ΠΛΟΥΤΟΣ ΚΑΙ ΦΤΩΧΕΙΑ

Δημήτρης Αντ. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitirissideris.wordpress.com

Κοινή Γνώμη, 11 Αυγούστου 2022

Τα κίνητρά μας αφορούν το αισθητό (σωματικό) μας εγώ, το κοινωνικό και το νοητό, την αυτοπραγμάτωσή μας. Τα σωματικά εγώ μας είναι μοναδικά, με άπειρη ποικιλία, αλλά όχι άνισα. Γίνονται άνισα ως προς κάποιον άλλο παράγοντα. Η μυική ισχύς π.χ. είναι ιεραρχικά ανώτερη ως προς την επιβίωση, αλλά όχι ως προς άλλους τομείς. Τα νοητά εγώ δεν είναι καν συγκρίσιμα μεταξύ τους, διότι γίνονται αντιληπτά μόνον από τον εαυτό τους. Τα κοινωνικά εγώ όμως μπορούν να είναι περισσότερο ίσα ή άνισα, διότι η κοινωνία αποτελείται από ρόλους που είναι πολύπλοκα και ιεραρχικά δομημένοι. Από τότε που οι άνθρωποι, πριν από μερικές χιλιάδες χρόνια προχώρησαν από την τροφοσυλλογή στην τροφοπαραγωγή, δημιουργήθηκαν κοινωνίες με ισότητες και ανισότητες. Ο πλούτος στηρίζεται βασικά στην παραγωγή, στη ανταλλαγή προϊόντων και στη λεηλασία του πλούτου άλλων. Αυτές οι δυνατότητες πολλαπλασιάστηκαν όταν ανακαλύφθηκε το χρήμα.

Έχει υπολογισθεί το όριο επιβίωσης, δηλαδή η διαθεσιμότητα αγαθών που καλύπτουν βασικές ανάγκες. Κάτω από αυτό το όριο δεν βρίσκει κάποιος φαγητό, νερό, ένδυση, στέγη κλπ και σύντομα πεθαίνει. Σε μια υποθετική χώρα λοιπόν 9 εκατομμύρια πολίτες έχουν εισόδημα στο όριο επιβίωσης και 1 εκατομμύριο έχουν εισόδημα εκατονταπλάσιο. Έτσι ο μέσος όρος είναι υψηλός. Σε άλλη χώρα σχεδόν όλοι έχουν εισόδημα σαφώς πάνω από το όριο επιβίωσης. Ο μέσος όρος του εισοδήματός τους όμως είναι χαμηλότερος από την πρώτη πολιτεία, γιατί δεν υπάρχουν πάμπλουτοι. Ποια χώρα θεωρείται πιο πλούσια, εκείνη με τον υψηλότερο μέσον όρο, όπου τα εννέα δέκατα του πληθυσμού ζουν στο όριο επιβίωσης ή εκείνη με το χαμηλότερο μέσον όρο, όπου όμως όλοι ζουν με εισόδημα σαφώς πάνω από το όριο επιβίωσης;

Ο πλούτος αποτελεί πολύ σημαντικό δημιουργικό κίνητρο, διότι ο πλούσιος έχει περισσότερες δυνατότητες να ικανοποιεί τους σκοπούς που οι ίδιοι θέτομε για τον εαυτό μας. Συγχρόνως όμως ο πλούτος είναι και πρόκληση. Πάνω από τον πλούσιο κρέμεται μια Δαμόκλειος σπάθη. Ο Δαμοκλής ήταν, λέγεται, ένας δούλος που παραπονέθηκε στον τύραννο των Συρακουσών Διονύσιο για την κατάστασή του. Ο Διονύσιος του επέτρεψε να ζήσει μια μέρα όπως ο ίδιος ζούσε. Καθώς καθόταν ο Δαμοκλής στο θρόνο του τυράννου είδε ένα σπαθί που κρεμόταν από πάνω του δεμένο σε μια τρίχα αλόγου. “Έτσι ζει ο άρχοντας”, του εξήγησε ο Διονύσιος. Και ο Δαμοκλής γρήγορα ζήτησε να επιστρέψει στην τάξη του και στον τρόπο της ζωής του. Ένα καθεστώς που επιβάλλει πλήρη ισομοιρία στους πολίτες του τους στερεί το πολύ ισχυρό κίνητρο για δημιουργική εργασία, τεχνογνωσία, εξειδίκευση, καινοτομία. Η καινοτομία είναι η πιο σημαντική, αλλά έχει ρίσκο. Αν πετύχει, εκτοξεύει τον επινοητή της προς τα άνω, αν αποτύχει, τον καταβαραθρώνει. Εξάλλου μια χώρα που επιβάλλει ισομοιρία κάνει τους πλουσίους να εξάγουν τα κεφάλαιά τους σε παραδείσους για πλουσίους, όπως είναι οι παράκτιοι για πλύσιμο μαύρου χρήματος. Από την άλλη, σε μια χώρα όπου η ανισότητα παραμένει ανεξέλεγκτη, οι πλούσιοι δεν ζουν μακάριοι. Η δαμόκλειος σπάθη κρέμεται διαρκώς. Οι πολλοί φτωχοί εξεγείρονται και είτε αφανίζουν τους πλουσίους, παίρνοντας τη θέση τους ή η κοινωνία τους διαλύεται. Στην πολιτεία με τη σχετική ισότητα οι πολίτες είναι πιο ευδαίμονες. Αισθάνονται ότι, χάρη στους νόμους της πολιτείας, δεν απειλούνται να λεηλατηθούν και, επομένως, δεν διστάζουν να ρισκάρουν εύλογα επιζητώντας την καινοτομία. Έχουν εξασφαλισμένο από το κράτος ένα ελάχιστο στήριγμα.

