματος τουλάχιστον) είναι ανεπιθύμητη. Μπορεί όμως να την ασκήσει «νόμιμα» η εξουσία που αυτοπροστατεύεται. Κι αν δεν καταστέλλεται το αίτημα για αλλαγή, αλλά γιγαντώνεται, η εξουσία είναι εύκολο να μεταβεί σε ολοκληρωτισμό. Με αυτό τον τρόπο οι εξουσίες στην Ευρώπη έγιναν δικτατορίες τον 20ό αιώνα (Ιταλία, Πορτογαλία, Ισπανία, Γερμανία, Ελλάδα). Δεν περιλαμβάνω τη Ρωσία, διότι εκεί ένα ολοκληρωτικό καθεστώς αντικατέστησε άλλο ολοκληρωτικό). Όποιος λοιπόν αποφασίσει να αγωνιστεί για δημοκρατική αλλαγή, οφείλει να είναι έτοιμος να αντισταθεί σε ολοκληρωτισμούς.

Κάθε, άβιο, έμβιο ον ή ιδέα γεννιέται, ωριμάζει, πεθαίνει. Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, επικράτησαν στη δυτική Ευρώπη κεντροδεξιά και κεντροαριστερά σχήματα με ασήμαντες διαφορές μεταξύ τους. Αυτό το σύστημα επέφερε σημαντικές προόδους, μεταξύ των οποίων δημιουργικές ελευθερίες. Άνθησαν προσωπικότητες όπως οι ΝτεΓκωλ, Αντενάουερ, Σουμάν κλπ. Έκανε τον κύκλο του και πεθαίνει. Η ανισότητα γιγαντώνεται με όλα τα ολέθρια παρεπόμενά της.

Προσπαθώ να διαδώσω όσο γίνεται την ιδέα της δημοκρατίας. Όταν όλα είναι έτοιμα, αρκεί ένα τυχαίο έναυσμα για να πυροδοτήσει την ανατροπή. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι. Σκέπτομαι την αποχή και υπογράφω αιτήματα εκδημοκρατισμού. Αυτά αποτελούν πρώτο βήμα προς τη δημοκρατία. Η άρνηση επικοινωνίας με το κράτος (π.χ. δεν το πληρώνω, είναι τελικό βήμα πριν από τη βία.  

Πλούσηη κε φτοχή

Δημ. Α. Σηδερής, ομ. καθ. Καρδιολογήας. Dimitrissideris.wordpress.com

  • Κηνή Γνόμη 17.11.2015
  •  

  • http://www.koinignomi.gr/sites/default/files/styles/more_images_thumb/public/paper_version/2015/11/568ef83150bd1e8183571826e98263e5.jpg?itok=SCY3-mOn
  • http://www.koinignomi.gr/sites/default/files/styles/more_images_thumb/public/paper_version/2015/11/7dddaee350bd1e8183571826e98263e5.jpg?itok=bm2hyde2

Να πούμε για το Ναστραντήν Χότζα σήμερα. Τον κάνανε δηκαστή. Μόλης άκουσε τον κατήγορο, κσέσπασε: «Δήκιο έχης!». Άκουσε έπητα τον κατηγορούμενο: «Κε ση δήκιο έχης!» «Μα, Χότζα, δεν γήνετε να έχουν κι οι δήο δήκιο!», παρατήρησε κάπιος. Σκέφτηκε μια στηγμή: «Κε ση δήκιο έχης!»

Ακούο σοφούς να κραβγάζουν: «Αν βάζουμε φόρους στους πλούσηους κε πληρόνουν για «πρόνηες» κε «ασφάληες» κε «σήστημα ηγήας» κε «ησφορές αληλεγκήης», κε τόσα άλα, πιος θαρθή να επενδήση; Κι αν δεν επενδήσουν η πλούσηη, πός θα βρεθούν δουλιές για να μην πηνάσουν οι φτοχή;» Δήκιο έχουν! Ακούο όμος άλους σοφούς να ουρλιάζουν: «Από τη δουλιά τον εργαζομένον ζουν η πλούση. Αν δεν δουλέπσουν η φτοχή, πιος φτοχός ή πλούσηος θα επηβηόση;» Κι αυτή δήκιο έχουν! Τεληκά πιος έχη δήκιο;

Η ελεφθερήα ήνε το αντήστροφο της εκσάρτησης. Κάθε εκσάρτηση όμος ήνε κε στήρηγμα. Αν ο κήρηος δεν δόση φαή στο δούλο, αφτός θα πεθάνη. Κι αν ο δούλος δεν δουλέπση, ο κήρηος θα πεθάνη. Αμηβέα εκσάρτηση. Άρα ησότητα; Ήνε κάπιος από τους δήο πιο ελέφθερος από τον άλον; Τα κσαναλέγαμε. Η ελεφθερήα ήνε ηδιότητα του νοητού Εγό, ενό η ησότητα του κηνονηκού. Από τους δήο αληλεκσαρτόμενους, ελέφθερος ήνε εκήνος που αποφασήζη για το ζέβγος τους. Ο κήρηος αποφασήζη, αφτός άρα ήνε ο ελέφθερος κι ο άλος ο δούλος. Φησηκά ελεφθερήα δεν ηπάρχη όταν ηπάρχουν δούλη. Ούτε προφανός ησότητα.

Η ανησότητα ήνε κηνητήρηα δήναμη. Για κάθε τη καλό κε κακό. Όταν η στάθμη του νερού ήνε ήδια σε δυο λήμνες που επηκηνονούν, τα νερά ήνε στάσημα. Βούρκος, έλος, πηγή ελονοσήας. Αν, κάπος (επηδή π.χ. η μια υποδέχετε τα νερά ενός ποταμού), δηατηρήτε διαφορά ανάμεσά τους, ηπάρχη ροή από τη μια στην άλη κι αφτή γονημοπηή το έδαφος, για να γενήση η μάνα γη ή προκαλή πλημήρες που καταστρέφουν ό,τη έχει φητρόση. Μια κηνονήα με πλήρη ησότητα λημνάζη· με ανησότητα δημηουργή ή αφτοκαταστρέφετε.

