ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Ηπειρωτικός Αγών, 5 Νοεμβρίου 2021

Γιατί η πορεία γράφεται με έψιλον γιώτα; Aφοπλιστική η απάντηση: “Έτσι ορίζουν η γραμματική και τα λεξικά”. Ο ψείρας όμως αναρωτιέται: “Και γιατί να λένε έτσι η γραμματική και τα λεξικά;”. Τώρα επιστρατεύεται η επιστήμη, η ετυμολογία, να απαντήσει: “Διότι η λέξη κατάγεται από το πορεύομαι, που έχει μέσα του το έψιλον και η ανάμνησή του διατηρείται στη γραφή της πορείας”. Θυμίζω ότι ετυμολογία είναι η αναζήτηση του ετύμου των λέξεων δηλαδή της προέλευσης (πρώτης ρίζας) και της αρχικής τους σημασίας, το αποτέλεσμα και η δημοσιοποίηση της διερεύνησης της καταγωγής, της προέλευσης, της πορείας και της εξέλιξης μιας λέξης μέσα στο χρόνο. “Ναι, αλλά τότε, γιατί η αεροπορία γράφεται με ιώτα;”, επιμένει ο αντιρρησίας. “Διότι η αεροπορία προέρχεται από τον αεροπόρο” “Ναι, αλλά αεροπόρος δεν είναι αυτός που πορεύεται στον αέρα;” Η συζήτηση μπορεί να συνεχίζεται χωρίς τελειωμό. Μήπως πρώτα αποφασίσαμε πώς γράφεται μια λέξη κι ύστερα προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε την απόφασή μας με την ετυμολογία; Άλλο παράδειγμα. “Οι γυναίκες”. Παλιότερα κείμενα γράφουν “η γυναίκες”. Και ακόμη πιο παλιά ” ῃ γυναίκες”. Και βέβαια, πολύ πιο παλιά: “αι γυναίκες”. Ποιο είναι το ετυμολογικά σωστό;  

Η κατάληξη -λογία δηλώνει συνήθως μια επιστήμη. “Όταν βλέπεις λοξοδρομήσεις, να κάνεις ένα άλμα προς τα μπρος για να δεις την αιτία της λοξοδρόμησης”, συμβουλεύουν οι φίλοι του το Μόγλη του R. Kipling. Πηδώντας λοιπόν μπροστά, αναρωτιέμαι τι σημαίνει επιστήμη. Φυσικά υπάρχουν ατέλειωτοι ορισμοί. Οι περισσότεροι όμως θα συμφωνούσαν ότι η επιστήμη αναζητά την αλήθεια εκεί όπου διασταυρώνονται το νοητό με το αισθητό, η υπόθεση με την παρατήρηση, η θεωρία με την εμπειρία. Η αλήθεια που προκύπτει από τη διασταύρωση δύο στοιχείων ανεξάρτητων μεταξύ τους είναι η πιο αξιόπιστη, έστω και αν είναι αποδεκτό πως περιβάλλεται από μια άλω σφάλματος. Τι γίνεται όμως με την αξιοπιστία μιας αμιγώς αισθητής παρατήρησης; Οι αισθήσεις μας σφάλλουν. Η κατακερματισμένη, κβαντωμένη, πραγματικότητα, σαν εκείνη του Δημοκρίτου, γίνεται αισθητή σα συνεχής. Όμως μπορεί και η αισθητή πραγματικότητα να αυξάνει την αξιοπιστία της, όταν διασταυρώνεται με άλλο, ανεξάρτητο, αίσθημα. Η οπτική, σχηματική και χρωματική, εικόνα ενός ρόδου διασταυρώνεται με την οσφρητική αίσθηση της μυρωδιάς του, και την απτική πρόσληψη της υφής του. Η όραση, η όσφρηση και αφή είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους αισθήσεις. Η ετυμολογική αλήθεια όμως πώς τεκμηριώνεται αξιόπιστα; Αν από την ετυμολογία συνάγουμε πώς γράφεται μια λέξη, και από τη γραφή της συνάγουμε ποια είναι η ετυμολογία της, τότε οι διασταυρούμενες παρατηρήσεις δεν είναι ανεξάρτητες. Αποφασίσαμε πως το σωστό είναι “κτήριο, όχι κτίριο” και έπειτα επινοούμε την καταγωγή της λέξης· ή, αντιστρόφως, ξεκινήσαμε από την καταγωγή της λέξης (από το ευκτήριο και όχι από το κτίζω) και καταλήξαμε στο ήτα και όχι στο ιώτα. Προφανώς η διασταύρωση ετυμολογίας και γραφής δεν γίνεται μεταξύ ανεξάρτητων παρατηρήσεων· καθεμιά επηρεάζεται άμεσα από την άλλη. Είναι λοιπόν άχρηστη ως επιστήμη η ετυμολογία;

