ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Ηπειρωτικός Αγών, 10 Ιουλίου 2021

Ιδέα είναι κάθε παράσταση που σχηματίζεται από τη νόηση. Διαφέρει από τη σκέψη που αποτελεί μία αυθόρμητη λειτουργία του εγκεφάλου και είναι ακατέργαστη. Η ιδέα αποτελεί το προϊόν επεξεργασίας πολλών σκέψεων. Έτσι κι αλλιώς, η ιδέα είναι καθαρά νοητική υπόθεση. Ο Πλάτων θεώρησε ότι πραγματικός είναι ο κόσμος των ιδεών, άφθαρτος, ακατάλυτος, ενώ ο αισθητός κόσμος είναι ένα φθαρτό κακέκτυπο του κόσμου των ιδεών. Σήμερα, όλοι πια παραδέχονται ότι “nihil in intellectu quod non prius in sensu” (Τίποτε δεν υπάρχει στη νόηση αν πρώτα δεν πέρασε από τις αισθήσεις, J. Locke). Παρ΄ όλα αυτά, η διάκριση σε νοητό και αισθητό κόσμο είναι πρακτικά χρήσιμη.

Η σύνδεση της σκέψης με την αισθητή πραγματικότητα είναι διττή. Αφενός ο έξω κόσμος εισάγεται στη νόηση διαμέσου των αισθήσεων οδηγώντας στη Γνώση, ένα επεξεργασμένο σύνολο εννοιών, και αφετέρου η νόηση, ως Βούληση, εξάγεται στον έξω κόσμο διαμέσου των μυών και των αδένων μας. Η έξοδος της νόησης έχει κάποιον ενδιάμεσο σταθμό στον άνθρωπο, την  έκφρασή της. Η έκφραση δεν είναι αμιγής νόηση, αφού είναι αισθητή ακουστικά και οπτικά, αλλά ούτε και είναι πράξη. Αυτή η ενδιάμεση θέση της είναι κρίσιμο ηθικό και νομικό ζήτημα, που αφορά την ελευθερία της έκφρασης. Έτσι κι αλλιώς, μια ιδέα δεν μπορεί να αξιολογηθεί πριν εκφρασθεί. Πώς μετριέται αυτή η αξία;

Το ζήτημα αποκτά σημασία, καθώς η αξία μια ιδέας είναι ένα κρίσιμο στοιχείο στην αποτίμησή της, που καθορίζεται κυρίως ποσοτικά, με το πόσα χρήματα χρειάζονται για να αγορασθεί ένα αγαθό ή μια υπηρεσία, τι βαθμοί χρειάζονται για να εισαχθεί κάποιος σε ΑΕΙ κλπ.

Υπάρχουν βέβαια εσωτερικά κριτήρια. Πρωτεύον είναι η πρωτοτυπία της. Τα αντικειμενικά στοιχεία από τα οποία ξεπήδησε είναι κοινά για όλους. Ο τρόπος της επεξεργασίας τους όμως είναι μοναδικός από τον καθένα. Μια κοινοτοπία δεν αξίζει πολλά. Δεύτερο κριτήριο είναι η συνοχή της, η απουσία αντιφάσεων των στοιχείων της μεταξύ τους  και προς άλλες καθιερωμένες ιδέες, αλλά, προπάντων, μεταξύ αυτών και εκείνων που προκύπτουν από τον αισθητό κόσμο. Υπάρχει όμως και η αξία της ιδέας για τους άλλους.

Πρότυπη αντικειμενική αξία μιας ιδέας και του δημιουργού της είναι το εάν οδήγησε σε σημαντική πράξη. Αυτή όμως είναι μια εκ των υστέρων κρίση, ενώ συχνά χρειαζόμαστε μια προκαταβολική κρίση. Υποκατάστατο στοιχείο είναι πόσους πείθει. Ανάλογα με την αμεσότητα της κρίσης μπορώ να σκεφθώ τρία επίπεδα. Πόσο αξίζει ο φορέας που παρουσιάζει την ιδέα; Εννοώ το περιοδικό, τα πρακτικά ενός συνεδρίου, τον ηλεκτρονικό τόπο που την παρουσίασε κλπ. Για να εμφανισθεί εκεί η ιδέα, σημαίνει πως κάποιοι την έκριναν. Ωστόσο, η αξία του φορέα είναι κι αυτή συζητήσιμη, ενώ ένας από τους δείκτες του είναι ο “δείκτης εμβέλειας” διεθνώς καθιερωμένος ως  impact factor. Εξάλλου, η αξία του φορέα εξαρτάται από την αξία των ιδεών που παρουσιάζει, ενώ το αντίθετο είναι συζητήσιμο. Πάντως η κρίση αυτή αφορά την ποιότητα του φορέα και όχι την ποιότητα των κειμένων που φιλοξενεί. Το ίδιο το κείμενο μπορεί να κριθεί από τον αριθμό των μνειών (citation index) που του γίνονται στη βιβλιογραφία άλλων συγγραφέων. Όμως, αυτός ο δείκτης καθυστερεί πολύ, καθώς. ώσπου να δημοσιευθούν εργασίες που αναφέρονται στην κρινόμενη, παρέρχεται πολύς χρόνος, έτσι που μια δημοσίευση παλιότερη αναμένεται στατιστικά να έχει περισσότερες μνείες από μια νεότερη. Εξάλλου, οι αναφορές από άλλους εξαρτώνται από πλήθος παραγόντων, που, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν και ένα είδος συνδιαλλαγής: Αναφέρω το όνομά σου στην εργασία μου και προσδοκώ, αντίστοιχα, να αναφέρεις το δικό μου σε μια δική σου. Εξάλλου, μια αθροιστική εργασία, π.χ. μια μετανάλυση ή η έκθεση μιας επιτροπής που κάνει συστάσεις, είναι φυσικό να έχει πλήθος μνειών και να μνημονεύεται επίσης από μεγάλο πλήθος. Τέλος, η αξία μιας επιστημονικής εργασίας δεν διευκρινίζει την αξία των ερευνητών, αν είναι πλείονες του ενός. Αυτή μπορεί να αξιολογείται αν δηλώνεται ο ρόλος καθενός από τους μετέχοντες στη γένεση και τεκμηρίωση της ιδέας.