Η κηνονηκή ανησότητα αποτελή το κήνητρο για δραστηρηότητα. Για ανάπτηκση κε για δηνά. Η Ντίκινσον κε Πίκετ στην Αμερηκή μελέτησαν κε βρήκαν ότι: Όσο μεγαλήτερη ήταν η ηκονομηκή ανησότητα τόσο χηρότερα ήταν: το προσδόκημο επηβήοσης, η αγραματοσήνη, η πεδηκή θνησημότητα, η ανθροποκτονήες, ο αρηθμός τον ατόμον στη φηλακή, η γενήσης από ανήληκα κορήτσια, η εμπηστοσήνη μετακσή τον ατόμον, η παχησαρκήα, τα πσηχικά νοσήματα (σημπεριλαμβάνοντας εθησμούς σε ναρκοτηκά κε ηνόπνεβμα) κε η κηνονηκή κηνητηκότητα. Μάληστα, από όλα αφτά σχημάτησαν οι σηνγραφής ένα δήκτη ηγήας κε κηνονικόν προβλημάτον που γηνόταν εφθέος χηρότερος όσο μεγάλονε η ηκονομηκή ανησότητα. Η ανάπτηκση σηνδέετε με άφκσηση της ανησότητας, που ήνε κήρηο έτηό της, όσπου να σησορεφθούν τα «δηνά». Τότε, αν δεν ηπάρκση παρέμβαση, επέρχετε βήεη αλαγή. Η θεσμηκή παρέμβαση μπορή να αποτρέπση τη βήα, μηόνοντας την ανησότητα. Κανονηκά γήνετε με δημοκρατηκές δηαδηκασήες. Η περηοδηκότητα στην αλαγή βουλής ήνε η κατάληλη τεχνηκή, εφόσον η βουλή εκφράζη γνήσηα τη βούληση του λαού. Θημήζο παρεμπηπτόντος, ότι στις περησότερες σήνχρονες «δημοκρατήες», δεν κηβερνά το 50%+1 της βούλησης του λαού, αλά πολή μηκρότερο ποσοστό (στην περήπτοσή μας περήπου 20%). Μόνον η αρχέα Αθηναηκή δημοκρατήα πλησήαζε το στόχο κε πέτηχε το θάβμα του αρχέου πολητησμού. Μηονεκτήματά ήταν ότη η κηνονήα δεν περηλάμβανε γηνέκες, μέτηκους κε δούλους. Η γνήσια βούληση του λαού επηλέγη ηδήμονες (κηβέρνηση) που θα προτήνουν αποτελεσματηκές κε εφηκτές λήσης, ενό η βουλή, τηχέο δήγμα του λαού, θα ζηγήση οφέλη κε κόστος κε θα επηλέκση. Όπος ο άροστος δεν κάνη ό,τη νομήζη, αλά επηλέγη το γιατρό του κε ζηγήζη οφέλη κε βλάβες από της λήσης που αφτός του προτήνη.

Στη σήνχρονη ηστορήα κάπιες χόρες έγηναν «ελέφθερες» κε άλες «δούλες». Ο δηησμός πήρε μορφή απηκηοκρατήας. Στο δέφτερο παγκόσηο πόλεμο κε μετά, έγηνε το παράδοκσο. Η μεγάλη αντηπαλότητα ήταν μετακσή ΕΣΣΔ κε Αμερηκής. Όμος κε η δήο χόρες αντητήθενταν στην απηκηοκρατία. Τελεφτέος σπασμός ήταν η κρήση του Σουέζ. Αγκλογάλη θέλησαν να επέμβουν εναντήον του Νάσερ. Κε τότε Ρόση κε Αμερηκανή σταμάτησαν την επαναφορά της απηκηοκρατήας. Ο μεγάλος Ροσοαμερηκανηκός ανταγονησμός σηνεχήσθηκε κε, για να μην επεκταθή ο κομουνησμός, η Αμερικανή εγκατέστησαν δηκτατορήες όπου ήχαν αποσηρθή η απηκηοκράτες. Η δηκτάτορες το παράκαναν κι άρχησαν να μην ηπακούν στης εντολές τον αφεντηκόν τους. Ο λαός από κάτο τους στέναζε κι επαναστάτησε. Η Αμερηκανή ήταν με το μέρος του λαού, που έρηκσε (ρήχνη) τους δικτάτορες. Κι ο «λαός» αποδήχθηκαν ακρέη ησλαμηστές. Μόλης προ ημερόν ο Μπλερ παραδέχθηκε πος η επέμβαση τον Αγκλοαμερηκανόν στο Ιράκ σηνέβαλε στην ανάπτηκση της τρομοκρατηκής ISIS.

Πήσο από όλα αφτά τα παράδοκσα, κρήβετε η ανησότητα, η δηάκρηση σε πλούσηους κε φτοχούς. Κε να η ηποκρησήα. Η μήοση της ανησότητας θεορήτε εμπόδηο στην ελεφθερήα. Πραγματηκά, με μια τέτια πολητηκή ησότητας, η πλούσηη δεν ήνε ελέφθερη να γήνουν πιο πλούσηη φτοχένοντας περησότερο τους φτοχούς κε αφερόντας τους έτση τη δηνατότητα να σημετέχουν σαν ήση στη λήπση αποφάσεον για όλους. Δεν ήνε ελέφθερη να αφερούν ελεφθερήα από τους άλους.