Η απάντηση είναι ένα μεγάλο ΟΧΙ. Η ετυμολογία είναι σπουδαίος κλάδος της γλωσσολογίας. Μας διδάσκει την ιστορία των λέξεων και είναι χρήσιμη στην επικοινωνία μας όσο η ιστορία στις πολιτικές αποφάσεις μας. Θεμέλιο σ΄ αυτή την εντύπωση είναι ότι ορθή γραφή είναι εκείνη που δεν εξαρτάται από την ετυμολογία της, αλλά από την ανεξάρτητη ακουστική αίσθησή της. Αυτή ήταν η ιδέα της μεγαλοφυούς επινόησης των προγόνων μας που απέδωσαν γραπτά την ακουστική εντύπωση των λέξεων, παριστάνοντας με ένα γράμμα κάθε φθόγγο που καθένας τους συμβoλιζόταν με  ένα μόνο γράμμα. Φωνητική γραφή δεν σημαίνει κατάργηση της ορθογραφίας. Σημαίνει ότι ορθογραφία είναι η γραφή που συνάδει πιο πολύ με την προφορά της αντίστοιχης λέξης. Η ακουστική και οπτική μορφή της λέξης είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους και, επομένως, κατάλληλες για αξιόπιστη διασταύρωση. Η φωνητική γραφή επέτρεπε να γράφουν χωρίς λάθη όλοι οι Ελληνόφωνοι πρόγονοί μας στη δημοκρατική αρχαιότητα. Όταν η Ελληνική παιδεία εξαπλώθηκε με τον Αλέξανδρο καταργώντας τη δημοκρατία, οι βάρβαροι έμαθαν να μιλούν Ελληνικά, αλλά δεν έμαθαν να τα γράφουν, επειδή η γραφή ήταν πια προνόμιο των κυρίαρχων τάξεων που μπορούσαν να μαθαίνουν γράμματα πληρώνοντας δάσκαλο, ενώ τη γλώσσα μάθαιναν να τη μιλούν δωρεάν από τη μάνα και το περιβάλλον τους. Έτσι, η γλώσσα εξελισσόταν αβίαστα, ενώ η γραφή έμενε καθηλωμένη, ταιριάζοντας με τη γλώσσα των προγόνων και όχι των συγχρόνων τους. Ενώ στην κλασική εποχή, όταν, αντί “ποιέομεν” είπαν “ποιούμεν”, έγραψαν και “ποιούμεν”, από την Αλεξανδρινή εποχή ως σήμερα, ενώ το “αίμα” το λέμε “έμα”, εξακολουθούμε να το γράφουμε απολιθωμένα “αίμα”.