Οι τρόποι για να επιτευχθεί έλεγχος της ανισότητας χωρίς να καταργηθεί τόσο που να μείνει πίσω η πολιτεία σε πρόοδο ποικίλλουν. Ένας είναι η φορολόγηση, και μάλιστα ανάλογη με τον πλούτο κάποιου. Αν είναι υπερβολική, ο πλούσιος θα μεταφέρει τα κεφάλαιά του αλλού πιο κερδοφόρα. Εκεί όμως ζουν οι πλουσιότεροι όλου του κόσμου και οι κίνδυνοι να εξουδετερωθεί από ανταγωνιστές του είναι τεράστιοι, όσο και αν τον προστατεύουν σωματοφύλακες, που κι αυτοί, ως μισθοφόροι, μπορούν εύκολα να εξαγορασθούν και να γίνουν οι δολοφόνοι του. Η φορολόγηση είναι σωστό μέτρο, αλλά δεν μπορεί να είναι υπερβολική. Άλλοι τρόποι είχαν εφαρμοσθεί από τους δημοκρατικούς προγόνους μας. Οι πλούσιοι, για να απολαμβάνουν τα προνόμια της πλούσιας τάξης τους, που ήταν θεσμοθετημένα, υποχρεούνταν να γίνονται χορηγοί για ποικίλες πολιτειακές λειτουργίες: Να συντηρούν οικονομικά τριήρεις ή ίππους που ήταν στη διάθεση της πολιτείας για τις πολεμικές ανάγκες της, να χρηματοδοτούν πολιτιστικά δρώμενα, όπως να πληρώνουν τον πολυάνθρωπο χορό μιας τραγωδίας (χορ-ηγοί), χωρίς να επεμβαίνουν στο περιεχόμενό της, να στηρίζουν οικονομικά άλλες ιεροτελεστίες κλπ. Αν κάποιος αρνιόταν να γίνει χορηγός επειδή δεν ήταν, ισχυριζόταν, αρκετά πλούσιος, έπρεπε να υποδείξει άλλον πλουσιότερο. Αν κι αυτός αρνιόταν, επιβαλλόταν να ανταλλάξουν τις περιουσίες τους (αντίδοση). Επίσης, απαγορευόταν ο θησαυρισμός ζωτικού πλούτου (π.χ. σιταριού που εισαγόταν από τον Πόντο) πάνω από ένα όριο. Σε θεμελιώδεις πολιτειακούς θεσμούς όμως μετείχαν ισότιμα όλοι, ανεξάρτητα από τον πλούτο τους. Η εκκλησία του δήμου, η βουλή, η δικαιοσύνη (κυρίως ποινική) απαρτίζονταν από πολίτες κληρωμένους από όλο το δήμο. Να θυμίσουμε ότι σήμερα, δεν υπάρχει κοινωνικό κώλυμα να γίνει κάποιος οσοδήποτε πλούσιος, ενώ η εξουσία βρίσκεται στα χέρια ατόμων προεπιλεγμένων από μια ελίτ, όσο και αν εμείς διαλέγομε ποιους από τον περιορισμένο αριθμό των προεπιλεγμένων προτιμάμε. Σήμερα κινδυνεύομε, ακόμη και χωρίς πόλεμο στον τόπο μας, να μείνουμε χωρίς σιτάρι και χωρίς ενέργεια.

“Όμορφη Ελλάδα! Λείψανο θλιβερό παλιάς μεγαλοσύνης!/Νεκρή, κι όμως αθάνατη! Πεσμένη ακόμα δίνεις!”, έγραφε ο λόρδος Βύρωνας. Παρά την ασύλληπτη, τεχνολογική κυρίως, εξέλιξη, στις χιλιάδες χρόνια που πέρασαν και παρά την εξάπλωση της ιδιότητας του πολίτη σε όλους τους κατοίκους, συμπεριλαμβάνοντας γυναίκες, κατάργηση δουλείας, και, υπό όρους, μετανάστες, η ιδιότητα του πολίτη έχει υποβαθμιστεί τόσο που η σύγχρονη εποχή είναι πολιτιστικά πολλές σκάλες πιο κάτω από της κλασικής αρχαιότητας. H ιδιότητα του πολίτη στους προγόνους μας, δηλαδή η πρόσβασή του στους θεσμούς, ακόμη και στις περιοχές με ολιγαρχικό, όχι δημοκρατικό, πολίτευμα, ήταν μέγιστη· σήμερα βρίσκεται στο ναδίρ. Και αυτή μοιάζει να είναι η κρίσιμη ιδιότητα για την ανάπτυξη του πολιτισμού, τουλάχιστον σαν των προγόνων μας, δηλαδή, κατά το Βύρωνα, αθάνατο.

