ΕΙΜΑΙ, ΓΊΝΟΜΑΙ, ΥΠΑΡΧΩ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Ηπειρωτικός Αγών, 11 Ιουνίου 2021

Ο αισθητός κόσμος είναι κβαντωμένος. Ο Δημόκριτος παρατήρησε ότι δεν μπορεί να διαιρείται εσαεί, αλλά υπάρχουν κάποια ελάχιστα κομματάκια του που δεν μπορούν να τμηθούν παραπέρα, τα άτομα. Σήμερα, δεχόμαστε ότι η ελάχιστη ποσότητα αισθητού κόσμου, είναι μια ελάχιστη δυνατή ποσότητα ενέργειας, το κβάντο (quantum=μικρή ποσότητα, “ποσοτάκι”). Ο νοητός κόσμος όμως μπορεί να είναι συνεχής. Όπως παριστάνει σαν αντικαθρέφτισμα τον αισθητό κόσμο, έτσι μπορεί να παραστήσει και τον κβαντωμένο κόσμο με την ακριβέστερη δυνατή γλώσσα, τα μαθηματικά. Δέχεται λοιπόν ότι υφίσταται μια ελάχιστη δυνατή ποσότητα, που δεν υπάρχει μεταξύ αυτής και του μηδενός άλλη μικρότερή της που να είναι μεγαλύτερη από το μηδέν. Παριστάνει αυτή την ποσότητα ως 0,…1, ή, με τη φυσική έκφραση που καθιέρωσε ο Newton, ως dx. Σημαντική γραμματική διαφορά μεταξύ μαθηματικών και φυσικής είναι ότι στα μαθηματικά οι αριθμοί είναι ουσιαστικά, ενώ στη φυσική είναι επίθετα. Όταν λέω δύο συν τρία ίσον πέντε, οι λέξεις που εκφράζουν αριθμούς είναι ουσιαστικά. Στη φυσική όμως λέω δύο γραμμάρια και τρία γραμμάρια ίσον πέντε γραμμάρια και οι αριθμοί είναι τώρα επίθετα.

Φανταζόμενοι τον αισθητό κόσμο κβαντωμένο, ονομάζομε το κβάντο χρόνου στιγμή και το κβάντο χώρου σημείο. “Είμαι” σημαίνει ότι υπάρχω σε μια μοναδική στιγμή, “τώρα”, και σε ένα μοναδικό σημείο, “εδώ”. Οι στιγμές του χρόνου είναι άπειρες και διαδέχονται η μια την άλλη ασταμάτητα, χωρίς κενά μεταξύ τους και ανεξάρτητα από τη θέλησή μας. Σε μια μοναδική από αυτές στιγμή, τώρα, υπάρχω εγώ. Το ίδιο ισχύει και για τα σημεία του χώρου. Σ΄ αυτό το κείμενο θα περιορισθώ στο χρόνο, με την προσοχή μου στραμμένη στη γραμματική. Κι αυτό, διότι οι διαφορετικοί χρόνοι εκφράζονται στη γραμματική με διαφορετικές καταλήξεις, ενώ δεν γίνεται διάκριση μεταξύ των διαφορών στο χώρο. Τις ίδιες καταλήξεις χρησιμοποιώ τοποθετημένος εδώ και οπουδήποτε αλλού.

Τα ρήματα που χρησιμοποιούμε για τη νοητή ύπαρξή μας είναι τρία κυρίως: “είμαι”, “γίνομαι” και “υπάρχω”. Έχουν γραμματικά σημαντικές διαφορές μεταξύ τους. Μία είναι ότι στον παρόντα χρόνο, τώρα, στον ενεστώτα, τα ρήματα “είμαι” και “γίνομαι” μπορούν να είναι συνδετικά, δηλαδή να συνδέουν ένα υποκείμενο με ένα κατηγορούμενο. “Είμαι γιατρός” και “γίνομαι γιατρός”. Αντίθετα, στον ενεστώτα, το “υπάρχω” δεν ακολουθείται από κατηγορούμενο. Οι χρόνοι πριν και μετά το τώρα, παρελθόν και μέλλοντας, δεν είναι μία στιγμή, αλλά άπειρες στιγμές. Παρόλα αυτά, στο παρελθόν μια ακολουθία από στιγμές αποτελεί το εξακολουθητικό παρελθόν (ή παρατατικό). Μια στιγμή στο παρελθόν εκφράζεται με το στιγμιαίο παρελθόν (ή αόριστο). Καθώς το παρελθόν είναι μια ακολουθία στιγμών, η μία στιγμή αφορά μόνο μια ποιοτική αλλαγή. Έτσι, ενώ για ένα μακρό διάστημα σπούδαζα, “γινόμουν γιατρός” σε χρόνο παρατατικό, κάποια στιγμή, όταν πήρα το πτυχίο μου, “έγινα γιατρός” σε χρόνο αόριστο. Αντίστοιχα ισχύουν στον εξακολουθητικό και στο στιγμιαίο μέλλοντα. Να σημειωθεί ότι η αρχαία Ελληνική δεν είχε τρόπο να ξεχωρίζει τον εξακολουθητικό από το στιγμιαίο μέλλοντα και αυτή είναι μια μικρή υπεροχή της Νεοελληνικής. Έτσι το αρχαίο “λύσω” σημαίνει και “θα λύνω” (συνεχής μέλλοντας) και “θα λύσω” (στιγμιαίος μέλλοντας). Δεν θα ασχοληθώ σ΄ αυτό το κείμενο άλλο με το μέλλοντα.