Η γλώσσα, όσο είναι ζωντανή, δηλαδή μιλιέται από ένα λαό, διαρκώς αλλάζει, καθώς προκύπτουν νέες ανάγκες, νέες έννοιες στις οποίες πρέπει να δοθεί όνομα. Ανάλογα με το από πού προέκυψαν οι νέες έννοιες ανακύπτει και το νέο όνομα που τους ταιριάζει. Αυτό μας διδάσκει η ετυμολογία. Και είναι πολύτιμο, διότι έτσι ξέροντας την πορεία του, γνωρίζομε τα ίχνη από τα οποία πέρασε και τις ιδιαιτερότητες που  απέκτησε στο δρόμο του. Από το “καλώ” προέκυψαν η “κλήση” και το “κάλεσμα”. Όμως οιδυο λέξεις έχουν άλλο συναισθηματικό φορτίο. Η κλήση μυρίζει θεσμούς, σαν αυτή που μας δίνει ο τροχαίος σε μια παράβαση, ενώ το κάλεσμα  μας γεμίζει ευχαρίστηση, σαν κάλεσμα για γλέντι. Με τη βοήθεια της ετυμολογίας μπορεί ο ομιλητής να εκφέρει όχι μόνο το λογικό περιεχόμενο του λόγου του, αλλά και το συναισθηματικό.

Βέβαια, υπάρχουν και ομόηχες λέξεις, που γράφονται διαφορετικά και η φωνητική γραφή δεν τις ξεχωρίζει. Όμως, το νόημα βρίσκεται στις προτάσεις και όχι στις λέξεις, που συμβολίζουν έννοιες, όχι νοήματα. Η φωνητικά (ορθογραφία Βηλαρά) γραμμένη λέξη “αφτή” μπορεί να σημαίνει είτε “αυτή” είτε “αυτοί” είτε το “αφτί (ους)”. Όμως μπέρδεμα δεν υπάρχει όταν ακούονται οι προτάσεις “αφτή πονάη, αφτή πονούν, πονάη το αφτή μου”. Από την άλλη, υπάρχουν περιπτώσεις που η φωνητική γραφή είναι σαφέστερη από την παραδοσιακή ορθογραφία. “Η γυναίκα που βιάζεται” δεν είναι σαφές αν επείγεται ή υφίσταται βιασμό. Φωνητικά όμως “η γηνέκα που βιάζετε” (τρισύλλαβη “βιά-ζε-τε”) είναι σαφές πως επείγεται, ενώ “η γηνέκα που βηάζετε”  (τετρασύλλαβη “βη-ά-ζε-τε”) είναι σαφές πως υφίσταται βιασμό. Το ίδιο αν κάποιος φωνητικά “σκιά-ζε-τε” τρισύλλαβα, φοβάται, ενώ αν κάποιος τετρασύλλαβα “σκη-ά-ζε-τε” κάθεται στη σκιά.

Η συνηγορία για φωνητική γραφή χαρακτηρίζεται από κάποιους εθνοπροδοσία, από άλλους ενδεικτική ανάγκης για ψυχιατρείο κοκ. Είναι έτσι;

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Δημ. Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Πρωινός Λόγος, Τρίκαλα, 4 Νοεμβρίου 2021