Το κόστος της συμμετοχής του πολίτη είναι ηθικό, όχι υλικό: Να εμπιστευτούμε ότι ο κοινός νους και η εντιμότητα που είναι τα ελάχιστα απαραίτητα για να ληφθούν υπεύθυνες αποφάσεις από μια ομάδα ατόμων που επικοινωνούν μεταξύ τους, είναι εξίσου κατανεμημένα σε πλούσιους και φτωχούς, γραμματισμένους και αγράμματους, με ευγενική και κοινή καταγωγή.

ΑΡΝΗΣΗ

Δημήτρης Αντ. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Ηπειρωτικός Αγών, 6 Αυγούστου 2022

Θεμελιώδης κανόνας στη Λογική: Το “Α” είναι “Α” και δεν είναι “Μη Α”. Τίποτε δεν υπάρχει αν δεν διαφέρει από ό,τι αυτό δεν είναι. Δεν μπορεί να υπάρχει ένας πάλλευκος λεκές πάνω σε ένα πάλλευκο σεντόνι. Ο άνθρωπος αρχίζει να υπάρχει ως αισθητό ον από τη στιγμή που ένα πατρικό σπερματοζωάριο ενώνεται με ένα μητρικό ωάριο. Δημιουργείται τότε ένα νέο ον που διαφέρει από, δεν είναι το, περιβάλλον του. Τα κύτταρά του πολλαπλασιάζονται, τοποθετούνται σε συγκεκριμένες θέσεις, και λειτουργούν στη βάση αρνητικών αναδράσεων που διατηρούν σταθερές τις φυσικές ιδιότητές του, σύμφωνα με ένα σχέδιο που φέρει αποκλειστικά αυτό το ον. Όλα αυτά γίνονται χωρίς συναλλαγή με το περιβάλλον του, τη φιλόξενη μήτρα. Η μητέρα τού παρέχει ενέργεια και προστασία, αλλά τίποτε παραπάνω. Το γονιμοποιημένο ωάριο υπάρχει διότι διαφέρει από ό,τι αυτό δεν είναι. Το αισθητό Εγώ έχει γεννηθεί. Ωστόσο, αυτό το ίδιο δεν αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του. Η επιφάνειά του καλύπτεται από αισθητήρες που δέχονται ερεθίσματα από μέσα και απέξω. Τα ερεθίσματα από μέσα είναι σταθερά, σταθερή θερμοκρασία, υγρασία, πίεση κλπ, χάρη στην ομοιόσταση, τους αρνητικούς αναδραστικούς μηχανισμούς του εμβρύου. Τα ερεθίσματα απέξω είναι επίσης σταθερά και ίδια με του εμβρύου, χάρη στην ομοιόσταση της μητέρας. Έτσι είναι αδύνατο να ξεχωρίσει το έμβρυο τον εαυτό του από το περιβάλλον του. Αυτή η κατάσταση αλλάζει άρδην με τον τοκετό. Εκείνη τη στιγμή, ενώ εξακολουθεί το νεογνό να δέχεται τα σταθερά ερεθίσματα από μέσα του, όπως και όταν ήταν έμβρυο, αρχίζει να δέχεται ένα καταιγισμό από ποικίλα διαρκώς μεταβαλλόμενα ερεθίσματα από το περιβάλλον του. Έτσι γεννιέται το νοητό Εγώ, που αρχίζει να ξεχωρίζει το σταθερό μοναδικό εαυτό του από το διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον του. Ωστόσο, το νεογνό θα αργήσει να ωριμάσει.

Σε κάποια φάση το νήπιο, γύρω στα 2 έτη του συνήθως, αρχίζει να συνειδητοποιεί τη διαφορετική βούλησή του από του περιβάλλοντός του. Άρνηση είναι η στάση ή η συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από συστηματική αδιαφορία ή αντίδραση ή απόρριψη  ή μη αποδοχή  εξωτερικών απαιτήσεων, θέσεων, υποχρεώσεων. Το παιδί λέει “όχι” σε ό,τι κι αν του πεις. Μέχρι και την ηλικία των 3 χρόνων το «όχι» αποτελεί την αυτονόητη απάντηση των παιδιών σε κάθε ερώτηση των γονιών, σε βαθμό που πολλοί γονείς να θεωρούν ότι περνούν το μαρτύριο του «όχι». Κανονικά, αυτή η αρνητική στάση του παιδιού εξασθενεί βαθμιαία, ανάλογα και με τη στάση των γονιών. Λανθασμένη στάση γονιών είναι εκείνη που προσπαθεί, ανταγωνιστικά, να επιβάλει τη δική τους βούληση σε εκείνη των παιδιών τους. Το παιδί πεισμώνει και λέει πιο εμφαντικά και επίμονα το “όχι”. Μια πιο διπλωματική στάση είναι η θετική, έτσι που οι γονείς να ζητούν από το παιδί να κάνει κάτι από μια σειρά επιλογών. Αντί “Μη φοράς αυτό το μπλουζάκι”, του λένε: “Προτιμάς το άσπρο, το μπλε ή το κόκκινο μπλουζάκι;”. Βαθμιαία, καθώς μεγαλώνει το παιδί, καταργείται και αυτή η μέθοδος και αφήνεται το παιδί να κάνει ό,τι του αρέσει, εφόσον δεν επιλέγει κάτι που είναι επικίνδυνο γι΄ αυτό το ίδιο. Ωριμάζει.

