ΠΑΠΠΟΥΣ ΚΑΙ ΕΛΥΤΗΣ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Πρωινός Λόγος, Τρίκαλα, 17 Ιουνίου 2021

Η κατάσταση της παιδείας μας είναι χάλια.

Ο παππούς μου γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα ορεινό χωριό της Νάξου, πέντε ώρες μακριά από το λιμάνι. Μητρική του γλώσσα ήταν μια ντοπιολαλιά, που, όταν εγώ, 10 χρονών, την πρωτάκουσα από τη γιαγιά μου, δεν την πολυκαταλάβαινα. Ήταν μια παρεφθαρμένη κοινή Βυζαντινή, περίπου σαν του Ερωτόκριτου και των Ακριτικών τραγουδιών. Ο παππούς μου λοιπόν, 4 χρόνια δημοτικό, 3 σχολαρχείο και 1 υποδιδασκαλείο κάπου στον Παρνασσό, γύρισε κι έγινε δάσκαλος στο γειτονικό χωριό. 1896. Άφησε κάτι σημαντικό, για μένα. Ένα χειρόγραφο 226 σελίδων, όπου αναπτύσσει το ρόλο του δασκάλου και του δημοτικού σχολείου. Εντυπωσιάζει πολλαπλά. Πρώτα για το ότι το έγραψε. Έπειτα για την καλλιγραφία του. Κατόπιν, για τον άριστο χειρισμό της καθαρεύουσας και την απουσία ορθογραφικών λαθών. Αντιλαμβάνεται ότι ο ρόλος του δημοτικού σχολείου και του δασκάλου δεν είναι τόσο να μεταφέρει γνώσεις στο μικρό μαθητή, αλλά να του διαμορφώσει στάσεις, να του εμφυτεύσει κάποιες αρετές. Η μέγιστη μεταξύ τους είναι, κατά τον παππού μου, η υπακοή: Υπακοή στο δάσκαλο, στο βασιλέα, στο Θεό.

Πώς λοιπόν από εκείνη την ιδανική κατάσταση, μέσα σε 125 περίπου χρόνια φθάσαμε στα σημερινά χάλια;

Υπάρχουν πολλών ειδών απαντήσεις, συχνά αντικρουόμενες μεταξύ τους. Μια είναι ότι καταντήσαμε στα “χάλια”, επειδή εγκαταλείψαμε την παράδοση των προπατόρων μας. Μια άλλη, ακριβώς αντίθετη, είναι ότι η κατάστασή μας οφείλεται στο ότι στα σημερινά “χάλια” μας οδήγησε εκείνη η στάση. Μια τρίτη λέει, ότι στα 125 χρόνια που έχουν περάσει συνέβηκαν τόσα πολλά άσχετα γεγονότα, που αυτά μας οδήγησαν εκεί που είμαστε τώρα. Μια τέταρτη λέει ότι η κατάσταση της παιδείας μας ΔΕΝ είναι χάλια. Ποιος τη μελέτησε και πώς τεκμηρίωσε τέτοιο συμπέρασμα; Υπάρχει όμως ένα σημείο στο οποίο, πιστεύω, οι περισσότεροι θα συμφωνούσαν: ότι η κατάσταση της παιδείας μας επιδέχεται διαρκή βελτίωση.