Όλα τα ζώα επικοινωνούν μεταξύ τους με ερεθίσματα που είναι χημικά (μυρωδιές), οπτικά, ακουστικά κλπ. Με την επικοινωνία τους ομοειδή ζώα ανταλλάσσουν συναισθήματα. Εμείς, όταν είμαστε θλιμμένοι κλαίμε, όταν είμαστε χαρούμενοι γελάμε. Επιπλέον ανατριχιάζομε, αλλάζει το χρώμα του δέρματός μας κλπ. Οι άλλοι τα βλέπουν αυτά και συνάγουν τα συναισθήματά μας. Μ΄ αυτό τον τρόπο, χάρη στην ανάπτυξη των εξαρτημένων αντανακλαστικών, αντιδρούν όλοι όπως αντιδρά κάποιος άλλος, που ένοιωσε ένα εξωτερικό ερέθισμα, στο οποίο ανταποκρίνεται. Οι άνθρωποι όμως, επιπλέον, επικοινωνούμε ανταλλάσσοντας όχι μόνο συναισθήματα, αλλά και γνώσεις, λόγο. Αυτό χάρη στα δευτεροβάθμια εξαρτημένα αντανακλαστικά που μόνον εμείς αναπτύσσομε. Έτσι μπορέσαμε να οργανωνόμαστε σε κοινωνίες, όπου κάθε μέλος τους κάνει κάτι διαφορετικό, όλα μαζί όμως επιτυγχάνουν κοινό σκοπό, τελικά τη δημιουργία “θησαυρού” σαν το μέλι των μελισσών, που όμως μπορεί να κεφαλαιοποιείται και να τίκτει τόκο, τον οποίον καταναλώνομε, χωρίς να θίγουμε το κεφάλαιό μας. Όλα αυτά τα ωραία έχουν βαρύ τίμημα. Τα ζώα κάνουν ό,τι τα αναγκάζουν τα αντανακλαστικά τους δηλαδή αντιδρούν σε εξωτερικά ερεθίσματα και ενεργούν όπως τα υποχρεώνουν οι περιοδικές ταλαντούμενες ζωτικές λειτουργίες τους. Περιοδικά, χωρίς εξωγενές ερέθισμα πεινάμε, διψάμε κλπ και τρώμε, πίνομε. Αυτοί είναι οι φυσικοί και βιολογικοί νόμοι που όλα τα ζώα είναι υποχρεωμένα να υπακούν. Έτσι κάνομε και μείς. Κι αυτό είναι φυσικό, αναπόδραστο, επομένως το δεχόμαστε. Επιπλέον όμως εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να πειθαρχούμε και σε κοινωνικούς νόμους. Κάνομε όχι μόνο ό,τι θέλομε, που πηγάζει από μέσα μας ή από το φυσικό περιβάλλον μας, αλλά και ό,τι θέλει το έλλογο περιβάλλον μας, τα λοιπά μέλη της κοινωνίας μας. Έρχεται ξαφνικά η επιθυμία για αφόδευση. Ένας γάιδαρος θα αμολήσει τις καβαλίνες όπου νάναι, και στη μέση της πλατείας. Κανένας άνθρωπος όμως δεν το κάνει αυτό. Τον εμποδίζει η κοινωνική παιδεία του, περιορίζεται η ελευθερία του από τους κοινωνικούς νόμους.

Και να πώς προκύπτουν οι μεγάλες αντιφάσεις που υπάρχουν στη συμπεριφορά μας. Σε όλους μας αρέσει να λέμε (και να πιστεύουμε) πως είμαστε ελεύθεροι άνθρωποι. Οι περισσότεροι, όταν λέμε “είμαι ελεύθερος άνθρωπος”, εννοούμε ότι δεν επηρεαζόμαστε από τους κοινωνικούς νόμους. Να όμως που θέμε-δε-θέμε είμαστε υποχρεωμένοι να συμμορφωνόμαστε με ποικίλους, άγραφους μάλιστα, νόμους. Δεν ξέρω νόμο που να απαγορεύει την αποπάτηση στη μέση της πλατείας. Κι όμως κανένας δεν το κάνει. Κι έτσι προκύπτουν τα διλήμματα. Ως ποιο σημείο είμαστε ελεύθεροι άνθρωποι, μπορούμε να κάνουμε δηλαδή ό,τι βιολογικά θέλομε, χωρίς τις κοινωνικές συμβάσεις; Η απλή λογική λέει ότι η ελευθερία μας φτάνει στο σημείο όπου δεν εμποδίζει την ελευθερία των άλλων.