Η πραγματική αξία της ιδέας θα εξαρτηθεί όχι μόνο ποσοτικά από το πόσους πείθει, αλλά, προπάντων, ποιοτικά, από το πόσο οδήγησε σε πράξη σημαντική για την ανθρωπότητα. Σπουδαίες ιδέες που επηρέασαν την πορεία της επιστήμης και του κόσμου είτε δυσκολεύτηκαν να δημοσιευθούν από αλλεπάλληλα περιοδικά ή ελάχιστα αναφέρονται από άλλους. Να θυμηθούμε πόσο δυσκολεύτηκε ο Κολόμβος να πείσει για την ιδέα του να πορευθεί προς τις Ινδίες πλέοντας δυτικά και όχι ανατολικά.

Ως προς τη συμβολή των καθέκαστα ερευνητών, στο σύγχρονο κόσμο μια ιδέα είναι συχνά προϊόν συζήτησης μεταξύ πολλών που συνδιαλέγονται. Αυτό διευκρινίζεται, αν οι ίδιοι οι συγγραφείς δηλώνουν τη συμβολή τους στη διαμόρφωση της ιδέας. Κάποιος μπορεί να είχε την αρχική έμπνευση. Αυτή διαμορφώθηκε όταν συζητήθηκε με άλλους, οι οποίοι πρόσεξαν τις αντιφάσεις της με τον εαυτό της, τις προϋπάρχουσες γνώσεις, τις εμπειρικές παρατηρήσεις. Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο. Προσθέτει η ιδέα κάτι νέο; Αν ναι, χρειάζεται πολλή σκέψη, διότι ενδέχεται να ανατρέπει τα καθιερωμένα, πράγμα που δημιουργεί επιφυλάξεις. Κάποιοι μπορεί να αναζήτησαν τη σχετική βιβλιογραφία. Σπάνια, μια επαναστατικά νέα ιδέα πρέπει να παρουσιασθεί με μετριασμό της πρωτοτυπίας της, για να μην υπάρξουν αντιδράσεις. Μ νομίσητε  τι  ἦλθον  καταλσαι τόν νόμον τος προφήτας· οὐκ ἦλθον  καταλσαι λλ πληρσαι (Ματθαίος). Ακολουθεί το στάδιο του σχεδιασμού της εμπειρικής τεκμηρίωσης που μπορεί να σημαίνει πείραμα, που κι αυτό απαιτεί συζήτηση, αλλά και υλοποίηση αυτού του σχεδιασμού από έναν ή περισσοτέρους. Έπεται η συγγραφή της μελέτης από κάποιον, την οποίαν κρίνουν και διορθώνουν, αν χρειάζεται, όλοι οι συνσυγγραφείς. Παράλληλα, κάποιος μεριμνά για τη χρηματοδότηση που χρειάζεται περισσότερο η υλοποίηση παρά η σύλληψη της ιδέας. Από τη δηλωμένη συμβολή καθενός κρίνεται ο εκάστοτε ερευνητής.

Μια διαδικασία σαν την παραπάνω έχει αρχίσει να εφαρμόζεται αυτόματα, αλλά ανοργάνωτα, ιδίως στις θετικές επιστήμες, ενώ στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές εξακολουθεί να επικρατεί η αποκλειστικά προσωπική συμβολή. Ήδη όμως στην αρχαιότητα η ομαδική έρευνα είχε αρχίσει. Τα Πολιτικά του Αριστοτέλη στηρίζονται σε 158 περιγραφές πολιτειών που έγιναν από μαθητές του. Μολονότι ο μεγάλος φιλόσοφος δεν ανέφερε τα ονόματά τους, οι πραγματείες τους κυκλοφόρησαν, αν και δεν έχει διασωθεί παρά μόνον η Αθηναίων Πολιτεία. Τίποτε δεν εμποδίζει ένα ιστορικό ή φιλοσοφικό κείμενο να έχει προκύψει από τη συνεργασία περισσότερων ερευνητών.

Οι παραπάνω σκέψεις προέκυψαν μετά από συζητήσεις με τους ομότιμους καθηγητές κκ. Σ. Μουλόπουλο,  Π. Μαχαίρα και Δ. Κόκκινο.

ΑΝΑΠΟΔΕΙΚΤΗ ΥΠΟΘΕΣΗ

Δημήτρης Α. Σιδερής., ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Πρωινός Λόγος, Τρικαλά, 8 Ιουλίου 2021

Μαζί με την αμφιφυλοφιλία και την ετεροφυλοφιλία, η ομοφυλοφιλία είναι μία από τις τρεις βασικές κατηγορίες σεξουαλικού προσανατολισμού. Η επιστήμη δεν γνωρίζει τις ακριβείς αιτίες που διαμορφώνουν το σεξουαλικό προσανατολισμό, αλλά πιστεύεται ότι οφείλεται σε μία περίπλοκη αλληλεπίδραση γενετικήςορμονών και περιβαλλοντικών επιρροών, και δεν τον θεωρούν επιλογή. Ως πριν από λίγες δεκαετίες κατατασσόταν στις νοσηρές διαστροφές η ομοφυλοφιλία, ενώ ήδη αναγνωρίζονται επίσημα γάμοι μεταξύ ομοφυλοφίλων. Θα επιχειρήσω εδώ μια υπόθεση που χρειάζεται επιστημονική απόδειξη. Την προτείνω, αναπόδεικτα, διότι δεν γνωρίζω άλλη. Ο αναγνώστης παρακαλώ να την κρίνει με κάθε επιφύλαξη.