Αφού το “είμαι” δηλώνει την ύπαρξη τώρα, δεν υφίσταται η έννοιά του στο παρελθόν. Γι’  αυτό το “είμαι” είναι ελλειπτικό ρήμα. Παρόλα αυτά, για μια παρελθοντική ακολουθία στιγμών, μπορεί να υπήρχα διαδοχικά σε κάθε μια τους. Έτσι, το είμαι έχει παρατατικό: “ήμουν”. Είναι αδύνατο όμως να υπήρξα για μία μόνο στιγμή στο παρελθόν. Το παρελθόν είναι πάντοτε μια ακολουθία στιγμών, εκτός από την περίπτωση της ποιοτικής αλλαγής, οπότε αυτή γίνεται σε μία μόνο στιγμή, στον αόριστο. Το “γίνομαι” όπως είπαμε, αναφέρεται πάντοτε σε μια ακολουθία στιγμών, όπου από τη μια στην άλλη συντελείται μια απειροελάχιστη αλλαγή. Μπορεί να λήγει στην τελευταία τους. Η λήξη του “γίνομαι” μπορεί να σημαίνει τη μετάβασή του στο “είμαι”. Έτσι, όσο σπουδάζω, “γίνομαι γιατρός”. Έπαψα να γίνομαι και “είμαι γιατρός” τη στιγμή που πήρα το πτυχίο μου. Τότε, εκείνη τη στιγμή, “έγινα γιατρός”. Έκτοτε σε καθεμιά από τις στιγμές που ακολούθησαν ως τώρα “είμαι γιατρός”. Έτσι, όταν θέλω να εκφράσω την έννοια της ύπαρξής μου στο στιγμιαίο παρελθόν, δεν υπάρχει βέβαια αόριστος του “είμαι”, αλλά δανείζομαι γι΄ αυτό το σκοπό τον αόριστο του “γίνομαι”. Γι΄ αυτό η Γραμματική Τζαρτζάνου της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης γράφει ότι αόριστος του “ειμί” (=”είμαι”) είναι το “εγενόμην” (= “έγινα” ή “υπήρξα” που είναι οι αόριστοι χρόνοι του “γίγνομαι” ή του “υπάρχω” αντίστοιχα). Κάπως σαν το “είμαι” να υιοθετεί ως αόριστό του τον αόριστο του “γίνομαι”. Η Νεοελληνική Γραμματική Τριανταφυλλίδη δεν αναφέρει τέτοια υιοθεσία και σ΄ αυτό διαφέρει συγκριτικά με την αρχαία σα να αφήνει το “είμαι” άτεκνο στον αόριστό του. Ουσιαστικά, ωστόσο, το “έγινα” χρησιμοποιείται ως αόριστος του “είμαι”, όσο το αρχαίο “εγενόμην” ως αόριστος του “ειμί”.

Το “υπάρχω” εννοεί περίπου το ίδιο, αλλά όχι ακριβώς. Αν και δεν είναι ρήμα συνδετικό στον ενεστώτα, μπορεί να είναι στον αόριστο. Δεν έχει νόημα να πω: “Υπάρχω στρατιώτης”, αλλά λέω ότι “υπήρξα στρατιώτης από τότε ως τότε”. Το “υπήρξα” που μπορεί να χρησιμοποιείται κι αυτό ως αόριστος του “είμαι”, σημαίνει μια ύπαρξη που ήταν παγιωμένη για ένα διάστημα. Το “γίνομαι” από την άλλη σημαίνει μια διαδικασία διαρκούς αλλαγής, ενώ το “υπάρχω”, όπως και το “είμαι” υποδηλώνουν παγιωμένη κατάσταση.

Από τα τρία ρήματα, το “είμαι” δηλώνει τη μοναδικότητα της μίας, παρούσας, στιγμής, γι΄ αυτό είναι εκείνο που αναφέρεται πρώτιστα στο παρόν και χρησιμοποιείται σαν βοηθητικό, συνοδεύοντας άλλα ρήματα για πιο σύνθετους χρόνους, όπως είναι οι συντελεσμένοι. Για παρόμοιο σκοπό χρησιμεύουν και το “έχω” και το “θέλω να” (που συντέμνεται σε “θε-να και θα”). Ενώ το “είμαι” εκφράζει το νοητό Εγώ, το “έχω” εκφράζει το αισθητό Εγώ και το “θέλω” το κοινωνικό Εγώ (Είμαι, έχω, θέλω, dimitrissideris.wordpress.com). “Είμαι ό,τι έχω” (J.P.Sartre). Η πλήρης πρόταση θα ήταν “Εγώ ο αισθητός είμαι ό,τι Εγώ ο νοητός έχω”. Προφανώς, ό,τι έχω αποκτήθηκε πριν από τώρα και αναφέρεται στο παρελθόν. Ό,τι έχω αποκτήσει είναι αισθητό από το περιβάλλον μου και γι΄ αυτό αναφέρεται στο αισθητό Εγώ. Μπορούμε επίσης να πούμε “είμαι ό,τι θέλω”, δηλαδή “Εγώ ο κοινωνικός είμαι ό,τι Εγώ ο νοητός θέλω” στο μέλλον. Τελικά, Εγώ είμαι ο υπάρχων (ων), ο έχων και ο θέλων. Όλα μαζί σημαίνουν είμαι.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s