Η τεχνολογία που εξελίσσεται μας ξαλαφρώνει από πολλές δεσμεύσεις, πάντοτε με κάποιο τίμημα βέβαια. Από χρόνια πολλά μας επέτρεψε να μιλάμε και να τηλεπικοινωνούμε. Χτυπούσε το τηλέφωνο και μιλούσαμε σα να είμαστε δίπλα ο ένας με τον άλλον. Τελευταία η πρόοδος μας επιτρέπει να βλέπουμε ποιος μας καλεί κι αν θέλουμε να μιλήσουμε μαζί του το σηκώνομε· αν δεν θέλουμε, ας τον να καλεί.  Ελεύθερος δεν είμαι; Αν θέλω απαντώ, αν δεν θέλω, όχι. Δεν πα νάχει ο άλλος ανάγκη και γι΄ αυτό με παίρνει, τι με νοιάζει εμένα; Είμαι ελεύθερος άνθρωπος σημαίνει τρία πράγματα. Πρώτο, δεν κάνω ό,τι με υποχρεώνουν οι άλλοι να κάνω. Δεύτερο, κάνω ό,τι εγώ θέλω. Τρίτο, αυτό που κάνω εγώ δεν εμποδίζει τους άλλους να κάνουν ό,τι θέλουν. Αν τους εμποδίζει, είμαι τύραννος, όχι ελεύθερος. Το πρώτο είναι αυτονόητο. Όμως, αν δεν έχω δική μου βούληση, δικό μου σκοπό, είμαι έκθετος σε ποικίλους πειρασμούς και επομένως, χρειάζεται ο δεύτερος όρος, να έχω ένα δικό μου σκοπό στον οποίον πειθαρχώ. Κι ο δεύτερος όρος όμως δεν αρκεί. Αν δεν είμαι έτοιμος οποιαδήποτε στιγμή να αναθεωρήσω το σκοπό μου, όπως αν είμαι εξαρτημένος από φάρμακα ή από το τζόγο, δεν είμαι προφανώς ελεύθερος. Τα τρία αυτά κριτήρια ικανοποιούνται όταν κάποιος είναι κύριος του εαυτού του. Πιο αναλυτικά, όταν το νοητό Εγώ του δεσπόζει πάνω στο αισθητό και το κοινωνικό. Τότε δεν αντιδρά σε κάθε ερέθισμα χωρίς να σκεφθεί τις συνέπειες της αντίδρασής του. Δεν σταματά να αγωνίζεται έστω κι αν πονάει, αν από τον αγώνα του αυτόν, πάλη ή φυγή, εξαρτάται η επιβίωσή του. Και δεν κάνει ανεξέλεγκτα ό,τι τον διατάσσουν οι βιολογικές ταλαντώσεις του, δεν τρώει όποτε νάναι, δεν αφοδεύει οπουδήποτε οποτεδήποτε, το ίδιο δεν συνουσιάζεται χωρίς έλεγχο, ούτε υπακούει σε επίκτητες εξαρτήσεις, όπως από φάρμακα και τοξικές ουσίες. Και δεν υπακούει σε ό,τι τον διατάσσουν οι άλλοι, αν αυτό είναι ενάντια στις πεποιθήσεις του, αλλά και ούτε επιβάλλει σε άλλους τη βούλησή του. Ο τύραννος δεν είναι ελεύθερος άνθρωπος, διότι εξαρτάται από πλείστους παράγοντες που του επιτρέπουν να είναι τύραννος. Πάνωθέ του κρέμεται διαρκώς μια Δαμόκλειος σπάθη.