Η ανώριμη αρνητική στάση δεν υπάρχει μόνο στο παιδί, αλλά και στις κοινωνίες. Πολύ συχνά, κάθε αντιπολίτευση λέει “όχι” σε κάθε τι που προτείνει η κυβέρνηση, χωρίς να εξετάζει αν είναι σωστό ή λανθασμένο. Απλώς επειδή το λέει η κυβέρνηση. Η πιο λανθασμένη αντίδραση της κυβέρνησης είναι να προσπαθήσει να επιβάλει τη βούλησή της ανεξάρτητα από την άρνηση της αντιπολίτευσης. Πρέπει μάλλον να προσπαθήσει να πείσει το λαό για την ορθότητα της πρότασής της. Το παρατηρεί σε πρόσφατο άρθρο του στην Καθημερινή ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, όπου αναφέρει χαρακτηριστικά: “Διαφωνώ, άρα υπάρχω”, παραφράζοντας τη γνωστή ρήση του Καρτέσιου: “Σκέφτομαι, άρα υπάρχω”. Κατά κάποιον τρόπο, είναι έτσι. Η ύπαρξη επιβεβαιώνεται με άρνηση της άρνησής της, όπως επισημάνθηκε ήδη. Ωστόσο, ο άνθρωπος προχώρησε παραπέρα. Αντίθετα από τα άλλα ζώα, είναι δημιουργός, κατασκευάζει εργαλεία, οργανώνει, κάτι που δεν προϋπήρχε. Και η δημιουργία είναι θέση, όχι άρνηση. Μια οργανωμένη, όπως πρέπει να είναι, αντιπολίτευση, οφείλει να λέει, όχι ένα “όχι” σε κάθε κυβερνητική πρόταση, αλλά: “Αντί γι΄ αυτό που προτείνετε, καλύτερα είναι να κάνετε αυτό το άλλο”. Και η βουλή θα αποφασίσει. Αυτή η ώριμη στάση όμως προϋποθέτει ότι η βουλή δεν είναι όργανο της κυβέρνησης. Στις δικές μας συνθήκες όμως, η βουλή και η κυβέρνηση είναι ένα και το αυτό, αφού δεν γίνεται κυβέρνηση χωρίς την ψήφο της βουλής, ενώ ο πρωθυπουργός και οι περισσότεροι υπουργοί είναι βουλευτές του πλειοψηφούντος κόμματος. Αν η βουλή αποτελούνταν όχι από προεπιλεγμένα από τα κόμματα πρόσωπα που έχουν θεσμοθετηθεί με την ψήφο των πολιτών, αλλά από κληρωμένα μέλη της κοινωνίας, όπως είναι οι ένορκοι στα ποινικά δικαστήρια, η βουλή δεν θα ήταν υποχείριο της κυβέρνησης: Το σύστημα θα ήταν ενός ώριμου λαού, όχι ενός δίχρονου νηπίου.

Στο χρόνο που διανύομε θα γίνουν εκλογές. Καθένας θα κληθεί να ψηφίσει το κόμμα που επαγγέλλεται ό,τι τον συμφέρει. Λογικό και σωστό. Έστω, θα ψηφίσει το λιγότερο κακό κατά την κρίση του κόμμα. Αν τα θεωρεί όλα κακά (π.χ. επειδή όλα νοιάζονται για την εξουσία μάλλον παρά για το συμφέρον του λαού), μπορεί να ρίξει λευκό, αλλά έτσι ενισχύει απλώς το ισχυρότερο κόμμα. Εναλλακτικά, μπορεί να απόσχει. Είναι μια άρνηση όχι στα κόμματα, αλλά στο σύστημα. Αυτή είναι μια απόφαση που πρέπει να τη σκεφτεί σοβαρά καθένας. Από τη μια μπορεί να είναι επικίνδυνη για τον ίδιο. Η ψήφος είναι ανώνυμη, η αποχή είναι επώνυμη. Η εξουσία μπορεί να διαπιστώσει εύκολα ποιος απέσχε και αυτός να υποστεί τις συνέπειες, παρά το γεγονός ότι η αποχή δεν είναι παράνομη. Από την άλλη, διότι, αν η αποχή έχει κάποιο αποτέλεσμα και κανένα κόμμα δεν κερδίσει την πλειοψηφία οδηγούμαστε σε μια ακυβερνησία με ανεξέλεγκτες συνέπειες. Κανένας δεν ξέρει αν η διάδοχη κατάσταση θα είναι καλύτερη ή χειρότερη από την υπάρχουσα. Η αποχή έχει νόημα όταν δεν είναι μια απλή άρνηση, αλλά μέρος μιας γενικότερης κατάφασης, στην οποίαν επιδιώκεται ένα σύστημα καλύτερο από το υπάρχον, π.χ. δημοκρατία. Για να μην παρεξηγηθώ, ο Αριστοτέλης δίνει το σαφή ορισμό της: “Λέγω  δ΄  οἷον  δοκεῖ  δημοκρατικὸν  μὲν  εἶναι  τὸ  κληρωτὰς  εἶναι  τὰς  ἀρχὰς, τὸ  δ΄  αἱρετὰς  ὀλιγαρχικὸν“. Δημοκρατικό σημαίνει ότι η εξουσία είναι κληρωτή, ενώ η εκλεγμένη είναι ολιγαρχία.

ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟ

Δημήτρης Αντ. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Πρωινός Λόγος, Τρίκαλα, 4 Αυγούστου 2022

Πριν από μυριάδες χρόνια. Σε σπηλιές βρίσκομε σχεδιασμένα σχήματα που παριστάνουν ζώα ή άλλα αντικείμενα. Τι ώθησε κάποιον να ασχοληθεί; Ήδη στον πρωτόγονο κόσμο, οι άνθρωποι άρχισαν να βρίσκουν την τροφή τους ευκολότερα από άλλα ζώα και να αποφεύγουν να γίνουν οι ίδιοι η λεία άλλων θηρευτών. Έτσι, διέθεταν χρόνο χωρίς να ωθούνται από φυσικές ανάγκες όπως πείνα, φόβος ή ερωτικός ίμερος. Και τότε τί νάκαναν; Η αρχαιολογία δείχνει πώς οι άνθρωποι ασχολούνταν με εργασίες που δεν είχαν άμεση σχέση με την ικανοποίηση παρουσών αναγκών. Η κατασκευή εργαλείων, το καταλαβαίνω. Θα τους γινόταν χρήσιμη στο κυνήγι, στην άμυνα, στη λεηλασία ξένου πλούτου, έστω και αν τα εργαλεία δεν τρώγονται, δε ζεσταίνουν δεν καλύπτουν άμεσες ανάγκες μας. Αλλά με έργα τέχνης γιατί ασχολούνταν; Γιατί ζωγράφιζαν; γιατί κατασκεύαζαν γλυπτά έργα; γιατί μετέτρεπαν ένα καλάμι σε φλογέρα ή τέντωναν χορδές, που η κρούση τους απέδιδε αρμονικές μελωδίες; Η απλοϊκή απάντηση: “διότι τους άρεσε· φύσει είχαν την τάση να το κάνουν”, δεν ικανοποιεί. Αν ήταν ένα ολοκλήρωμα φυσικών αντανακλαστικών, θα το είχαν όλοι. Κι όμως, λίγοι ήταν εκείνοι που ασχολούνταν με τέτοιες “άχρηστες”, εργασίες. Αυτοί οι άνθρωποι έπρεπε να ζήσουν, να “εργασθούν” για να βγάλουν το ψωμί τους, λες και το να δημιουργούν έργα τέχνης δεν είναι εργασία. Πώς η χρησιμοποίηση του πεπερασμένου χρόνου τους σε τέτοιες δημιουργίες τους επέτρεπε να ζουν;

Μια, έστω και αναπόδεικτη, απάντηση είναι ότι όχι φυσικές, σωματικές ανάγκες, αλλά κοινωνικές, τους πίεζαν να δημιουργούν. Οι ζωγράφοι, οι γλύπτες, οι μουσικοί, οι ηθοποιοί, ασχολούνται αποκλειστικά σχεδόν με την τέχνη τους και απ΄ αυτήν ζουν. Αυτό σημαίνει πως ουσιαστικά δεν δημιουργείται Τέχνη χωρίς κοινό που την απολαμβάνει και τη ζητά από τον καλλιτέχνη. Κι αυτό, αν ισχύει, θα ισχύει ως σήμερα. Θα ξεκινήσω από τις εικαστικές τέχνες.

Μεσαίωνας. Οργανωμένο κοινό, που διαθέτει και χρήμα, είναι της Εκκλησίας. Ανθεί η εικονογραφία. Παράλληλα κάποιοι φεουδάρχες χτίζουν πύργους που πρώτη έγνοια τους είναι η οχυρωματική αξία τους, αλλά παράλληλα, πρέπει και να εντυπωσιάζουν με τον πλούτο τους τούς δυνητικούς συνεργάτες και ανταγωνιστές τους. Επιστρατεύουν λοιπόν φημισμένους ζωγράφους για να παραστήσουν τους θριάμβους τους στο κυνήγι, στον πόλεμο και να αναδείξουν τη φυσιογνωμία τους με τα κατάλληλα πορτραίτα. Βαθμιαία, η “μεσαία” τάξη σηκώνει κεφάλι. Με εμπόριο, τεχνολογία και ταξίδια γίνονται πλούσιοι. Κατασκευάζουν μέγαρα που οι τοίχοι τους πρέπει να στολιστούν με εικόνες που παριστάνουν τις δικές τους δραστηριότητες. Και αναπτύσσεται ο ιμπρεσιονισμός. Οι καλλιτέχνες έτσι αποτινάσσουν την τυραννία των ιδιωτών χορηγών, στους οποίους ανήκαν τα έργα που δημιουργούσαν. Έχουν μια ολόκληρη ανερχόμενη αγορά να τους συντηρεί. Η εξέλιξη στο περιεχόμενο συνδέεται με ανάπτυξη της τέχνης, με νέες τεχνοτροπίες, αλλά και νέα υλικά. Αν κάποιος το παρακάνει, όμως, τα έργα του μένουν απούλητα. Ο Van Gogh, απεικόνιζε θέματα της κατώτερης τάξης και οι ανθρακωρύχοι δεν είχαν λεφτά να τους αγοράσουν, πούλησε ένα μόνο πίνακά του όσο ζούσε. Σήμερα το βλέπομε συνεχώς. Πελάτες των εικαστικών έργων είναι μουσεία, δημόσια κτήρια, αλλά και πάμπολλοι ιδιώτες. Περίοδοι με μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα συνδέονται με άνθηση της ζωγραφικής, διότι οι τοίχοι που ανεγείρονται πρέπει κάπως να στολιστούν. Ο οικοδομικός μαρασμός συνδέεται και με εικαστικό.