Οι φυσιολογικές επιθυμίες μας ταλαντώνονται με το χρόνο. Περιοδικά πεινάω και αναζητώ τροφή. Μόλις φάω και είμαι στη φάση του κόρου, κανένα ερέθισμα δεν μπορεί να με επαναδιεγείρει. Βαθμιαία κατόπιν υποχωρεί η ανερέθιστη αυτή φάση. Αν, πριν πεινάσω, μου παρουσιασθεί ένα ορεκτικό έδεσμα, μου ανοίγει την όρεξη και επισπεύδονται οι πράξεις αναζήτησης τροφής. Το πιο νόστιμο έδεσμα δεν είναι το ηδύ, η ζάχαρη· είναι εκείνο που γεύομαι την ώρα που πεινάω. Εγκαθιστά εξαρτημένο αντανακλαστικό και η εμφάνιση του συγκεκριμένου φαγητού μου ανοίγει την όρεξη σα να ήταν ο πιο ορεκτικός μεζές. Όμοια, μόλις τελειώσει η ερωτική πράξη με τον οργασμό, κανένα ερέθισμα δεν μπορεί να με επαναδιεγείρει. Βαθμιαία υποχωρεί η ανερέθιστη φάση. Κάποια στιγμή θα φθάσω σε κρίσιμη ένταση της ερωτικής επιθυμίας και θα ικανοποιηθώ είτε με αυτοϊκανοποίηση είτε με ερωτικό(ή) σύντροφο είτε και ακούσια με ονείρωξη. Αν, λίγο πριν από αυτή την κρίσιμη ένταση, μου παρουσιασθεί ένα ερωτικό ερέθισμα, π.χ. η εικόνα ενός προκλητικού γυμνού, επισπεύδεται η κρίσιμα ισχυρή ερωτική επιθυμία και η ερωτική πράξη. Σε μια παραδοσιακή αυστηρή οικογένεια, όπως απομεινάρια της εξακολουθούν να υπάρχουν στον τόπο μας σε νομαδικές κοινωνίες, το πιθανότερο ερέθισμα στην κρίσιμα ευερέθιστη αυτή περίοδο είναι η ίδια η οικογένεια. Συχνά όλα τα μέλη της ζουν σε κοινό χώρο και ο έφηβος συνυπάρχει μαζί με τους γονείς και τα παντρεμένα αδέλφια του. Το εξαρτημένο αντανακλαστικό που δημιουργείται έχει ως ερέθισμα επομένως στοιχεία της ίδιας της οικογένειας και ο(η) έφηβος(η) ταυτίζεται με το ρόλο του φύλου του(ης) μέσα στην οικογένεια, ενώ το ερέθισμα που προκύπτει είναι το αντίθετο φύλο. Ερμηνεύοντας αλλιώς το φαινόμενο ο Freud, παρατηρεί σωστά ότι το αγόρι θέλει να είναι ο πατέρας του και να έχει τη μητέρα του. Η εξέλιξη της κοινωνίας έγινε απαγορευτική για το Οιδιπόδειο αυτό σύμπλεγμα και την αιμομιξία, διατηρώντας όμως την προτίμηση φύλου για ταύτιση και για συμπλήρωση.

Η σύγχρονη οικογένεια οδηγείται σε διάλυση της παραδοσιακής. Οι οικονομικοκοινωνικές συνθήκες είναι τέτοιες που η γυναίκα πρέπει να εργάζεται παραγωγικά κι όχι να φροντίζει το σπίτι της. Δεν είναι απίθανο ο άντρας να δουλεύει στη Θεσσαλονίκη, ενώ η γυναίκα στα Χανιά. Εξάλλου, η οικονομική απεξάρτηση της γυναίκας από τον άντρα, αφού εργάζεται και η ίδια, εύκολα οδηγεί τις ενδοοικογενειακές μικροαντιθέσεις σε συγκρούσεις. Παράλληλα, τα ΜΜΕ εισάγουν μέσα στα σπίτια μας ακραίες σκηνές βίας και ασυνήθιστου έρωτα. Όλα αυτά μπορούν να δημιουργούν τα πιο ποικίλα εκλεκτικά ερωτικά ερεθίσματα, που ενδέχεται να φθάνουν στο σαδισμό ή σε κάθε άλλου είδους εκτροπές από την κοινή πρακτική. Στη φύση, καθώς η ανατομική κατασκευή των δύο φύλων είναι συμπληρωματική, με τη γυναίκα να χαρακτηρίζεται από μια κοιλότητα και τον άνδρα από μια προεξοχή, ευνοείται η ετερόφυλη ερωτική επαφή. Χάρη σ΄ αυτήν υπάρχει καθένας μας και χάρη σ΄ αυτήν συνεχίζεται η ζωή. Ωστόσο, αν και επικρατεί στη φύση, δεν είναι υποχρεωτική. Τα ηδονικά σωμάτια, που ο ερεθισμός τους προκαλεί αφενός μια αλυσίδα αντανακλαστικών με θετική ανάδραση και αφετέρου υποκειμενικά αίσθημα της ηδονής, είναι διάσπαρτα. Υπάρχουν κυρίως στον κόλπο και στην κλειτορίδα στις γυναίκες, στη βάλανο και στον προστάτη στους άνδρες. Ο ερεθισμός τους με οποιονδήποτε τρόπο οδηγεί στον οργασμό.  

Η ενήβωση σημαίνει έναρξη της έκκρισης ποικίλων ορμονών που οδηγούν σε ανάπτυξη των γεννητικών οργάνων, και, μεταξύ άλλων, στην ευαισθησία των ερωτογόνων ζωνών (π.χ. εφήβαιο, μαστοί, χείλια κλπ), που ο ερεθισμός τους προάγει τη διέγερση των έξω γεννητικών οργάνων. Με την παραπάνω, αναπόδεικτη, υπόθεση που αδρά περιέγραψα, η ερωτική επιθυμία προδιαγράφεται κληρονομικά με τα κατάλληλα φυσικά αντανακλαστικά, αλλά ο προσανατολισμός της είναι επίκτητος με τη δημιουργία εξαρτημένων αντανακλαστικών. Η κοινωνία επομένως μπορεί να επηρεάσει το φαινόμενο. Στην αρχαία Σπάρτη, και αλλού, όπου οι νέοι ζούσαν μεγάλο μέρος της ζωής τους σε στρατόπεδα, που βέβαια ήταν μονοφυλετικά, η ομοφυλόφιλη σχέση ήταν μέρος της κανονικής ζωής τους. Στην Αθήνα υπήρχε μια νόθα κατάσταση, όπου η ομοφυλοφιλία φαίνεται πως ήταν πιο συχνή στις ανώτερες τάξεις, μάλλον παρά στις κατώτερες. Εξάλλου, η ίδια η πολιτεία επενέβαινε. Όταν υπήρχε τάση για υπερπληθυσμό, οι νέοι ζούσαν περισσότερο σε στρατόπεδα, παρά έξω από αυτά. Ο Παύλος την καταδίκασε ρητά, αλλά, υπάρχουν σοβαρές, αν και συνήθως αναπόδεικτες, ενδείξεις ότι ευδοκιμεί στα Χριστιανικά μοναστήρια που είναι βέβαια μονοφυλετικά.

Σημειώνω ότι γενικά, ενώ η τάση για να κάνω κάτι είναι κληρονομικά προδιαγραμμένη με φυσικά αντανακλαστικά, το τι και πώς θα κάνω εξαρτάται από επίκτητους παράγοντες, τα εξαρτημένα αντανακλαστικά. Το βρέφος, αν τρυπηθεί με ένα αγκάθι, διεγείρεται και κουνιέται ολόκληρο. Μια από τις κινήσεις του οδηγεί τυχαία στην εντόπιση του επώδυνου σημείου και η αφαίρεση του αγκαθιού το ανακουφίζει. Έτσι μαθαίνει να κάνει σκόπιμα μόνο την απαραίτητη κίνηση για τις περιβαλλοντικές προκλήσεις. Η ένταση των εξαρτημένων αντανακλαστικών είναι τόσο μεγάλη, που δεν ελέγχονται, όπως και των φυσικών. Η θέα ενός νόστιμου μεζέ με κάνει να τρέχουν τα σάλια μου, όπως και όταν ο μεζές τοποθετηθεί στο στόμα μου.