Η επικοινωνία μας παίρνει ποικίλες μορφές. Μπορεί να είναι υποτακτική, μιμητική, συμπληρωματική, δεσποτική, επιθετική, τυραννική κλπ, ανάλογα με το ποιος μιλάει σε ποιον. Η διακοπή επικοινωνίας είναι ένα πανίσχυρο όπλο. Περιγράφει ο B. Brecht τον τύραννο που απαιτεί από τον υποτακτικό του να κάνει ό,τι τον διατάζει. Εκείνος υπακούει πιστά. Αν δεν υπακούσει θα υποστεί τις βαριές συνέπειες. Όμως δεν του απευθύνει ποτέ ούτε μια λέξη. Ώσπου ο τύραννος σκάει από την καλοπέραση (πάντα η τυραννία κάποτε πεθαίνει) και τότε ο υποτακτικός λέει: “Όχι!” Το κακό είναι ότι αυτή η παθητική πανίσχυρη αντίδραση δεν είναι καθόλου εύκολο να εφαρμοστεί. Παντρεύτηκα, πούλησα, αγόρασα. Χρειάζομαι μια θεσμική πιστοποίηση. Και αυτήν δεν μπορώ να την έχω παρά μόνον αν τη ζητήσω από την κρατούσα κατάσταση, την εξουσία. Η παθητική αντίσταση μπορεί να μην είναι διακοπή μόνο της λεκτικής επικοινωνίας. Ξαφνικά, συνεννοημένοι, αποφασίζομε όλοι να μην πληρώνουμε τίποτε στο κράτος μας. Ούτε φόρους, ούτε ΔΕΗ ούτε τηλέφωνα ούτε ύδρευση, τίποτε! Το τυραννικό κράτος έτσι καταρρέει. Το πρόβλημα είναι ότι για πόσο διάστημα μπορώ να αντέξω χωρίς ρεύμα ή νερό; Βέβαια, αν το κάνουμε όλοι, το τυραννικό κράτος αντέχει λιγότερο από τον καθένα. Σε τέτοια βάση στηρίχτηκε η απελευθέρωση που έγινε  στην Ινδία το 1947 και στη Νότια Αφρική το 1991, αλλά είναι ομολογουμένως πολύ δύσκολη. Η ουσία παραμένει ότι η διακοπή επικοινωνίας είναι ένα πανίσχυρό όπλο. Και φυσικά δεν επιτρέπεται να γίνεται κατάχρησή της. Αυτή δηλώνει απουσία ελευθερίας, αδυναμία αντοχής στις ποικίλες εξωγενείς πιέσεις, ενώ έχει, είπαμε, βαριές συνέπειες.

ΔΑΜΟΚΛΗΣ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Κοινή Γνώμη, 2 Νοεμβρίου 2021

Ο Δαμοκλής, λέει ένα ανέκδοτο της εποχής, ήταν ένας δούλος αυλοκόλακας του Διονυσίου, τυράννου των Συρακουσών. Ο σοφός τύραννος του πρότεινε να αλλάξουν ρόλους για μια μέρα κι ο Δαμοκλής με μεγάλη χαρά δέχθηκε. Καθόταν, έτρωγε κι έπινε κι απολάμβανε τις ομορφιές της άνετης ζωής, όταν παρατήρησε πως πάνω από το θρόνο που καθόταν υπήρχε ένα σπαθί κρεμασμένο από τρίχες αλόγου. Οποιαδήποτε στιγμή μπορούσαν οι τρίχες να κοπούν και το σπαθί θα έπαιρνε το κεφάλι του Δαμοκλή. Ρώτησε το Διονύσιο κι εκείνος του απάντησε πως αυτός μόνος του το τοποθέτησε εκεί για να του θυμίζει να παίρνει τις σωστές αποφάσεις για το λαό του και σε πόσο μεγάλο κίνδυνο ήταν η ζωή του καθημερινά. Ο Δαμοκλής ζήτησε άρον άρον να επιστρέψει στον προηγούμενο βίο του ταπεινωμένος. Ο Διονύσιος βέβαια ήταν σοφός τύραννος, αντίθετα από το συνηθισμένο, γι΄ αυτό και έμεινε στην εξουσία για πολλά χρόνια.

J. Caesar, J. Garfield, A. Lincoln, J. Kennedy, W. Mc Kinley, M. Antoinette, Charles I of England, Никола́й II, Γεώργιος Α΄, Ελ. Βενιζέλος … Υπάρχει ένας μακρός κατάλογος ονομάτων μεγάλων, πανίσχυρων ηγετών που έπεσαν από τη Δαμόκλειο σπάθη. Αφήνω τις πολλές δεκάδες βασιλικών οικογενειών στο Βυζάντιο και, πολύ περισσότερο, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου οι φόνοι γίνονταν προληπτικά σε μέλη της ηγετικής οικογένειας. Ο κανόνας είναι ότι όσο περισσότερο αυταρχική, “ελέω Θεού”, είναι μια αρχή, τόσο περισσότερο είναι εκτεθειμένη στη Δαμόκλειο σπάθη. Γι΄ αυτό το λόγο δεν έχω αντίρρηση όταν ακούω ότι ο πρωθυπουργός ή ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μας ταξιδεύουν με ειδικό όχημα και όχι με τα συνήθη μέσα μαζικής κυκλοφορίας. Βέβαια, θυμάμαι νεαρός είχα συναντήσει στη Βασιλίσσης Σοφίας να περπατά στο πεζοδρόμιο ασυνόδευτος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Θαύμασα, αλλά αυτό ήταν εξαίρεση, αν όχι απερισκεψία. Οι ηγέτες της εξουσίας είναι εκτεθειμένοι σε στοχευμένες δολοφονίες σημαντικά περισσότερο από τους κοινούς πολίτες.