Μουσική. Παρόμοια ισχύουν με τα έργα των μουσουργών. Αρχικά πελάτες τους είναι η Εκκλησία και ποικίλοι φεουδάρχες, αυτοκράτορες, δούκες κλπ. Οι μουσουργοί συνθέτουν για τους χρηματοδότες τους τα έργα που τους παραγγέλλουν. Αυτά ανήκουν βέβαια στον εργοδότη τους. Κάποτε, με τα επαναστατικά χρόνια του 18ου αιώνα, αρχίζουν οι συνθέτες να ξεφεύγουν από τη δεσποτεία των πλούσιων αρχόντων. Ο Beethoven αρχίζει να γράφει μουσική, που, όπως και οι ιμπρεσιονιστές ζωγράφοι, απευθύνεται στο ευρύ κοινό. Δίνει έμφαση στη συμφωνική μουσική που την παρακολουθούν εκατοντάδες ή χιλιάδες κόσμου. Όχι, δεν γίνεται πλούσιος, αλλά επιβιώνει χωρίς να αισθάνεται πως είναι ένα πιόνι στα χέρια κάποιου Μεγάλου. Παρόλον ότι η μουσική παραπέμπει σε πραγματικά γεγονότα λιγότερο από κάθε άλλο είδος τέχνης, μπορεί, για φυσιολογικούς λόγους να ενθουσιάζει, να εξοργίζει, να διεγείρει ή να κατευνάζει περισσότερο από τις άλλες. Κι ο μουσουργός ασχολείται με μουσικά θέματα που συγκινούν το κοινό στο οποίο απευθύνεται.

Λόγος. Η ομιλία παρέχει τη δυνατότητα για επικοινωνία με συμβολισμό και παρομοίωση, όπως και οι λοιπές τέχνες. Ο συμβολισμός μπορεί να είναι ιστοριόμορφος (μυθιστόρημα) αλλά και μουσικός (ποίηση), σα μαγεία, όπου ο ήχος των λέξεων ακούεται διεγείροντας ή ηρεμώντας, πάντως συγκινώντας. Αρχικά είναι οι θρησκευτικοί ύμνοι (Ησίοδος, βυζαντινοί ύμνοι), παράλληλα εξυμνητικοί των αρχόντων (Όμηρος). Αργότερα, με την άνοδο της μεσαίας τάξης, έχουν καθημερινά θέματα που απασχολούν όλους. Ενθουσιάζουν έργα με εθνικό περιεχόμενο (π.χ. Σολωμός, Παλαμάς, Ρίτσος).

Η ποιότητα της τέχνης δεν μετριέται περισσότερο από όσο τα συναισθήματα. Ως πρότυπο μέτρο της μπορεί να θεωρηθεί το πλήθος εκείνων τους οποίους συγκινεί. Αυτό το πλήθος, αν είναι διαχρονικό και διαχωρικό (διεθνές), η τέχνη είναι κλασική. Αν είναι μόνο διαχρονικό, αλλά τοπικό, η τέχνη είναι λαϊκή. Οι μελετητές της τέχνης σπουδάζουν τα στοιχεία αυτών των, πρότυπα καλών, τεχνών, συνάγουν κανόνες και με αυτούς κρίνουν κάθε νέο έργο. Αρκετά ικανοποιητικός τρόπος, καθώς έτσι εξασφαλίζεται ένα κοινό για τον καλλιτέχνη, που χωρίς αυτό δεν μπορεί να ζει και να δημιουργεί. Η τέχνη όμως είναι ένα είδος συναισθηματικού στιγμιότυπου της εποχής της, που διαρκώς αλλάζει, “ρει”. Νέες πρωτοτυπίες παρουσιάζονται παραβιάζοντας τους καθιερωμένους κανόνες. Ο I. Stravinsky αδιαφόρησε για τους μουσικούς αρμονικούς και μελωδικούς νόμους, αλλά ενθουσίασε, καθώς στην εποχή του ανατρέπονταν οι νόμοι της φυσικής και της πολιτικής. Ο A. Breton έκανε κάτι ανάλογο με την ποίηση ξεκινώντας το δρόμο του σουρεαλισμού, ενώ ακολουθούσε το θέατρο του παραλόγου, E. Ionescu και τόσοι άλλοι. Ο P. Picasso, ο  G. Braque και όσοι τους ακολούθησαν, το ίδιο κάνουν με τη ζωγραφική. Και τώρα αρχίζει το παράδοξο. Όσο η τέχνη προχωρεί, τόσο απομακρύνεται από το συμβολιζόμενο αντικειμενικό κόσμο, προσιτό στις αισθήσεις όλου του κόσμου και, επομένως, τόσο λιγότεροι μετέχουν στη συγκίνηση που προκαλεί. Σε αντιστάθμισμα, συμβολίζει ένα νοητό κόσμο, που όμως είναι μοναδικός και άβατος για τον καθένα. Από αυτή την άποψη είναι ένα είδος ανώτερης τέχνης, αλλά απομακρύνεται από την κύρια λειτουργία της, που είναι η συναισθηματική ενότητα της κοινωνίας. Μοιάζει να είναι παρακμή, που προσιδιάζει σε μια παρακμιακή κοινωνία, όπως τείνει να είναι η σημερινή. Που διαλύεται.