Στον καπηταλησμό ηπάρχη η ελεφθερήα να γήνη κάπιος «κήρηος» κάνοντας τους άλους ληγότερο ή περισότερο «δούλους». Φησηκά έτση αυτοκαταργήτε η ελεφθερήα. Στον κομουνησμό έρετε η «ελεφθερήα» για τέτια «άδηκη» εκσέληκση. Όλη γήνοντε ήση, αλά κάπιη «ήνε πιο ήση από τους άλους» κε η ησότητα αυτοκαταργήτε. Ηπάρχη λήση;

Από τον κερό του Αβραάμ, όταν η κηνονήα μετέπηπτε από την τροφοσηλογή στην τροφοπαραγογή κε άρχησε να ηπάρχη ηκονομήα, καθηερόθηκε η κηνονηκοηκονομηκή ταλάντοση. Περήοδη με νηστήα εναλάσονταν με περηόδους πασχαλιάς. Στη νηστήα δεν σφάζονταν ζοντανά, για να πολαπλασηασθή το κοπάδη. Στην πασχαλιά θησιάζονταν, κηρήος αρσενηκά, για να τραφή η κηνονήα, χορής να μηοθή η παραγογηκότητα του κοπαδιού κε για να μην εκσαντληθή το ληβάδη που έτρεφε το κοπάδη. Κε να πός θα μπορούσε να εφαρμοσθή σήμερα η ταλάντοση. Στην αρχή μιας κηβερνητηκής περηόδου (ανερέθηιστη περηοδος χάρητος) οφήλη να εφαρμοσθή μια καπηταληστηκή πολητηκή, νηστήα, λητότητα, με ενήσχηση του κεφαλέου κε ανάπτηκση. Θα πρέπη να ακολουθήση μια σοσηαληστηκή πολητηκή με ενήσχηση της εργασήας. Κε ο κήκλος θα τελιόση με κομουνηστηκή πολητηκή: Θησήα κε ήφεση με μήρασμα της παραγογής σε όσους σημβάλουν στην αναπαραγογή κε άμηνα της κηνονήας, ανεκσάρτητα δηλαδή από το κεφάλεο που δηέθεσαν ή την εργασήα που έκαναν. Η ταλάντοση θα κσαναρχήση. Όχι δεκσηά ή αρηστερή κηβέρνηση, αλά όλες η πολητηκές σε διαφορετηκή φάση της ήδιας κηβέρνησης.

ΜΟΥΣΕΙΑ

Δημήτρης Αντ. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Ηπειρωτικός Αγών, 19 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Δημήτρης Αντ. Σιδερής γράφει για τον ρόλο των μουσείων στη διατήρηση της μνήμης και εξετάζει τη σχέση των εκθεμάτων με την τέχνη, την παράδοση και το περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν.

Τα ζώα ανταποκρίνονται στα παρόντα ερεθίσματα που διεγείρουν τις αισθήσεις τους. Μπορεί να εκτείνονται στο παρελθόν, όσο διαρκεί η μνήμη τους, ιδιαίτερα στα θερμόαιμα σπονδυλωτά που αυτά κυρίως μπορούν να σχηματίζουν εξαρτημένα αντανακλαστικά. Οι άνθρωποι, επιπλέον ανταποκρινόμαστε και στο μέλλον, στο σκοπό που μόνοι μας έχομε διαμορφώσει, καθώς μπορούμε να σχηματίζουμε (δευτεροβάθμια) εξαρτημένα αντανακλαστικά στη βάση όχι μόνο των φυσικών με τα οποία γεννηθήκαμε, αλλά και επίκτητων, προσχηματισμένων πρωτοβάθμιων εξαρτημένων. Οι σκοποί μας εξυπηρετούνται από εμπειρίες παρούσες και παρελθούσες. Αυτό απαιτεί ενίσχυση, όσο γίνεται της μνήμης μας. Το πετυχαίνομε πρώτιστα με το λόγο, χάρη στον οποίον μεταβιβάζονται εμπειρίες και από τον ένα στον άλλο και από προγόνους σε απογόνους. Κι αυτός ενισχύεται από τη γραφή, ιδιαίτερα τη φωνητική γραφή. Είτε το καταλαβαίνομε είτε όχι, η συμπεριφορά μας επηρεάζεται από το παρελθόν, από την προ-προ-ϊστορική παράδοση, χάρη στην αρχαιολογία, την προϊστορική, προφορική, παράδοση  και την ιστορική, γραπτή παράδοση, όλες με την αρχαιολογική τεκμηρίωση. Η παράδοση μπορεί να είναι λογική, αλλά και συναισθηματική, με έργα τέχνης, και βουλητική, ως ηθική παράδοση.

Η μνήμη όμως δεν διατηρείται μόνο με το λόγο, αλλά και με κάθε άλλο μέσο. Γι΄ αυτό το σκοπό υπάρχουν τα μουσεία, τα μαυσωλεία, οι πινακοθήκες κλπ. Μουσείο είναι ένα μόνιμο ίδρυμα, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, στην υπηρεσία της κοινωνίας και της ανάπτυξής της, ανοικτό στο κοινό, που έχει ως έργο του τη συλλογή, τη μελέτη, τη διατήρηση, τη γνωστοποίηση και την έκθεση τεκμηρίων του ανθρώπινου πολιτισμού και περιβάλλοντος. Μπορεί να αφορά σε στοιχεία τεχνικού πολιτισμού. Αφορμή γι΄ αυτό το κείμενο μου έδωσε η δημιουργία ενός ναυτικού μουσείου στη Σύρο, ιδιαίτερα η ομιλία του Μητροπολίτη κ. Δωροθέου Β΄ που αφορούσε την έννοια του μουσείου. Εξάλλου μπορεί να αφορά σε έργα τέχνης, πίνακες, αγάλματα, διακοσμητικά έργα κλπ, οπότε ονομάζεται συνήθως πινακοθήκη (γκαλερί). Μπορεί επίσης να αφορά σε νεκρούς που αξίζει να θυμόμαστε, οπότε συνοδεύεται συχνά και από την έκθεση κτερισμάτων (προσωπικών αντικειμένων του νεκρού ή με μεγάλη αξία που τοποθετούνταν στο μνήμα του) και ονομάζεται τότε μαυσωλείο.