Κι όμως, παρά τη διαρκή παρουσία της Δαμόκλειας σπάθης, τόσο πολλοί είναι εκείνοι που επιζητούν την ηγεσία της εξουσίας, την “καρέκλα”, που πάνω της κρέμεται από λίγες τρίχες αλόγου ο θάνατος. Είναι πολύ ελκυστική. Η πλήρωση των θέσεων εξουσίας είναι απαραίτητη. Είναι βασικός θεσμός για τη διατήρηση της ενότητας της κοινωνίας. Η κληρονομική διαδοχή, μολονότι έχει επικρατήσει συχνά στην ιστορία, είναι λογικά αδύνατο να εξασφαλίσει την καλύτερη δυνατή εξουσία, δηλαδή εκείνη στην οποίαν ο ηγέτης νοιάζεται για το λαό μάλλον παρά για τα συμφέροντά του. Η εκλογή είναι ο άλλος τρόπος. Εφόσον μάλιστα συνοδεύεται από θητεία περιορισμένου χρόνου, βελτιώνει σημαντικά την κατάσταση. Με την εκλογή όμως οι ηγέτες είναι προεπιλεγμένοι. Είναι άτομα με δύο χαρακτηριστικά: αφενός έχουν μεγάλη φιλοδοξία να γίνουν αυτοί οι ηγέτες και αναλώνουν μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς τους γι΄ αυτό το σκοπό, και αφετέρου ξέρουν τι να κάνουν όταν αναλάβουν την εξουσία, ικανότητα που ελάχιστοι από τους φιλοδόξους έχουν, αν και νομίζουν πως ναι, αυτοί ξέρουν. Η προεπιλογή γίνεται αφενός από τους ίδιους, είναι δηλαδή φιλόδοξοι άνθρωποι, ή εκλεγμένοι από μια πολιτική ομάδα όπως είναι ένα κόμμα. Στη δεύτερη περίπτωση, έχουν χάσει σημαντικό μέρος της ελευθερίας τους. Αν δεν κάνουν ό,τι επιτάσσει ο εκλογέας τους, το κόμμα συνήθως, ακόμη και ενάντια στις προσωπικές πεποιθήσεις και τη συνείδησή τους, τιμωρούνται, χάνουν την εξουσία. Αφήνω τη δευτερογενή εξάρτησή τους από το κοινό που ψηφίζει. Ο τρίτος τρόπος είναι μια διαδοχή στηριγμένη σε μαθηματικό τύπο, όπως είναι π.χ. η αρχαιότητα, επετηρίδα, η αλφαβητική διαδοχή, η κλήρωση κλπ. Αυτοί οι τελευταίοι τρόποι προϋποθέτουν ότι η θέση εξουσίας που αναλαμβάνουν δεν απαιτεί ιδιαίτερες γνώσεις και εμπειρία, αλλά αρκούν γενικές προδιαγραφές, όπως η εντιμότητα, η κριτική ικανότητα, ο κοινός νους, που δεν μετριούνται με αξιοπιστία, αλλά είναι ισότιμα, στατιστικά κατανεμημένες σε όλους· μαθαίνονται, αλλά δεν διδάσκονται. Υποτίθεται βέβαια πως π.χ. η αρχαιότητα αθροίζει εμπειρία. Από τις τρεις εξουσίες, μόνο η ποινική δικανική (ένορκοι) και η νομοθετική (βουλευτές) θα μπορούσαν να ακολουθούν τη μέθοδο της κλήρωσης. Αντίθετα, η εκτελεστική εξουσία απαιτεί προπάντων γνώσεις και εμπειρία, επομένως η εκλογή είναι ίσως η πιο κατάλληλη μέθοδος επιλογής τους. Ιδιαίτερα η δικανική εξουσία για τις αστικές και διοικητικές υποθέσεις απαιτεί άριστη γνώση των νόμων, διότι με αυτούς συγκρίνεται η κρινόμενη πράξη. Αντίθετα, στα ποινικά δικαστήρια συγκρίνεται κάποιο άτομο με μια ήδη τεκμηριωμένη παράνομα εκτελεσμένη πράξη και στη βουλή συγκρίνεται ένα νομοσχέδιο (πρόταση της κυβέρνησης) με τη βούληση της κοινωνίας, την οποίαν ως τυχαία κληρωμένο δείγμα της η βουλή διαθέτει με στατιστική αξιοπιστία.