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΑΙ Ή ΣΚΑΝΔΑΛΙΖΟΜΑΙ;

Δημήτρης Αντ. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας. dimitissideris.wordpress.com

Κοινή Γνώμη, 2 Αυγούστου 2022

Η βούλησή μας διεγείρεται διττά. Αιτία μπορεί να είναι η λογική που τροφοδοτείται από τα εισερχόμενα μηνύματα διαμέσου των αισθήσεών μας. Ο Αριστοτέλης το ονομάζει προαίρεση. Μπορεί όμως να διεγείρεται και αυτόματα με ένα μηχανισμό ταλάντωσης χάλασης. Όρεξη κατά τον Αριστοτέλη. Επειδή διαρκώς καταναλώνω τις χρήσιμες ουσίες του οργανισμού μου, όταν κάποια στιγμή η ένδειά τους φθάσει σε μια κρίσιμη τιμή, τον ουδό (=κατώφλι), πεινάω και κάνω ό,τι χρειάζεται για να φάω. Τρώγοντας έρχεται η όρεξη (θετική ανάδραση) και ταχέως φθάνω σε έναν άλλο ουδό, τον κόρο. Τώρα είμαι σε ανερέθιστη περίοδο. Θέλω να μη φάω άλλο. Και το πιο ελκυστικό έδεσμα με αφήνει αδιάφορο. Βαθμιαία αυτή η απόλυτη ανερέθιστη περίοδος μεταπίπτει στη σχετική ανερέθιστη περίοδο, που είναι βραδεία, διεπόμενη  από αρνητική ανάδραση. Σ΄ αυτή τη φάση δεν πεινάω, δεν θέλω να φάω, αλλά, αν μου παρουσιαστεί ένας ορεκτικός μεζές, διεγείρεται η όρεξή μου και τρώω πριν έλθει η κανονική ώρα μου. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με τη γενετήσια δραστηριότητα ως τον οργασμό και πάλι εξαρχής. Η  πρόωρη διέγερση της βούλησης είναι σκανδαλισμός. Πατώντας τη σκανδάλη στο όπλο διώχνομε το βλήμα που ακολουθεί την πορεία του, μολονότι έχομε πάψει να πιέζουμε τη σκανδάλη.

Οι πολιτικές αποφάσεις μας είναι προϊόντα προαίρεσης και όρεξης. Το γνωρίζουν οι άρχουσες τάξεις, είτε είναι μοναρχία είτε ολιγαρχία είτε δημοκρατία. Καθεμιά τους μπορεί να είναι καλή, αν μεριμνά για το σύνολο, ή κακή, αν μεριμνά για τη διατήρησή της στην εξουσία, προς όφελός της. Πόσο καλή ή κακή είναι η άρχουσα τάξη που μας εξουσιάζει και εμάς, αλλά και όλο τον κόσμο;

Υπάρχουν καθεστώτα λιγότερο ή περισσότερο “ολοκληρωτικά”. Ας μην τα κατονομάσω, όλοι θεωρούμε κάποια κράτη ολοκληρωτικά. Το χαρακτηριστικό τους είναι ότι, άλλο λιγότερο άλλο περισσότερο, διώκουν όποιον παρουσιάζει δημόσια τα τρωτά της διακυβέρνησής τους. Ποινές, φυλακίσεις, δολοφονίες είναι συχνές. Αντίθετα, στα “δημοκρατικά” καθεστώτα καθένας είναι ελεύθερος να ασκεί κάθε είδους κριτική στο τι κάνουν οι ηγέτες του. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν ενδιαφέρονται οι άρχουσες τάξεις σ΄ αυτά να παραμείνουν στην εξουσία. Και προσπαθούν να χειραγωγήσουν τους ψηφοφόρους τους με κάθε έντεχνο τρόπο.

Ένας τρόπος είναι η απόκρυψη της αλήθειας. Η διεθνής πολιτική γίνεται “κεκλεισμένων των θυρών”. Κανένας μας δεν μαθαίνει τι λέγεται στις συζητήσεις μεταξύ των ηγετών. Στο τέλος, οι συζητητές κάνουν τις δηλώσεις τους μπροστά στους δημοσιογράφους, αλλά κανένας δεν ήταν παρών στην ώρα της διαβούλευσης. Ως ένα βαθμό, αυτό δεν είναι παράλογο. Αν συζητιόνται θέματα στρατιωτικής ή και οικονομικής άμυνας, αυτό δεν μπορεί να γίνεται γνωστό σε όλο τον κόσμο. Αν πρόκειται να γίνει υποτίμηση του νομίσματός μας, από τη στιγμή που αυτό θα μαθευτεί, θα σπεύσει όλος ο κόσμος, πριν αναγγελθεί η υποτίμηση, να μετατρέψει τα χρήματά του σε ξένο συνάλλαγμα και η οικονομία καταρρέει. Η υποτίμηση, όπως και πλήθος άλλων αποφάσεων, δεν μπορούν να γνωστοποιούνται πριν από την εφαρμογή τους.  Με αυτή τη δικαιολογία όμως συγκαλύπτονται σχεδιασμοί από κάθε καθεστώς όχι μόνο για το καλό της κοινωνίας στην οποίαν άρχουν, αλλά προς όφελος των αρχόντων.