Με τις παραπάνω παρατηρήσεις, η προσπάθεια να αναστραφεί ο ερωτικός προσανατολισμός είναι μάταιη. Φυσικά, όχι εντελώς, αφού, όπως επισημάνθηκε στην αρχή μπορεί να είναι αμφιφυλόφιλος και τότε η κοινωνία μπορεί να τον σπρώξει στον επιθυμητό προσανατολισμό. Ωστόσο, το περιβάλλον μπορεί να επηρεάσει το φαινόμενο όχι σε ατομικό, αλλά σε κοινωνικό επίπεδο. Η (επαν)ενίσχυση του οικογενειακού θεσμού, χωρίς τα μειονεκτήματα του παραδοσιακού, είναι το κύριο μέτρο. Υπενθυμίζεται ότι σε σύγχρονες παραδοσιακές οικογένειες νομάδων, ο γάμος δεν είναι προσωπική, αλλά οικογενειακή υπόθεση: Παντρεύονται δυο οικογένειες και το διαζύγιο είναι άγνωστο, διότι θα σήμαινε διάσπαση ολόκληρων οικογενειών με τις οικονομικοκοινωνικές συνέπειές του.

Τελικά, αν η υπόθεσή μου ισχύει, σύγχρονο πρόβλημα δεν είναι η ομοφυλοφιλία (ή ομοφοβία), αλλά η οικογένεια.

ΚΛΙΜΑ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Κοινή Γνώμη, 6 Ιουλίου 2021347. Κλίμα.JPG

Έχω γράψει επανειλημμένα για τη σημασία της γεωγραφίας ενός τόπου στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των κατοίκων του. Οι ορεινές περιοχές ευνοούν τη δημιουργία βοσκών και ληστών, οι νησιωτικές και παράλιες ψαράδων και πειρατών, οι πεδινές γεωργών, τσιφλικάδων και κολλήγων. Η θέση του ακόμη ανάμεσα σε άλλες κοινωνίες συμβάλλει ευνοώντας ή όχι τις επαφές μεταξύ διαφορετικών ανθρώπων. Η επαγγελματική ενασχόληση όμως διαμορφώνει αντίστοιχες στάσεις και χαρακτήρες που δεν εκδηλώνονται μόνο στο επαγγελματικό ωράριο, αλλά και σε όλο το χρόνο των ανθρώπων. Ο άλλος φυσικός, υπερανθρώπινος παράγοντας που διαμορφώνει τους κατοίκους ενός τόπου είναι το κλίμα του.

Κλίμα  ονομάζεται η μέση καιρική κατάσταση ή καλύτερα ο μέσος καιρός μιας περιοχής, που προκύπτει από τις μακροχρόνιες παρατηρήσεις των διαφόρων μετεωρολογικών στοιχείων. Εξαρτάται από ποικίλους παράγοντες. Ένας είναι μια φυσική ταλάντωση του γήινου κλίματος κάθε πολλές χιλιάδες χρόνια. Ζούμε σε μια περίοδο εξαιρετικά ευνοϊκή, με τους παγετώνες να περιορίζονται μόνο στους πόλους και τις γειτονικές τους περιοχές. Άλλος παράγοντας είναι οι αληγείς άνεμοι, που δεν λήγουν ποτέ. Απαντώνται κυρίως στις θερμές περιοχές γύρω από τον Ισημερινό και έχουν μόνιμη κυρίαρχη διεύθυνση,  στο βόρειο ημισφαίριο βορειοανατολική, ενώ στο νότιο νοτιοανατολική. Αυτοί οφείλονται στο ότι κάποιες περιοχές θερμαίνονται όλο το έτος πολύ περισσότερο από άλλες. Ο αέρας πάνω από τις θερμές ζεσταίνεται, αραιώνει και ο πυκνότερος αέρας από τις ψυχρές περιοχές ρέει να καλύψει το κενό. Η ανατολική κατεύθυνσή τους οφείλεται στην περιστροφή της γης. Τέτοιοι άνεμοι ενδέχεται να μεταφέρουν υδρατμούς και βροχές, αν έρχονται από τη θάλασσα, ή ξηρασία, αν έρχονται από εκτεταμένες στεριές. Υπάρχουν όμως και οι εποχιακοί άνεμοι, όπως είναι οι μουσώνες και, στον τόπο μας, οι ετησίες (μελτέμια). Οι διαφορές θερμοκρασίας κατά τόπους γίνονται έντονες κάποιους μήνες του έτους και προκαλούν τους εποχιακούς ανέμους. Στην πατρίδα μας η υπερθέρμανση της Αφρικής το καλοκαίρι προκαλεί μετακινήσεις αέρα από το βοριά, που στο Αιγαίο ιδίως πέλαγος γίνονται αισθητές σαν βοριάδες (τραμουντάνες), έντονοι κάποιες ώρες του ημερονυκτίου, ενώ στο Ιόνιο περισσότερο σα βορειοδυτικοί άνεμοι (μαΐστροι). Τέλος, κάθε περιοχή, ανάλογα με τη γεωγραφική διαμόρφωσή της, ορίζει και το τοπικό κλίμα της. Η Ελλάδα χωρίζεται αδρά στα δύο από μια μακρά οροσειρά που ξεκινά από τις Άλπεις, επεκτείνεται στην Πίνδο και πιο κάτω στη δυτική Πελοπόννησο. Οι υγροί άνεμοι που έρχονται από την Αδριατική θάλασσα αναγκάζονται να ανέλθουν στα ύψη της οροσειράς, όπου ψύχονται και γίνονται βροχή που πέφτει. Η υγροποίηση των υδρατμών αυξάνει τη θερμοκρασία του αέρα που συνεχίζοντας την πορεία του ανατολικά κατεβαίνει από τα βουνά και θερμαίνεται κι άλλο. Έτσι η Ελλάδα δυτικά έχει πολλές βροχές, ενώ ανατολικά από την οροσειρά χαρακτηρίζεται από ξηρό και θερμό κλίμα, ώσπου να φθάσει κοντά στα παράλια του Αιγαίου και να επηρεασθεί από την επίδραση του θαλασσινού νερού. Το νερό έχει μεγάλη θερμική χωρητικότητα, έτσι που μπορεί να αποθηκεύει τη θερμότητα και να την αποδίδει, χωρίς μεγάλες διακυμάνσεις της θερμοκρασίας του. Τα νησιά του Αιγαίου ζουν κάτω από την επίδραση αφενός της θάλασσας και αφετέρου των μελτεμιών τους.