Σε όλες τις περιπτώσεις ισχύει ο κανόνας που έθεσε ο Αριστοτέλης: μᾶλλον πειρᾶσθαι μικρὰς καὶ πολυχρονίους διδόναι τιμὰς ἢ ταχὺ μεγάλας. Μικρές τιμές μακροχρόνια, μεγάλες για βραχύ διάστημα. Ο επίδοξος δολοφόνος θα εκθέσει σε κίνδυνο τη ζωή του, αν θέλει να την ανταλλάξει με έναν ηγέτη και, αν ο ηγέτης, έτσι κι αλλιώς θα έχει απομακρυνθεί μετά από λίγο, δεν αξίζει να το κάνει. Ο κανόνας αφενός προστατεύει τον ηγέτη από τη Δαμόκλειο σπάθη και αφετέρου μειώνει τις πιθανότητες διεφθαρμένης συμπεριφοράς του αρχηγού. Μια σημαντική διαφθορά απαιτεί για να οργανωθεί αρκετό χρόνο, ο οποίος δεν διατίθεται όταν η θητεία είναι βραχυχρόνια. Βέβαια υπάρχει και η εκδικητική αντίληψη, όπως της μαφίας, στην οποίαν, αν κάνει κάποιος κάτι ανεπιθύμητο στον επίδοξο δολοφόνο, ποτέ δεν θα είναι ήσυχος στην υπόλοιπη ζωή του, ακόμη και όταν δεν θα είναι πια ηγέτης. Ωστόσο, αυτό το κίνητρο είναι πολύ μικρότερο, ενώ εξάλλου απασχολεί λιγότερο την κοινωνία, που δεν θα χάσει τίποτε αν δολοφονηθεί ένας πρώην ηγέτης της. Δικαιολογεί, ωστόσο, προστασία από το κράτος και για τους τέως. Η εκδικητική αντίληψη υπάρχει ακόμη και στην επίσημη δικαιοσύνη με τη δικαιολογία του παραδειγματισμού, που η ηθική ισχύς του απαιτεί πολλή συζήτηση. Να τιμωρείται κάποιος αυστηρά για να μην κάνει, αν κάνει, στο μέλλον, κάποιος άλλος παρόμοια πράξη!

Η Δαμόκλειος σπάθη κρέμεται αυτή τη στιγμή πάνω από τον Κ. Μητσοτάκη, τον R. T.  Erdoğan, τον В. Путин, τον J. Biden, κλπ. Η Δαμόκλειος λύση, σαν θεία δίκη, δεν είναι λύση. Η αιφνίδια εξαφάνιση ενός ηγέτη, έστω και μισητού, αναστατώνει την ισορροπία. Όταν υπάρξει τέτοια απρόβλεπτη αναστάτωση, κανένας δεν ξέρει αν η διάδοχη κατάσταση θα είναι καλύτερη ή χειρότερη από την υπάρχουσα. Πάντως ούτε ψύλλος στον κόρφο τους. Μην τους ζηλεύετε και μην προσπαθείτε να εξεγείρετε άλλους εναντίον τους.