Ένας λαός είναι πρώτιστα οι άνθρωποι που τον αποτελούν. Είναι όμως και η παράδοσή του, υποβοηθούμενη από τεκμήρια σαν τα παραπάνω. Η σημασία αυτής της παράδοσης φαίνεται από τη μανία με την οποίαν κατακτητές με γενοκτονικές επιδιώξεις τα καταστρέφουν. Ναοί, νεκροταφεία και πολλά έργα τέχνης καταστρέφονται ή αλλάζουν λειτουργία.

Η τέχνη, γενικά, θεωρείται συχνά ότι είναι ανεξάρτητη από την επιστήμη και την ηθική. Όμως, όχι πλήρως. Η τέχνη συνοδεύεται από δράση. Δεν είναι μόνο οι ενέργειες του καλλιτέχνη που τη δημιούργησε, αλλά και εκείνες προς τις οποίες προτρέπεται ο δέκτης της, ο φιλότεχνος. Ένα εμβατήριο με παρακινεί να βαδίζω ζωηρά και ρυθμικά κι αν είναι πένθιμο, αργά και ρυθμικά· μια ιερή εικόνα, να προσκυνήσω και να προσευχηθώ. Οι όπερες του Βέρντι (Giuseppe Verdi) και τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη μου δημιουργούν την τάση να αντισταθώ ή και να επαναστατήσω.

Ένα έργο τέχνης έχει την αξία του καθαυτήν. Δεν υπάρχει αντικειμενικός τρόπος να εκτιμηθεί αυτή. Μπορούμε όμως να τη “μετρήσουμε” ως τον αριθμό των ατόμων που συγκινούνται από αυτήν, και μάλιστα διαχρονικά και διαχωρικά. Ένα έργο που αρέσει σε πολύ κόσμο για αιώνες και πέρα από τα όρια της κοινωνίας, όπου δημιουργήθηκε ονομάζεται κλασικό. Ένα που αρέσει σε κόσμο για πολύ, αλλά δεν περνά τα σύνορα μιας κοινωνίας είναι παραδοσιακό, όπως η λαϊκή ζωγραφική και μουσική κλπ. Οι ειδικοί, σαν επιστήμονες, της τέχνης μελετούν τα χαρακτηριστικά αυτών των έργων και σχηματίζουν τους “νόμους”, τα κριτήρια που έχουν από κοινού τα κλασικά και τα λαϊκά έργα και με βάση τέτοια κριτήρια κρίνουν π.χ. αν θα αγοράσει ένας δήμος κάποιο έργο ή αν μια πινακοθήκη θα το περιλάβει στα εκθέματά της. Ωστόσο, η γνήσια αξία ενός έργου τέχνης στηρίζεται και σε στοιχεία πέρα από του έργου καθαυτού.

Ένα από αυτά είναι η πρωτοτυπία του. Το έργο αρέσει σε πάρα πολύ κόσμο, μολονότι ξεφεύγει από τα καθιερωμένα κριτήρια. Έτσι προχωρεί η τέχνη, καθώς το νέο στοιχείο περιλαμβάνεται στα καθιερωμένα κριτήρια. Τον 20ό αιώνα δημιουργήθηκαν πολλά έργα τέχνης που ξέφευγαν από τα κατεστημένα του παρελθόντος, όπως στη μουσική (π.χ. Στραβίνσκι Игорь Стравинский. Ρ. Στράους Richard Strauss κλπ) στη ζωγραφική και γλυπτική π.χ. Καντίσκι (Василий Кандинский), Πικάσο (Pablo Picasso) κλπ.

Ένα άλλο είναι το περιβάλλον του. Μια εικόνα μέσα στην εκκλησία με παρακινεί να τη φιλήσω και να ανάψω ένα κερί, μέσα σε ένα μουσείο με κάνει να θαυμάζω το χρώμα, το σχήμα τις γραμμές της, στο εικονοστάσι μου με συγκινεί μεταφέροντάς μου τα συναισθήματα ασφάλειας και σεβασμού που ένιωθα παιδάκι όταν τη θύμιαζε η γιαγιά μου. Τα γλυπτά του Παρθενώνα απομακρύνθηκαν από το αέτωμά του για να σωθούν από τυχόν καταστροφές. Αυτό όμως σήμανε καταστροφή του Παρθενώνα, που αποτελεί μνημείο, σαν ένα σύνολο, και μάλιστα με παγκόσμια ακτινοβολία. Ο Παρθενώνας ήταν το περιβάλλον των γλυπτών του.

Ένα τρίτο είναι, όπως αναφέρθηκε, η υποδοχή του κοινού, το οποίο συγκινείται όχι μόνο από το έργο τέχνης καθαυτό, αλλά και από τους λοιπούς που το δέχονται. Μια αριστουργηματική συμφωνία με κάνει να χειροκροτώ μόλις τελειώσει. Τα έργα τέχνης συνδέονται με δράση. Όμως δεν κάνω το ίδιο όταν δεν υπάρχει κοινό, όπως όταν την ακούω στην τηλεόραση.