Η Ελλάδα είναι ιδιαίτερα ευλογημένη τόσο από γεωγραφική όσο και από κλιματολογική άποψη. Οι υπερβολικά θερμές περιοχές, ανάλογα με την υγρασία τους, γίνονται είτε ζούγκλες είτε έρημοι. Η ανάπτυξη των ανθρώπων γίνεται ανάλογα με το έργο που είναι υποχρεωμένοι να κάνουν για να επιβιώνουν. Η ζούγκλα παρέχει έτοιμη την τροφή σε καρπούς και θηράματα, αλλά μέσα σ΄ αυτήν οι άνθρωποι κινδυνεύουν από ποικίλα θηρία. Έτσι, δεν χρειάζεται να εργασθούν, να επινοήσουν εργαλεία, να αναπτυχθούν τελικά σε κοινωνίες για να τραφούν. Η προσοχή τους στρέφεται στην αναζήτηση καρπών και θηραμάτων, καθώς και στο να αποφύγουν να γίνουν οι ίδιοι λεία άλλων θηρευτών. Αντίθετα, στις ερήμους και στους πόλους, οσοδήποτε και αν εργασθούν, δεν μπορούν να αυξήσουν την παραγωγή χρήσιμων αγαθών. Οι πολιτισμοί αναπτύσσονται μόνο στα εύκρατα κλίματα, όπως είναι το δικό μας.

Το κλίμα όμως επεμβαίνει περισσότερο στον τρόπο της ζωής μας. Αντίθετα από βορειότερες, επίσης εύκρατες, χώρες, το κλίμα μας είναι γενικά θερμότερο, με υγρασία που κυμαίνεται χωρίς ακραίες τιμές, για μακρό τουλάχιστον διάστημα. Αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι, αντίθετα από άλλες περιοχές, παρακινούνται να ζουν περισσότερο έξω παρά μέσα στα σπίτια τους. Δηλαδή ο κύριος τόπος ανθρώπινων δραστηριοτήτων έξω από το αυστηρά παραγωγικό χρόνο (βοσκή, καλλιέργεια της γης) ήταν πάντοτε η αγορά, όχι μέσα σε ένα οίκημα. Αντίθετα από τις βόρειες χώρες, με τα πολυτελή μέγαρα που έχουν για σπίτια τους, είτε είναι ιδιοκτήτες τους είτε υπηρέτες τους, οι Έλληνες δημιουργούσαν πολυτελή κτίσματα κυρίως δημόσια. Αγορές, ναούς, θέατρα, στάδια, γυμναστήρια μάλλον παρά παλάτια. Τα σπίτια τους περιορίζονταν στο να τους προσφέρουν καταφύγιο από τις καιρικές συνθήκες, που σπάνια και για περιορισμένες περιόδους ήταν τόσο αντίξοες που να εμποδίζουν τις εξόδους τους. Τα σπίτια του Περικλή, του Αλκιβιάδη, του Σωκράτη δεν διέφεραν ουσιαστικά από όλων των άλλων. Συνέπεια ήταν ότι οι Έλληνες βρίσκονταν σε διαρκή επαφή με τους συμπολίτες τους, προτρέπονταν έτσι να συζητούν ο ένας με τον άλλον, να αναπτύσσουν το λόγο τους και να γίνονται πολιτικά όντα. Το κλίμα επηρεάζει την προσωπικότητά μας όχι με κάποιον υπερφυσικό, ψυχολογικό, τρόπο, αλλά υποχρεώνοντάς μας να συνηθίζουμε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά.

Μετά την απελευθέρωσή μας, προσπαθήσαμε να μιμηθούμε την προηγμένη Δύση, να έχουμε παλάτια για τους πλουσίους, αλλά και κάθε ευκατάστατος προσπαθούσε να έχει ένα σπίτι ωραιότερο από τους γείτονές του. Για να φτιάξουμε την κατοικία μας, απευθυνόμαστε σε ένα αρχιτέκτονα. Αυτός νοιάζεται περισσότερο να κατασκευάσει ένα θαυμάσιο μέγαρο, παρά ένα λειτουργικό οίκημα. Τελικά, οικοδομούμε ό,τι πληρώσαμε για να το φτιάξουμε. Το επιπλώνομε ακριβά και το στολίζομε με πίνακες ή και αγάλματα, το κάνομε πανέμορφο. Και, κάθε βράδυ, αντί να καθίσουμε να απολαύσουμε το ωραίο κτίσμα μας, βγαίνομε έξω να συναντήσουμε και διασκεδάσουμε με τους φίλους μας, στις αγοραίες περιοχές. Οι παραδοσιακές συνήθειες του χωριού έχουν εγκαταλειφθεί. Εκεί, οι άνθρωποι συναντιόνταν στις αυλές τους ή, με βεγγέρες το χειμώνα καθένας μέσα στο σπίτι ενός φίλου. Συναντιόνταν επίσης στο μόνο δημόσιο κτίσμα που ήταν κατασκευασμένο με πολύ γούστο, στην εκκλησία, κάθε Κυριακή. Εκεί, με την καθοδήγηση του μόνου εγγράμματου στην περιοχή, του παπά, αλλά και στο περιαύλιο του ναού χωρίς καμιά επίβλεψη, ελεύθερα, προσπαθούσαν συζητώντας να λύσουν τα προβλήματα που απασχολούσαν την κοινότητά τους.

