Τιμή, δόξα, αξία

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Πρωινός Λόγος, Τρίκαλα, 20 Ιανουαρίου 2022

Τιμή, δόξα, αξία. Λέξεις συναφείς. Συχνά χρησιμοποιούνται η μια αντί της άλλης, αλλά δεν είναι συνώνυμες. Η ύπαρξή μας είναι τρισυπόστατη. Μια όψη της είναι η σχέση της με το φυσικό περιβάλλον μας. Είναι το αισθητό Εγώ, άμεσα προσιτό σε όλους με τις αισθήσεις τους, ακόμη και με τους φυσικούς αισθητήρες μιας υλικής συσκευής. Είναι το κοινωνικό Εγώ, η σχέση του με το έλλογο περιβάλλον μας, την κοινωνία. Και είναι το νοητό Εγώ, η σχέση του με τον εαυτό του, άμεσα απρόσιτο σε όλους τους άλλους, που μπορούν μόνο να το νοούν, να το συμπεραίνουν, να το εικάζουν, από τη συμπεριφορά της αισθητής και της κοινωνικής όψης μας. Οι τρεις λέξεις έχουν σημαντική αντιστοιχία με καθεμιά από τις τρεις υποστάσεις της ύπαρξής μας.

Η τιμή είναι ένας κατεξοχήν φυσικός όρος· είναι το μέγεθος ή η ποσότητα που αντιστοιχεί σε μια μεταβλητή. Είναι όρος ποσοτικός. Είναι το χρηματικό ποσό που πληρώνει κανείς για να αποκτήσει ένα ορισμένο πράγμα ή υπηρεσία, αλλά και τα αισθητά προνόμια και οι τιμές που απολαμβάνει από τον περίγυρό του, που του αποδίδονται από την κοινωνία κυρίως λόγω του φόβου που ασκεί από την εξουσία που έχει. Όπως όλοι οι ποσοτικοί όροι, η τιμή είναι μια αρκετά εύχρηστη έννοια, καθώς είναι ανταλλάξιμη. Είναι κατεξοχήν αισθητή.

Αντίθετα από την τιμή, η αξία ενός πράγματος ή μιας υπηρεσίας είναι κατεξοχήν ποιοτική έννοια. Ένα αντικείμενο αξίζει όσο μόχθο, σωματικό και πνευματικό, κατέβαλε κάποιος για να το κατασκευάσει ή δημιουργήσει. Τιμάται όμως κυρίως ανάλογα με τη σχέση προσφοράς και ζήτησής του. Είναι μια έννοια που αφορά προπάντων το νοητό Εγώ. Το τριμμένο, ξεθωριασμένο, σάλι που φορούσε η γιαγιά μου έχει ανυπολόγιστη αξία για μένα, καθώς μ΄ αυτό συνδέονται οι αξεπέραστες εμπειρίες, όταν δίπλα στο μαγκάλι μου διηγιόταν παραμύθια, την ώρα που βάζαμε ρεβύθια στη χόβολη με αλάτι να τα κάνουμε στραγάλια πεινασμένοι στην κατοχή. Κανένας δεν το αγοράζει σήμερα. Η τιμή του είναι μηδενική.

Δόξα είναι η τιμή που αποδίδει η κοινωνία σε κάποιον. Είναι ο σεβασμός στο κύρος του, χωρίς το φόβο που συνοδεύει κάποια εξουσία του. Όπως η τιμή, μετριέται αδρά, ανάλογα με το πλήθος που δοξάζει κάποιον. Η δόξα αποδίδεται σε υποκείμενα, όχι σε αντικείμενα, όπως η τιμή και η αξία. Υπάρχει όμως και η φήμη, το αντίστοιχο της δόξας για αντικείμενα.