Το μουσείο αφαιρεί το δεύτερο στοιχείο που αναφέρθηκε, μες τη συγκίνηση που του αναλογεί. Τα έργα που φυλάσσονται στα μουσεία δεν έχουν λειτουργικότητα, δεν οδηγούν στη δράση που ήταν σχεδιασμένα να προκαλούν. Στο μουσείο που εγκαινιάσθηκε είδα π.χ. ναυτικά φυλλάδια παλιών Συριανών ναυτικών. Άχρηστα πια για τους χρήστες τους, χρησιμεύουν όμως για τη διατήρηση της μνήμης τους. Τι στοιχεία έγραφε αυτό το φυλλάδιο; Τι απαιτούνταν τότε για να είναι κάποιος ναυτικός; Αντισταθμίζοντας, η αφαίρεση της λειτουργικότητας ελαχιστοποιεί την αναπόφευκτη φθορά. Η χρήση επιταχύνει τη φθορά. Ακόμη και το φως για να φωτογραφηθεί ένα αρχαίο εύρημα μπορεί να το φθείρει. Η γη θα ήταν άριστο μουσείο, αν ήταν ανοικτή στο κοινό. Αλλά δεν είναι.

Η συντήρηση ενός μουσείου απαιτεί σημαντικές δαπάνες. Ένας πίνακας του Βαν Γκογκ (Vincent Van Gogh) που όσο ζούσε είχε μηδενική τιμή, τώρα αξίζει μια περιουσία. Θα γινόμουν πλούσιος αν τον έκλεβα. Το μουσείο πρέπει λοιπόν να φυλάσσεται καλά. Τη φύλαξή του πληρώνομε με το εισιτήριό μας.

ΕΝΟΤΗΤΑ

Δημήτρης Αντ. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com
Πρωινός Λόγος, Τρίκαλα, 17 Σεπτεμβρίου 2026

Πολύ συχνά αναφερόμαστε στους διχασμούς του έθνους μας, που πάντοτε είχαν ολέθρια αποτελέσματα. Αντί να τους αποφεύγουμε, τους διαιωνίζομε σχεδόν υπερηφανευόμενοι σα να είναι κάτι μοναδικά δικό μας, στο κληρονομικό DNA μας κι επομένως εμείς δεν φταίμε. Φυσικά δεν είναι έτσι. Δεν ξέρω πολλά κράτη να έχουν προκύψει χωρίς εμφύλιο διχασμό. «Μα, η Αγγλία;», πήγα να αντικρούσω το επιχείρημα. «Και ο Κρόμγουελ (Oliver Cromwell), τι ήταν;», με αποστόμωσαν.

Όταν λέμε ενότητα δεν εννοούμε Ένα. Εννοούμε πολλά που συμπεριφέρονται σα να ήταν ένα. Τίποτε δεν υπάρχει αν δεν διαφέρει από ό,τι αυτό δεν είναι. Ό,τι υπάρχει κάποτε δημιουργήθηκε, ωρίμασε και τελικά έπαψε να υπάρχει. Στο μεταξύ, αμύνεται κατά της εξόντωσής του. Φανταστείτε μια σταγόνα νερό. Αποτελείται από πολλά μόρια νερού που καθένα τους είναι ένα δίπολο, από τη μια με θετικό ηλεκτρισμό κι από την άλλη με αρνητικό. Οι ετερώνυμοι πόλοι έλκονται μεταξύ τους συμβάλλοντας στην ενότητα της σταγόνας, αλλά οι ομώνυμοι απωθούνται ευνοώντας τη διάλυσή της. Έτσι, όλα τα μόρια δέχονται ίσες κατά μέσον όρο ελκτικές και απωθητικές δυνάμεις από τα υπόλοιπα και μπορούν να κινούνται ολισθαίνοντας ελεύθερα το ένα πλάι στο άλλο. Με μια εξαίρεση. Τα επιφανειακά μόρια δέχονται τέτοιες δυνάμεις μόνον από μέσα. Οι δυνάμεις απέξω είναι τελείως διαφορετικές. Έτσι, τα επιφανειακά μόρια διατηρούν ενωτικές δυνάμεις μεταξύ τους και ελκτικές τελικά προς το κέντρο της σταγόνας, σχηματίζοντας την επιφανειακή τάση που συμπεριφέρεται σα να ήταν μια μεμβράνη που συγκρατεί την ενότητα της σταγόνας. Όλα τα όντα έμβια και άβια έχουν τέτοιο προστατευτικό σύνορο: το ψωμί την κόρα, το γάλα την τσίπα, το κύτταρο την κυτταρική μεμβράνη, τα φυτά το φλοιό, τα ζώα δέρμα ή όστρακο, τα κράτη σύνορα. Η σταγόνα πεθαίνει με δύο τρόπους. Σε ένα περιβάλλον θερμό και ξηρό τα μόρια του νερού απομακρύνονται το ένα από το άλλο, η σταγόνα εξατμίζεται, ενισχύονται έτσι οι αποσχιστικές δυνάμεις και η ύπαρξή της τελειώνει. Ο άλλος τρόπος είναι να βρεθεί σε ένα περιβάλλον απόλυτα ίδιο με τον εαυτό της και να χαθεί, σταγόνα στον ωκεανό. Χάθηκε το περίβλημά της.