ΒΑΒΥΛΩΝΙΑ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Ηπειρωτικός Αγών, 2 Ιουλίου 2021

Στην κοινωνία, σε αντίθεση με την αγέλη, τα μέλη της κάνουν διαφορετικό έργο καθένα, αλλά από την εργασία όλων προκύπτει κοινός σκοπός. Η κοινότητα σκοπού με ανομοιότητα της εργασίας απαιτεί επικοινωνία των μελών της κοινωνίας μεταξύ τους. Η επικοινωνία γίνεται με κάποια σήματα που διεγείρουν αισθητήρια. Τα σήματα ποικίλλουν από το ένα είδος στο άλλο. Σε κάποια έντομα που ζουν κοινωνικά, χάρη στα αντανακλαστικά τους, έτσι που δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, η επικοινωνία γίνεται με την όσφρηση. Καθένα εκπέμπει ένα χημικό σήμα που σε ελάχιστη πυκνότητα γίνεται αντιληπτό από τα άλλα και ανταποκρίνονται κατάλληλα. Σε άλλες περιπτώσεις το σήμα είναι οπτικό με κινήσεις των κεραιών τους ή με ειδικούς “χορούς”. Είχα δει κάποτε μια “συνέλευση” μυρμηγκιών. Ήταν συγκεντρωμένα μεγάλο πλήθος σε σχήμα περιφέρειας κύκλου με διάμετρο περί τα 40 εκατοστά. Κουνούσαν τις κεραίες τους, αλλά έμεναν ακίνητα στη θέση τους, για όσην ώρα έμεινα και τα παρακολουθούσα. Δεν είχα φωτογραφική μηχανή να τα απαθανατίσω. Δεν έχω φυσικά την παραμικρή ιδέα για ποιο σκοπό είχαν συγκεντρωθεί. Κι ούτε κάθισα να αναζητήσω οτιδήποτε σχετικό, καθώς, πέρα από το ασυνήθιστο του θεάματος δεν με ενδιέφερε το θέμα. Τα σπονδυλωτά επικοινωνούν κι αυτά με όλες τις αισθήσεις τους, αλλά επικρατούν η ακοή και η όραση. Η μετάδοση συναισθημάτων γίνεται με ποικίλες κινήσεις και με άναρθρες κραυγές, που, με τη μανία μας να ταξινομούμε, οι άνθρωποι τις εντάσσομε στα επιφωνήματα. Ο σκύλος κουνάει την ουρά του και γαυγίζει, η γάτα γουργουρίζει, οι άνθρωποι κλαίμε ή γελάμε μαζί με άλλες εκδηλώσεις, όπως το ανατρίχιασμα, η αλλαγή χρώματος του προσώπου, η εφίδρωση, η ενούρηση κλπ, ενώ συγχρόνως φωνάζομε “αχ!, χα! κλπ”. Με τέτοιους τρόπους κάνομε αισθητή την πρόθεσή μας. Το λιοντάρι μουγκρίζει δυνατά και η ένταση της φωνής του μπορεί να παραλύσει από το φόβο το θύμα του. Και ο οργισμένος άνθρωπος φωνάζει δυνατά προσδοκώντας ανάλογη αντίδραση από τον ακροατή του.

Επιπλέον οι άνθρωποι επικοινωνούμε με τον ανθρώπινο λόγο. Έχομε τη μοναδική ικανότητά να σχηματίζουμε δευτεροβάθμια εξαρτημένα αντανακλαστικά, δηλαδή επίκτητα αντανακλαστικά που να δημιουργούνται στη βάση όχι προηγούμενων φυσικών, αλλά προσχηματισμένων εξαρτημένων. Αυτή μας έδωσε τη δυνατότητα να σχηματίζουμε κοινές παραστάσεις μέσα στον καθένα μας. Μεταφράζει κάποιος μια παράσταση (έννοια) σε λέξη, την ακούει άλλος, τη μετατρέπει σε δική του παράσταση και ανταποκρίνεται, π.χ. σχολιάζοντας ή απαντώντας σε ερώτηση, με άλλη λέξη. Αυτή την προσλαμβάνει ο πρώτος και τη μετατρέπει σε έννοια. Τώρα, μέσα στην ίδια άβατη περιοχή του νοητού Εγώ του περιέχονται και μπορούν να συγκριθούν η αρχική έννοια με εκείνη της ανταπόκρισης του άλλου. Έτσι αποκτάται ο νοητός Λόγος που είναι περίπου κοινός για όλους τους ανθρώπους.

Η διατήρηση της ανθρώπινης κοινωνίας (πολιτείας) απαιτεί την όσο γίνεται καλύτερη επικοινωνία των μελών της μεταξύ τους. Υπήρξαν αξιοθαύμαστες αυτοκρατορίες και επιτέλεσαν μυθώδη έργα που έμειναν στην πανανθρώπινη μνήμη, όπως οι Βαβυλώνιοι που κατασκεύασαν τους κρεμαστούς κήπους, ένα από τα 7 θαύματα του κόσμου. Η τεχνογνωσία υπήρχε. Ο πλούτος υπήρχε μετά από κατακτήσεις πλήθους λαών. Εργατικά χέρια υπήρχαν με τόσους δούλους παρμένους από όλα τα κατακτημένα μέρη. Και η φιλοδοξία των βασιλιάδων ήταν ατέλειωτη. Θέλησαν να κατασκευάσουν ένα Πύργο τόσο τεράστιο που να φθάνει, φαντάζονταν, ως τον ουρανό, στο θεό. Και απέτυχαν οικτρά. Το πρωτάκουστο πλήθος των δούλων που εργάζονταν, μαζεμένων από όλες τις κατακτημένες περιοχές, μιλούσαν ο καθένας τη δική του γλώσσα και έτσι δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους. Έτσι ματαιώθηκε ο Πύργος της Βαβέλ.