Υπάρχουν όμως και άλλοι, πιο καθημερινοί τρόποι. Στα περισσότερα σύγχρονα “δημοκρατικά” καθεστώτα, υπάρχουν αρκετές αντιμαχόμενες μεταξύ τους ολιγαρχίες. Εμείς καλούμαστε να εκλέξουμε ποια από αυτές επιθυμούμε να μας εξουσιάζει, όχι να είμαστε εμείς οι, εκ περιτροπής ο καθένας, εξουσιαστές. Θα ίσχυε αυτό αν η επιλογή των εκπροσώπων μας (βουλή) γινόταν όχι μεταξύ προεπιλεγμένων υποψηφίων, αλλά με κλήρωση. Αυτό ίσχυε στην αρχαία δημοκρατία. Εδώ διαφέρει η “δημοκρατία” σε εισαγωγικά, όπως την έγραφα παραπάνω, από τη δημοκρατία, τη μόνη χωρίς εισαγωγικά και επίθετα (αστική, κοινοβουλευτική, φιλελεύθερη, σοσιαλιστική, βασιλευόμενη, προεδρευόμενη, προεδρική κλπ). Σ΄ αυτή λοιπόν τη “δημοκρατία” που ζούμε, η άρχουσα τάξη φροντίζει με κάθε τρόπο να διαιωνίζει την εξουσία της. Εκτός από την απόκρυψη της αλήθειας, άλλος τρόπος είναι να εκτρέπει την προσοχή του κοινού από τα τρέχοντα προβλήματα σε άλλα, ανώδυνα για το καθεστώς. Έτσι το κοινό αποφασίζει όχι στη βάση της προαίρεσης, αλλά της διεγειρόμενης, σκανδαλιζόμενης, όρεξης. Αυτό μπορεί να το κάνει η ίδια η κυβέρνηση, αλλά μπορεί και να κλείνει τα μάτια, όταν το κάνουν ιδιωτικές αρχές που συνήθως συνεργάζονται με αυτήν.  Και αυτό ονομάζεται ευφημιστικά “ελευθερία της έκφρασης”. Εννοώ τα ποικίλα σκανδαλιστικά νέα που βλέπομε στην τηλεόραση και διαβάζομε στις εφημερίδες. Ένας υπουργός δηλώνει με περισσό θάρρος τις σεξουαλικές προτιμήσεις του. Δικαίωμά του να έχει προτιμήσεις. Αλλά εμένα, δεν με ενδιαφέρουν. Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι οι πληροφορίες που αφορούν το υπουργείο του. Μα τι να κάνουν τα ΜΜΕ; Ό,τι ενδιαφέρει το κοινό, αυτό παρουσιάζουν. Το κοινό φταίει: Όχι, δεν ενδιαφέρουν, σκανδαλίζουν το κοινό. Όπως θα με σκανδαλίζει αν ένα ζευγάρι κάνει έρωτα στην κρεβατοκάμαρά του κι έχει ορθάνοιχτο το παράθυρο του να το βλέπει όλος ο κόσμος. Αλλά τα εν οίκω μη εν δήμω!. Μια γυναίκα σκότωσε το παιδί της, ένας άντρας τη γυναίκα του, ένας γιος τη γριά μάνα του. Κι αυτά μας απασχολούν. Λες και την ίδια στιγμή δεν σκοτώνονται εκατοντάδες ή χιλιάδες ανθρώπων αλλού, όπου γίνεται πόλεμος. Λες και την ίδια στιγμή δεν υποφέρομε που μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα διπλασιάστηκε η τιμή της βενζίνης και του ψωμιού. Φόνοι γίνονταν πάντοτε. Γιατί αυτός ο φόνος είναι “νέο”; Γίνεται βέβαια νέο, αν το φαινόμενο έχει γίνει πιο συχνό από ό,τι ήταν συνήθως. Τότε όμως δεν με ενδιαφέρει ο Γιώργος, η Μαρία ή δεν ξέρω ποιος άλλος, αλλά η αναζήτηση των αιτίων που έκαναν πιο συχνά τέτοια φαινόμενα. Αυτά αύξησαν την ανεξέλεγκτη επιθετικότητα των πιο ανήσυχων ατόμων, που, χωρίς την κοινωνική πίεση που τους περιορίζει, καταλήγουν στο φόνο, στη βία. Ένα δημόσιο πρόσωπο πέθανε και βρέθηκε να έχει περιουσία που δεν θα ήταν δυνατό να έχει αποκτηθεί νόμιμα. Αυτό που με ενδιαφέρει όμως είναι όχι τι έκανε αυτός (ο τεθνεώς δεδικαίωται!), αλλά το ότι υπάρχει δυνατότητα να γίνεται κάτι τέτοιο. Όμως ακριβώς αυτό επιδιώκει η άρχουσα τάξη: να μην αλλάξει τίποτε, να μείνει εσαεί αυτή η ολιγαρχία στην κυβέρνηση. Η αντιπολίτευση πάλι δεν επιδιώκει αλλαγή της κατάστασης, αλλά να γίνει αυτή χαλίφης στη θέση του χαλίφη. Για όλα αυτά τα σκάνδαλα φταίει, φυσικά, η κυβέρνηση (ενώ αν ήταν αυτοί στην κυβέρνηση, όχι πως δεν θα συνέβαιναν, αλλά θα έφταιγαν οι άλλοι!).