Κάθε ύπαρξη έχει κάποιου βαθμού αυτάρκεια. Το έμβρυο σχεδόν μηδενική. Όλες οι ανάγκες του εξυπηρετούνται χωρίς να το καταλαβαίνει από τη μητέρα που το φιλοξενεί. Μόλις γεννηθεί νιώθει τις ελλείψεις σαν ανάγκες και κλαίει. Τις εξυπηρετεί πάλι η μητέρα (θηλασμός) και τότε χαμογελά. Στα ζώντα όντα η αυτάρκεια διατηρείται με ένα είδος εμπορίου. Τα κύτταρα εισάγουν από το περιβάλλον ποικίλα υλικά διαμέσου της μεμβράνης τους, τα επεξεργάζονται για να χρησιμοποιηθούν από αυτά και αποβάλλουν άλλα, άχρηστα. Έτσι το νέο ον μεγαλώνει. Καθώς μεγαλώνει το σώμα, και οι ανάγκες του αυξάνονται στην κυβική δύναμη, αλλά η επιφάνειά του λιγότερο, μόνο στο τετράγωνο, έρχεται η μοιραία στιγμή που αυτή η μεμβράνη δεν επαρκεί για τις ανάγκες του κυττάρου. Κι αυτό τότε διχάζεται, το ένα γίνονται δύο. Αυτή είναι η οικονομία του κυττάρου, που σημαίνει ανταλλαγή διαμέσου των συνόρων του και επεξεργασία, μεταβολισμός, εντός του. Στο μεταξύ το κύτταρο κινδυνεύει να γίνει η τροφή κάποιου άλλου που θα το εισαγάγει μέσα του, θα το αποδομήσει και από τα στοιχεία που θα προκύψουν θα ανασυστήσει τα δικά του είτε για να αντικαταστήσει όσα έχουν φθαρεί ή για να μεγαλώσει.

Η αυτάρκεια είναι έννοια σχεδόν σύμφυτη με την ύπαρξη. Το έμβρυο, είπαμε, δεν έχει αυτάρκεια και γι΄ αυτό, για τον εαυτό του, δεν υπάρχει. Θα αρχίσει να υπάρχει με τη γέννησή του, όταν το εσωτερικό του θα εξακολουθεί να έχει μια σταθερότητα, όση είχε και ενδομήτρια, αλλά ο εξωτερικός του κόσμος θα είναι διαρκώς και απρόβλεπτα μεταβαλλόμενος.

Το νέο παιδί μεγαλώνει, οι ανάγκες του αυξάνονται και οι παροχές της μητέρας του αρχίζουν να μην επαρκούν. Το νέο παιδί αρχίζει να αναζητά και από άλλες πηγές τα αναγκαία, ενώ δυναμώνουν οι μύες του και αυξάνονται οι δυνατότητές του για να βρίσκει μόνο του τροφή και να αμύνεται να μη γίνει αυτό η λεία άλλων αρπακτικών. Κι έρχεται η ήβη. Ορμόνες, αρχίζουν να κυκλοφορούν και γενούν νέες ανάγκες, έλξεις ερωτικές που οι γονείς δεν μπορούν να τις προσφέρουν.

Τώρα ο νέος άνθρωπος, πρέπει να ζήσει. Χρειάζεται επιτακτικά αυτάρκεια. Κι αυτή θα στηριχτεί βασικά σε δύο ειδών δραστηριότητες, άμυνα, να μη γίνει το θύμα κάποιου άλλου, και οικονομία, να βρίσκει ό,τι χρειάζεται ανταλλάσσοντάς το με ό,τι του περισσεύει. Επιπλέον, ωριμάζει, γίνεται ικανό να δημιουργεί απογόνους και έργα. Αν μείνει στην εφηβική αυτάρκεια, οδεύει στην αυτοϊκανοποίηση που δεν είναι δημιουργική.

Πάμε τώρα και στις κρατικές υπάρξεις. Το κράτος μας περικλείεται στα σύνορά του. Ποια είναι; Τα αμφισβητούν άλλοι και εμείς δεν τα ξέρομε. Ποτέ δεν δημοσιεύσαμε σα νόμο το χάρτη της πατρίδας μας. Και οι γείτονές μας ψηφίζουν νόμους που τα αμφισβητούν. Έχομε ενισχύσει την άμυνά μας, αλλά δεν ξέρομε τι να υπερασπιστούμε. Η άμυνά μας στηρίζεται στο ότι έχομε αγοράσει όπλα τελευταίας τεχνολογίας. Καλά κάναμε. Μόνο που αυτά σε λίγα χρόνια θα είναι παλιάς τεχνολογίας και θα είναι άχρηστα. Άλλοι θα έχουν τότε τη σαφή υπεροπλία. Σημαντικό μέρος του οπλισμού μας θα έπρεπε να το παράγουμε, δημιουργούμε, μόνοι μας, όπως οι γείτονές μας. Κι ένα μέρος του παραγόμενου οπλισμού να είναι καινοτόμο, να μην το έχει άλλος κανένας, και να το ανταλλάσσουμε με ό,τι εμείς χρειαζόμαστε και δεν παράγομε. Όχι, δεν είμαι καθόλου ικανοποιημένος με την άμυνά μας.

Μήπως με την οικονομία μας; Είμαστε οι τελευταίοι στην Ευρώπη (μαζί με τους Βουλγάρους) σε αγοραστική δύναμη των πολιτών μας. Κάνουμε οικονομίες για να αγοράζουμε όπλα. Που τα χρειαζόμαστε. Πριν από μερικές δεκαετίες είχαμε πρωτογενή και δευτερογενή παραγωγή. Παράγαμε αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα σε επαρκείς ποσότητες. Είχαμε στοιχειώδη οικονομική αυτάρκεια. Τώρα στη σουπερμάρκετ βλέπω πατάτες, λεμόνια, γαρίδες και ένα σωρό άλλα να εισάγονται απέξω. Και ό,τι εμείς παράγομε είναι εμφανίσιμο αλλά άοσμο και άγευστο. Στο νησί μου αγοράζω ψάρια και θαλασσινά εισαγόμενα. Στις θάλασσες γύρω μας ψαρεύουν ξένα αλιευτικά. Όχι, δεν έχομε πια στοιχειώδη οικονομική επάρκεια. Ως προς τη δευτερογενή παραγωγή μας, τα προϊόντα που επεξεργαζόμαστε, αυτή έχει ουσιαστικά μηδενιστεί. Τα εισαγόμενα είναι τόσο φθηνότερα, που καμιά βιομηχανία μας δεν μπορεί να αντέξει στον ανταγωνισμό.