Και έρχομαι στον παρόντα χρόνο στο δικό μας τόπο. Όργανο επικοινωνίας είναι η γλώσσα μας, από τις ελάχιστες που παραμένουν ζωντανές, δηλαδή εξελισσόμενη για χιλιάδες χρόνια. Ήδη είχε αρχίσει από παλιά, εντάθηκε όμως η διαμάχη μετά την απελευθέρωσή μας με την αντιπαράθεση δύο εκδοχών της γλώσσας μας: Της αβίαστης που μαθαίναμε αυτόματα από τη μάνα μας και το λοιπό περιβάλλον μας από τη μια και ήταν κυρίως ακουστή και της βιασμένης από την άλλη που μαθαίναμε με κάποιου είδους καταναγκασμό (ακόμη και με τη βέργα του δασκάλου) και ήταν περισσότερο γραπτή. Την πρώτη την είπαμε δημοτική τη δεύτερη καθαρεύουσα. Η καθαρεύουσα επικράτησε στον επίσημο λόγο,  νόμους, επιστημονικά κλπ κείμενα, η δεύτερη στη λογοτεχνία. Τελικά, η δημοτική έγινε επίσημη γλώσσα πριν από σχεδόν μισό αιώνα, ενώ η γραμματική της είχε προπαρασκευασθεί από τον καιρό της Μεταξικής δικτατορίας. Η συνοχή της κοινωνίας μας απαιτεί επαρκή επικοινωνία μεταξύ των μελών της. Η μακρά θητεία του νομικού, επιστημονικού γενικότερα, λόγου όμως στην καθαρεύουσα, ανέδειξε μια ορολογία με λόγιες λέξεις που δεν βολεύονται εύκολα στο στενό κορσέ της νεοελληνικής γραμματικής, που έχει σχηματισθεί στη βάση του προφορικού λόγου. Είναι προφανές λοιπόν πως η γραμματική πρέπει να αναθεωρηθεί, ώστε να συμπεριλάβει στους κανόνες της εκείνους που υπηρετούν τις λόγιες επιστημονικές λέξεις. Επιπλέον, οι επιστήμονες πρέπει να προσαρμοσθούν στις ανάγκες επικοινωνίας με όλο τον κόσμο, εκτός αν στο βάθος, με υπολείμματα αριστοκρατικής διάθεσης, επιθυμούν τη διάκριση μιας άρχουσας τάξης που επιδιώκει να επιβάλλεται μόνιμα σε ολόκληρο το δήμο. Η προσαρμογή αυτή σημαίνει πως πρέπει να μάθουν να εκφράζονται κατανοητά. Η ορολογία βέβαια δεν μεταφράζεται. Η δομή της γλώσσας όμως πρέπει να διαμορφώνεται με όσο γίνεται πιο κατανοητό τρόπο. Δανείζομαι το παράδειγμα από τον John Angelopoulos. “Η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση καθώς και οι συνεκδικασθείσες εφέσεις των αναιρεσιβλήτων και σύμφωνα με τις εξαιρέσεις της προδιαληφθείσης διατάξεως όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αναιρεσίοντες, θα έπρεπε…” Η πρόταση δεν γίνεται κατανοητή από τον μη νομικό για δύο λόγους: Αφενός διότι δεν γνωρίζει τους όρους (τι θα πει “αναιρεσίβλητοι”; κλπ). Οι όροι εξηγούνται, δεν μεταφράζονται. Αφετέρου όμως, λόγω της σχοινοτενούς σύνταξής της. Ένα ρήμα στις 26 λέξεις! Στον προφορικό λόγο δεν μπορούμε να προφέρουμε μακρές προτάσεις, διότι το ολοκληρωμένο νόημα μιας πρότασης πρέπει να εκφρασθεί στην περιοριστική διάρκεια μιας εκπνοής.  Το κείμενο γίνεται λίγο πιο κατανοητό, νομίζω, αν γραφεί κάπως έτσι: “Η απόφαση προσβλήθηκε. Οι αναιρεσείοντες υπέβαλαν εσφαλμένα εξαιρέσεις της προδιαληφθείσας διάταξης. Οι εφέσεις κατά των αναιρεσιβλήτων συνεκδικάσθηκαν. Η απόφαση που προσβλήθηκε, οι εφέσεις που συνεκδικάσθηκαν και οι εξαιρέσεις της διάτασης θα έπρεπε…”.

Έχομε λόγους να ανησυχούμε για τη διατήρηση της ύπαρξή μας ως έθνους, πέρα από τις παγκόσμιες απειλές (πυρηνική, κλιματική, τεχνολογική κλπ) είναι και η οικονομική, αμυντική, βιολογική. Ας μη διαλυθούμε από ανεπάρκεια επικοινωνίας.

ΜΑΓΕΙΑ, ΘΡΗΣΚΕΙΑ, ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Πρωινός Λόγος. Τρίκαλα, 1 Ιουλίου 2021

Η εξέλιξη του ανθρώπου από την καρποσυλλογή και το κυνήγι στην καλλιέργεια της γης και την κτηνοτροφία απαιτούσε περιορισμούς τόσο στη διατροφή όσο και στη γενετήσια λειτουργία. Παράλληλα σήμανε τη βία μεταξύ ατόμων του ίδιου είδους. Τα άλλα ζώα αφαιρούσαν ζωή από φυτά και ασθενέστερα ζώα για να χορτάσουν την πείνα τους. Οι άνθρωποι σκότωναν άλλους ανθρώπους για να εξασφαλίσουν ότι δεν ΘΑ πεινάσουν στο μέλλον. Όλα αυτά απαιτούσαν την ύπαρξη κάποιας εξουσίας για να παραμένει η συμβιώνουσα ομάδα συμπαγής, να είναι κοινωνία και όχι κοπάδι. Η πρωτόγονη εξουσία αφορούσε σε δύο τομείς: Αφενός στη βία, για άμυνα εναντίον καταπατητών και για καταπάτηση ξένων παραγωγικών μονάδων. Φορέας ήταν αυτός που εξελίχθηκε σε βασιλιά. Και, αφετέρου, σε εποπτεία της τήρησης των περιοριστικών κανόνων με φορέα της το μάγο που εξελίχτηκε σε ιερέα. Ο τελευταίος επιβαλλόταν με χρήση έμμεσης βίας, που έφθανε ως την αποβολή του ατόμου από την κοινωνία, (π.χ. με τον αφορισμό), που μπορούσε να φθάσει σε εξόντωση, καθώς εκτός κοινωνίας πια κανένας δεν επιβιώνει αν δεν είναι θεός ή θηρίο (Αριστοτέλης). Στην πρωτόγονη φάση της ανθρωπότητας, οι αρχέγονοι περιορισμοί δεν είχαν αποφασισθεί από κανέναν άνθρωπο. Ήταν αυτόματη συνέπεια της ανάγκης για επιβίωση και της δυνατότητας του ανθρώπου για ευκολότερους τρόπους επιβίωσης. Αφού κανένας άνθρωπος δεν τους είχε επιβάλει, η προέλευσή τους ήταν μεταφυσική, από τον Μεγάλο Μανιτού, από το Θεό. Παρά ταύτα, χρειαζόταν επιβολή που την ασκούσαν οι μάγοι-ιερείς. Αυτοί γνώριζαν τους κανόνες. Αυτοί γενικά γνώριζαν. Από τα φυσικά φαινόμενα που δεν έλεγχαν, όπως τις κινήσεις των άστρων στον ουρανό ή και το πέταγμα των πουλιών ή από άλλες πηγές, τους οιωνούς,  προσπαθούσαν να προβλέψουν το μέλλον, ακόμη και να το επηρεάσουν. Μερικές φορές, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε υποσυνείδητα, τα κατάφερναν κι έτσι το κύρος τους αυξανόταν και τα λοιπά μέλη της κοινωνίας πίστευαν και υπάκουαν αυτούς τους άρχοντες. Για το καλό τους.