Παρόλον ότι υπάρχει αρκετή διάκριση μεταξύ των τριών εννοιών, αφού καθεμιά ταιριάζει σε διαφορετική όψη της ύπαρξής μας, ωστόσο, αναμειγνύονται σε σημαντικό βαθμό. Έτσι η αξία μιας πράξης είναι πρώτιστα ο πνευματικός και σωματικός μόχθος που έχει επενδυθεί σ΄ αυτήν. Η αξία ενός αντικειμένου είναι, επιπλέον, η αξία της ύλης που περιέχεται στο πράγμα. Η τιμή τους είναι όμως άλλο πράγμα. Ασφαλώς εξαρτάται από την αξία της υπηρεσίας ή του αγαθού, αλλά σ΄ αυτά προστίθενται και άλλοι παράγοντες, όπως π.χ. πόση ανάγκη έχει ο καταναλωτής του αγαθού ή της υπηρεσίας. Το ίδιο ακριβώς ποτήρι νερό έχει πολύ διαφορετική τιμή μέσα στην πόλη και στο μέσο της άνυδρης ερήμου, όταν ο ζητητής του διψάει. Ακόμη, η τιμή του αντικειμένου εξαρτάται από τη φήμη που το πλαισιώνει, όπως είναι ένα πολυδιαφημισμένο αντικείμενο. Το ζητούν τότε πολλοί, κι όσο περισσότεροι το ζητούν τόσο ανεβαίνει η τιμή του. Σ΄ αυτή τη διαφορά μεταξύ τιμής και αξίας στηρίχτηκε σε μεγάλο βαθμό η θεωρία της υπεραξίας που ανέπτυξε ο Marx. Τη διαφορά μεταξύ τιμής και αξίας, την υπεραξία, την καρπούται ο κάτοχος των μέσων παραγωγής, ενώ οι εργαζόμενοι έχουν αποθέσει στην παραγωγή την αξία της μόνο. Ο κομμουνισμός, όπως τον πρωτοπρόβαλε ο Πλάτων και τον εφάρμοσαν αργότερα οι πρώτοι Χριστιανοί και συνεχίζει να ισχύει σε περιορισμένες κοινωνίες, όπως στα Ισραηλινά κιμπούτς, αντιμετωπίζει αυτό το πρόβλημα. Δεν καταργείται η υπεραξία, αλλά την καρπούνται το σύνολο των ασχολουμένων με την παραγωγή. Σημειώνω ότι στον κομμουνισμό των αρχαίων εννοούσαν βασικά κοινοκτημοσύνη των αγαθών, ενώ στο σύγχρονο κομμουνισμό, όπως εφαρμόσθηκε στην αποτυχημένη τελικά Σοβιετική Ένωση, ίσχυε για κοινοκτημοσύνη των μέσων παραγωγής.

Έτσι κι αλλιώς, υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Η λύση της κοινοκτημοσύνης δεν λύνει όλα τα προβλήματα. Κι αυτό, διότι η τιμή είναι βασικά ποσοτικό μέγεθος, ενώ η αξία ποιοτικό· η αξία αφορά το νοητό Εγώ που είναι απροσπέλαστο στις αισθήσεις των άλλων, ενώ η τιμή, εμπεριέχοντας και το συστατικό της δόξας ή της φήμης, αφορά το αισθητό και το κοινωνικό Εγώ, που είναι κοινόχρηστα, άμεσα προσιτά στις αισθήσεις οποιουδήποτε. Πώς να αφαιρέσεις ανόμοια πράγματα, τιμή μείον αξία, για να υπολογίσεις την υπεραξία; Να το πω με άλλα λόγια. Μπορώ με σχετική ακρίβεια να υπολογίσω το σωματικό μόχθο, σα φυσική ενέργεια, που χρειάσθηκε για να παραχθεί ένα πράγμα ή να παρασχεθεί μια υπηρεσία. Πώς να υπολογίσω όμως το πνευματικό έργο, που δεν καταναλώνει ενέργεια, αλλά, παρόλα αυτά είναι μόχθος; Σκεφτείτε ένα δημιουργό, έναν ερευνητή, ένα συγγραφέα, ένα συνθέτη, ένα ζωγράφο. Το τι θα παραγάγουν έχει σχηματισθεί μέσα τους, στη νόησή τους. Το υλοποιούν και το δημιούργημά τους πουλιέται και αποκτά τιμή. Η σκέψη όμως, η φαντασία, που είναι η ουσία της δημιουργίας, πώς αποτιμάται; Και ο δημιουργός πρέπει φυσικά να ζήσει, έχει ανάγκες. Πριν από λίγες μόλις δεκάδες χρόνια ένας συνθέτης έγραφε μουσική, αυτή παιζόταν σε μια συναυλία ή άλλο χώρο, εγγραφόταν σε δίσκους που πουλιόνταν, οι ενδιάμεσοι έπαιρναν τη μερίδα του λέοντος, αλλά εισέπραττε και ο συνθέτης κάποιο ποσό με το οποίο επιβίωνε. Σήμερα, η μουσική ενός συνθέτη διατίθεται πάμφθηνα σε ένα CD ή και δωρεάν στο διαδίκτυο. Κάτι ανάλογο ισχύει και για το ζωγράφο, που τα έργα του μπορούν να πουλιόνται σε πολλαπλά φθηνά αντίγραφα. Τουλάχιστον αυτός κάτι κερδίζει, αν τα αντίγραφα τα κάνει ο ίδιος και μάλιστα τα υπογράφει. Η τιμή τους όμως δεν είναι η αξία της δημιουργίας των έργων του, αλλά περισσότερο το κόστος της αντιγραφής. Οι πρόγονοί μας είχαν και σ΄ αυτό βρει τη λύση. Τα έξοδα της παράστασης μιας τραγωδίας πληρώνονταν από πλούσιους χορηγούς, που έμμεσα ήταν αναγκασμένοι να το κάνουν, χωρίς το δικαίωμα να επεμβαίνουν στο περιεχόμενο. Ανταμοιβή τους ήταν η διαφήμιση που τους γινόταν. Η συντήρηση του θεάτρου γινόταν από τα εισιτήρια των θεατών, που όμως τα πλήρωνε η πολιτεία, τα περίφημα “θεωρικά” αναβαθμίζοντας την πνευματική δημιουργία σε ιερότητα.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s