Κι όμως έχομε πόρους ανεκμετάλλευτους, ανέμους, ήλιο, κύματα, ιδίως στα εγκαταλειμμένα νησιά μας μέσα στα σύνορά μας.

ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ A΄

Δημήτρης Αντ. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Κοινή Γνώμη, 16 Σεπτεμβρίου 2026

Θεωρείται γενικά πως η δημοκρατία είναι το καλύτερο πολίτευμα. Όλα τα άλλα είναι ολοκληρωτισμοί. Βέβαια αυτό που ονομάζομε συνήθως «δημοκρατία» ΔΕΝ είναι δημοκρατία, είναι ολιγαρχία, ρεπούμπλικα. Εμείς, πονηρά, το καθεστώς μας το βαφτίσαμε εδώ «Προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία», ενώ διεθνώς «Hellenic Republic». Ο Άρχοντας των Ορισμών, ο Αριστοτέλης έδωσε σαφέστατα τον ορισμό της δημοκρατίας: «Λέγω  δ΄  οἷον  δοκεῖ  δημοκρατικὸν  μὲν  εἶναι  τὸ  κληρωτὰς  εἶναι  τὰς  ἀρχὰς, τὸ  δ΄  αἱρετὰς  ὀλιγαρχικὸν». Ειδοποιό διαφορά μεταξύ δημοκρατίας και ολιγαρχίας επέλεξε τον τρόπο επιλογής των αρχόντων, με κλήρωση στη δημοκρατία, με εκλογή στην ολιγαρχία. Τονίζει μάλιστα αλλού πως το τελευταίο είναι επικίνδυνο «Ἒχει δὲ καὶ περὶ τὴν αἳρεσιν τῶν ἀρχόντων τὸ ἐξ αἱρετῶν αἱρετούς ἐπικίνδυνον».

Η δημοκρατία έχει τα μειονεκτήματά της. Δεν ήταν δυνατό για θέσεις που απαιτούν ιδιαίτερες γνώσεις και πείρα να κληρώνονται οι άρχοντες. Γι΄ αυτό στην αρχαιότητα οι «στρατηγοί» εκλέγονταν. Μαζί με αυτούς και κάποιοι άλλοι, συνολικά ένα ασήμαντο ποσοστό των αρχόντων. Άλλο μειονέκτημα ήταν ότι «πολίτες», δεν ήταν όλοι οι κάτοικοι. Εξαιρούνταν δηλαδή οι γυναίκες, τα παιδιά, οι μέτοικοι, οι δούλοι. Από τους περίπου 300 000 κατοίκους της Αττικής, πολίτες ήταν μόνο, περίπου, 30 000. Άλλο μειονέκτημα ήταν ότι οι Αθηναίοι ήταν ηγεμόνες μεταξύ των συμμάχων τους, αντί να έχουν δημιουργήσει μια ευρεία ομοσπονδία με δημοκρατικά χαρακτηριστικά (κλήρωση βουλευτών και δικαστών, εκλογή της κυβέρνησης). Αυτό σήμαινε, μεταξύ των άλλων, πως ένα μέρος των αμυντικών δυνάμεών τους σπαταλιόταν για να τους προστατεύει από τυχόν επαναστάσεις των δούλων (όπως στο Λαύριο) και των συμμάχων. Στους συμμάχους πρόσφεραν προστασία από, π.χ. πειρατές (τρομοκράτες θα λέγαμε σήμερα), έναντι αμοιβής με την οποίαν κατασκεύαζαν στόλο που ηγεμόνευε πάνω σ΄ αυτούς, ένα είδος μαφιόζικης προστασίας δηλαδή. Σήμερα, οι γυναίκες έχουν ίση ψήφο με τους άντρες. Η δουλεία έχει καταργηθεί. Το ζήτημα των μετοίκων, περιλαμβάνοντας μετανάστες και μειονοτικούς, δεν έχει λυθεί. Το τίμημα για την πρόοδο είναι συρρίκνωση στην έκφραση της βούλησης του λαού από διαρκή για κάθε απόφαση της πολιτείας σε μια στιγμή κάθε 4 περίπου χρόνια, όταν εκλέγουν οι πολίτες μεταξύ προεπιλεγμένων από τα κόμματα (που υπάρχουν και εξαρτώνται από οικονομικούς κυρίως παράγοντες).  Παρ΄ όλα τα παραπάνω, το όραμα της δημοκρατίας παραμένει ως το ύψιστο πολιτικό αγαθό. Μένει όμως το πρόβλημα πώς εγκαθίσταται μια δημοκρατία ή πώς αντικαθιστά μια προϋπάρχουσα ολιγαρχία.