Το μέλλον είναι βέβαια αόρατο. Όμως, “θεο μν μελλόντων, νθρωποι δ γιγνομένων, σοφο δ προσιόντων ασθάνονται” (Φιλόστρατος). Αυτοί ήταν οι σοφοί που αισθάνονταν τα προσιόντα, τα επικείμενα, ό,τι θα συνέβαινε στο άμεσο μέλλον. Με πιθανότητες βέβαια. Εδώ χρειάζεται να πούμε κάτι για τις πιθανότητες. Ένα σακούλι έχει μέσα τους αριθμούς 1 – 10. Οι πιθανότητες να βγάλω από μέσα τον αριθμό 11, είναι προφανώς μηδενικές. Είναι αδύνατο. Ένα άλλο φανταστικό σακούλι περιέχει τους αριθμούς από το 1 ως το άπειρο. Οι πιθανότητες να βγάλω από μέσα τον αριθμό 11 είναι πάλι μηδενικές. Δεν είναι όμως αδύνατο, είναι μόνον απίθανο. Κάποιον αριθμό θα βγάλω, γιατί όχι τον 11; Και αν κάνω άπειρες απόπειρες εσαεί, κάποτε μπορεί να βγάλω και τον 11. Η προβλεπόμενη αποτυχία δρα αποτρεπτικά στην προσπάθεια. Παρά ταύτα, αν πιστεύω ότι κάποτε θα πετύχω, συνεχίζω την προσπάθεια και κάποτε είναι ενδεχόμενο να επιτύχω το απίθανο. Έτσι, η πίστη, ότι θα φθάσω σε αίσιο αποτέλεσμα όταν αυτό είναι απίθανο είναι προτρεπτική για την τελικά καλή έκβαση.

Αν κάνω κάτι αδύνατο, αυτό είναι απλώς απάτη. Η απάτη είναι το επάγγελμα των σύγχρονων “μάγων”. Ο πιο διάσημος μάγος, ο Hudini, αποκάλυψε μερικές απάτες που κρύβονταν κάτω από την παρουσίαση περιστατικών που ήταν “αδύνατο” να έχουν λάβει χώρα, όπως η επικοινωνία με “πνεύματα”. Κι όμως είναι τόσο πολλοί που πιστεύουν στο αδύνατο, στην απάτη, συγχέοντάς το με το απίθανο!

Σε αντίθεση με το “αδύνατο”, το απίθανο είναι δυνατό να συμβεί, αλλά πολύ σπάνια. Αυτό μπορεί να είναι το “θαύμα”. Έγινε ένα ναυάγιο. Από τους 100 επιβάτες πνίγηκαν οι 99. Ένας σώθηκε, καθώς πιάστηκε από ένα σωσίβιο που έτυχε να επιπλέει δίπλα του. Είχε κάνει μια θερμή προσευχή και θεώρησε πως η πίστη και η προσευχή του τον έσωσαν. Βέβαια, παρόμοια προσευχή μπορεί να είχαν κάνει και οι άλλοι 99 που δεν σώθηκαν. Ωστόσο, ό,τι συνέβηκε δεν ήταν αδύνατο· ήταν απίθανο, με πιθανότητες μόλις 1%.

Επεν Θες: Γεννηθήτω φς κα γένετο φς“. Αυτό δεν ήταν απάτη· ήταν ένα θαύμα. Πραγματικά έγινε φως. Πώς; Το θρησκευτικό βιβλίο της Γένεσης δεν το λέει. Και εδώ βρίσκεται η διαφορά μεταξύ θρησκείας και επιστήμης. Η θρησκεία ασχολείται με το “Ποιος;”, η επιστήμη με το “Πώς;”. Αφού ασχολούνται με διαφορετικά θέματα, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε συμφωνία ούτε διαφωνία μεταξύ των δύο Οι επιστήμονες και οι θεολόγοι που βλέπουν αντιπαράθεση απλώς επιδιώκουν εξουσία της μιας αντίληψης πάνω στην άλλη. Η επιστήμη αναζητεί την αλήθεια εκεί όπου διασταυρώνονται το νοητό με το αισθητό, η θεωρία με την εμπειρία, η υπόθεση με την παρατήρηση. Η θρησκεία είναι μόνο νοητή. Τα θαύματα όμως συμβαίνουν πάντοτε με τη μεσολάβηση φυσικών νόμων. Ο σωσμένος από το ναυάγιο βρέθηκε κοντά σε ένα σωσίβιο. Οι φυσικοί νόμοι είναι η βούληση του Θεού για όσους πιστεύουν σ΄ Αυτόν. Και ο Θεός δεν παραβιάζει τη βούλησή Του. Η Γένεση δε λέει τίποτε για το τι συνέβηκε ανάμεσα στο ό,τι είπε ο Θεός και στη γέννηση του φωτός. Σα να μην παρεμβλήθηκε χρόνος ανάμεσά τους. Έγινε ακαριαία σε μηδενικό χρόνο! Ο χρόνος όμως υπήρχε. Αν δεν υπήρχε χρόνος, δεν θα χρειάζονταν 6 ολόκληρες μέρες για τη Δημιουργία. Απλώς θα έλεγε ο Θεός και σε μηδενικό χρόνο όλα θα είχαν συντελεσθεί. Επιστήμη: “δώρον θεόδοτον”. Θεός: “δωτήρ φώτων επιστήμης” (Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος).

Πλήθος σύγχρονων πιστών συγχέουν τη θρησκεία με τη μαγεία. Προσδοκούν το θαύμα ακόμη και όταν είναι αδύνατο να γίνει, χωρίς φυσικές προϋποθέσεις για να συμβεί. Στην τρέχουσα πανδημία, πολλοί κληρικοί και πιστοί θεωρούν ότι ο Θεός προστατεύει τους πιστούς του με μαγικό τρόπο, έτσι που η νόσος δεν μπορεί να μεταδοθεί από τον ένα στον άλλον μέσα στις εκκλησίες ή με την αγία κοινωνία χρησιμοποιώντας το ίδιο κουταλάκι. Φυσικά, οι νόμοι της μετάδοσης της νόσου είναι ίδιοι παντού όπου υπάρχει συγχρωτισμός, στους κινηματογράφους, στα γήπεδα, στα συλλαλητήρια, στις εκκλησίες. Είναι φυσικοί νόμοι, είναι η θεία βούληση και ο Θεός, για όσους πραγματικά πιστεύουν, δεν αλλάζει τη βούλησή Του κάνοντας ρουσφέτια. Βέβαια, για τους πραγματικά πιστούς, ο Θεός μπορεί να κάνει θαύμα, αλλά με άλλον τρόπο. Μπορεί να φυτέψει με το Άγιο Πνεύμα τη βούλησή Του στους άρχοντες που εξουσιάζουν όλους για να εφαρμόσουν τους σωστούς ανθρώπινους νόμους που χρειάζονται για την αντιμετώπιση της πανδημίας.