Αρχικά πρέπει να παγιωθεί η πίστη μας στη δημοκρατία. Θα το αντιμετωπίσω σε δύο τουλάχιστον άρθρα. «Μα μπορούν να μας κυβερνούν τυχαίοι, αδαείς;» Αλλά οι βουλευτές και δικαστές δεν κυβερνούν, η κυβέρνηση κυβερνά. Οι βουλευτές νομοθετούν αν θέλουν ή όχι να γίνει νόμος ένα σχέδιο που εισηγείται η κυβέρνηση των έμπειρων επαϊόντων. Και οι (ποινικοί) δικαστές, χωρίς να χρειάζονται γνώση νόμων, αποφασίζουν  αν ένας κατηγορούμενος είναι ένοχος ή όχι μιας παράνομης πράξης. Υπενθυμίζω (Αριστοτέλης): «Ἓκαστος μὲν χείρων κριτὴς τῶν εἰδότων, ἃπαντες δὲ συνελθόντες ἢ βελτίους ἢ οὐ χείρους» Καθένας είναι χειρότερος από τους επαΐοντες, όλοι μαζί όμως εφόσον διαβουλεύονται είναι ή καλύτεροι ή όχι χειρότεροι. «Μα ο λαός είναι όχλος», λένε κάποιοι. Όχι βέβαια. Ο ίδιος λαός ανοργάνωτος, οσοδήποτε εκλεκτός κι αν είναι καθένας που τον αποτελεί, είναι πραγματικά όχλος. Μιμείται άκριτα το διπλανό του ή κάποιον επιδέξιο δημαγωγό. Αν είναι όμως οργανωμένος, γίνεται δήμος. Ο δήμος είναι πολιτικό σώμα που συγκροτείται με ορισμένους κανόνες. Οι κανόνες καθορίζουν αυστηρά ποιος έχει το δικαίωμα να συγκαλέσει το λαό, ποια θέματα είναι να συζητήσει ο λαός και πώς θα πάρει τις αποφάσεις του. Τους κανόνες αυτούς τους έχει θεσπίσει από την αρχή ο ίδιος ο λαός σε μεγάλη γενική συνέλευση  (π.χ. δημοψήφισμα) γι΄ αυτό ακριβώς το θέμα και με τη μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή και αποδοχή.

Σε έκτακτες καταστάσεις (π.χ. πόλεμος, χρεωκοπία κλπ) απαιτείται ταχύτατη, άμεση, δράση. Η δημοκρατία έχει χρονοβόρες διαδικασίες. Σε τέτοιες περιπτώσεις όμως μπορεί η δημοκρατία να εκχωρεί στην εκτελεστική εξουσία δικαιώματα που κανονικά την περιορίζουν, αλλά με τους όρους ότι αφενός αυτή η εξουσία λήγει αυτόματα σε προκαθορισμένο χρόνο ή μόλις εξαλειφθούν τα αίτια, και αφετέρου ποτέ δεν αφορά το σύνολο της εξουσίας, αλλά μόνο συγκεκριμένες περιορισμένες δραστηριότητες.

Εντάξει, ας πούμε πειστήκατε. Κακά τα ψέματα. Το κόστος για τη μετάβαση από την ολιγαρχία στη δημοκρατία είναι ανυπολόγιστο. Το αντέχομε; Οι λίγοι βολεμένοι με το παρόν καθεστώς έχουν κάνει νόμους που τους δίνουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν βία για κάθε προσπάθεια να αλλάξει το καθεστώς. Ανάμεσα στα άλλα, ελέγχουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που ονομάζουν όπως θέλουν την προσπάθεια, π.χ. διαδίδουν ότι οι διαμαρτυρόμενοι είναι τρομοκράτες, συμμορίτες,  ή όπως αλλιώς θέλετε, πέστε τους. Και αντιστρόφως. Εκείνοι που είχαν χαρακτηριστεί τρομοκράτες στη Συρία, έγιναν εξουσία που συζητά νόμιμα με εκείνους που τους είχαν ονομάσει και αντιμετωπίσει ως τρομοκράτες. Φυσικά θα αντιδράσουν οι απλώς βολεμένοι, δηλαδή οι πολλοί που είτε κερδίζουν από την κατάσταση (οι λιγότεροι) είτε έχουν συμβιβαστεί προτιμώντας να βρίζουν παρά να αγωνίζονται για να την αλλάξουν.

Κακά τα ψέματα. Οι βολεμένοι είναι κύριοι της παράνομης, αλλά και της έννομης βίας. Την ώρα της βίας δεν ξεχωρίζουν. Μη βίαιη αντίσταση υπάρχει: Καμιά επικοινωνία με το βιαστή.

«Στο σπίτι του κ. Έγκε, που είχε μάθει να λέει όχι, ήρθε μια μέρα, τον καιρό της παρανομίας, ένας πράκτορας και του παρουσίασε ένα χαρτί που το είχαν εκδώσει αυτοί που κυριαρχούσαν στην πόλη. Ετούτο το χαρτί έλεγε ότι στον πράκτορα αυτόν θ΄ ανήκε κάθε σπίτι όπου θα πατούσε το πόδι του, το ίδιο και κάθε φαγητό που θα ζητούσε. Θάπρεπε ακόμα να τον υπηρετεί και κάθε άνθρωπος που θ΄ αντάμωνε.

Ο πράκτορας κάθισε σε μια καρέκλα, ζήτησε φαγητό, πλύθηκε, πλάγιασε, και προτού κοιμηθεί ρώτησε τον κ. Έγκε με το πρόσωπο στον τοίχο: Θα με υπηρετείς;

Ο κ. Έγκε τον σκέπασε με την κουβέρτα, έδιωξε τις μύγες, κάθισε δίπλα στο προσκεφάλι του, κι όπως εκείνη τη μέρα τον υπάκουσε άλλα εφτά χρόνια. Ό,τι κι αν έκανε όμως για δαύτον ένα πράγμα απόφυγε πάντα να κάνει: δεν τούπε ποτέ μια λέξη. Σαν πέρασαν τα εφτά χρόνια κι ο πράκτορας χόντραινε από το πολύ φαΐ, τον ύπνο και τις διαταγές – πέθανε. Ο κ. Έγκε τον τύλιξε τότε στην ξεφτισμένη κουβέρτα, τον έσυρε έξω από το σπίτι, έπλυνε το στρώμα, άσπρισε τους τοίχους, ανάσανε βαθιά κι αποκρίθηκε: Όχι.» (Μπρεχτ, Bertold Brecht).