Έχω θεωρήσει, και σε επανειλημμένες επιφυλλίδες μου έχω τονίσει, ότι η βελτίωση της παιδείας μας, που, αν εφαρμοσθεί σήμερα θα αρχίσει να έχει καρπούς μετά από 2 δεκαετίες, οφείλει να στηριχθεί σε δύο, αλλά και στους δύο, πυλώνες. Ένας είναι να αναγνωρισθεί η σημερινή πραγματικότητα. Κι αυτό σημαίνει να καθιερωθεί φωνητική γραφή, όπως είχαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας. Με αυτό τον τρόπο, όλοι οι Έλληνες απόφοιτοι της πρώτης δημοτικού θα μπορούν να γράφουν ορθογραφημένα, ενώ σήμερα μπορούν να το πετύχουν αυτό μια ασήμαντη μόνο μειονότητα του πληθυσμού μας, μετά από πολυχρόνια εκπαίδευση. Κι αυτό, με τη σειρά του, σημαίνει ότι όλοι οι Έλληνες πολίτες θα μπορούν να εκφράζουν ισάξια, με σαφήνεια, γραπτά, τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τη βούλησή τους. Και αυτά είναι θεμέλιο της Δημοκρατίας. Η άρνηση αυτού του μέτρου, ισχυρίζομαι, δηλώνει υπολείμματα αριστοκρατικής νοοτροπίας, στην οποίαν, μόνον λίγοι, εκλεκτοί, μπορούν να εκφράζονται σωστά στηρίζοντας με αυτή την ανισηγορία την κρατούσα ολιγαρχία. Ο δεύτερος πυλώνας για βελτίωση της παιδείας μας είναι, λέω, να ενισχυθεί η διδασκαλία της παραδοσιακής γλώσσας, έτσι που οι μαθητές να μπορούν να διαβάζουν και κατανοούν την παραδοσιακή γραμματεία, από τον Παπαδιαμάντη ως τον Όμηρο. Μ΄ αυτό τον τρόπο, όχι μόνο θα μαθαίνουν τις σκέψεις των προγόνων μας (αυτό μπορεί να γίνει και με μεταφράσεις), αλλά και θα πλουτίζουν τη γλώσσα τους οι μαθητές με την απέραντη γλωσσική τρισχιλιετή κληρονομιά των προγόνων μας. Η εκφραστική τους ικανότητα έτσι θα βελτιώνεται. Τονίζω, να διαβάζουν και να κατανοούν, όχι να γράφουν. Δε χρειάζεται να γράφουν, αφού κανένας από τους αρχαίους μας δε ζει να διαβάσει τα γραφόμενά τους. Να διαβάζουν και να κατανοούν, χωρίς να γράφουν, όπως ο Άγγλος μαθαίνει το Shakespeare, χωρίς να μιλάει τη γλώσσα του ή όπως ο αρχαίος Αθηναίος μάθαινε τον Όμηρο, χωρίς να μιλάει και να γράφει όπως ήταν γραμμένα τα έπη του.

Η δίπολη αυτή πρότασή μου μού φαίνεται λογική και δεν έχω δει κανένα ισχυρό λογικό επιχείρημα να την αντικρούει. Η ύπαρξη ομόηχων λέξεων (π.χ. η φωνητικά γραμμένη λέξη “αφτή” μπορεί να σημαίνει “αυτή”, “αυτοί” ή “αφτί”) δεν εμποδίζει την κατανόηση του φωνητικού κειμένου, επειδή το νόημα βρίσκεται στην πρόταση και όχι στις λέξεις που συμβολίζουν έννοιες, όχι νοήματα. Έχει μετρηθεί και αποδειχθεί ότι η κατανόηση ενός κειμένου γραμμένου με φωνητική γραφή είναι ίδια όπως και του ίδιου κειμένου γραμμένου με παραδοσιακή γραφή. Εξάλλου, το επιχείρημα αντισταθμίζεται με την ύπαρξη ομόγραφων, αλλόσημων λέξεων, που δεν ξεχωρίζουν με την παραδοσιακή γραφή, ενώ ξεχωρίζουν με τη φωνητική (π.χ. “βιάζομαι” μπορεί να σημαίνει “επείγομαι” ή “υφίσταμαι βιασμό”. Με τη φωνητική γραφή, όπως την πρότεινε ο Βηλαράς, η έννοια του “υφίσταμαι βιασμό” εκφράζεται με το τετρασύλλαβο “βη-ά-ζο-με”, ενώ του “επείγομαι” με το τρισύλλαβο “βιά-ζο-με). Το επιχείρημα λοιπόν δεν ευσταθεί. Η ετυμολογία χρειάζεται πρώτιστα για να μαθαίνουμε την ιστορία των λέξεων και επομένως το ποικίλο συναισθηματικό, γενικότερα ιστορικό, φορτίο κάθε λέξης. Αυτή η χρησιμότητα δεν θίγεται με τη φωνητική γραφή. Χρειάζεται όμως σήμερα και για να ξέρουμε πώς να γράφουμε μια λέξη. Αυτή η χρεία φυσικά καταργείται με τη φωνητική γραφή. Το να μαθαίνουμε την ετυμολογία από την ορθογραφία δεν ισχύει, διότι, η ορθογραφία έχει προκύψει από σύμβαση που μπορεί να μας οδηγήσει σε λανθασμένη ετυμολόγηση. Και όμως η πρότασή μου σκοντάφτει σε ένα αδιαπέραστο τείχος που το εκφράζει καλύτερα από κάθε άλλον ο Μεγάλος Οδυσσέας Ελύτης: “Ἡ πολυαιώνια παρουσία τοῦ ἑλληνισμοῦ πάνω στἀ δῶθε ἢ ἐκεῖθε τοῦ Aἰγαίου χώματα ἒφτασε νἀ καθιερώσει μιὰν ὀρθογραφία, ὃπου τὸ κάθε ὠμέγα, τὸ κάθε ὓψιλον, ἡ κάθε ὀξεῖα, ἡ κάθε ὑπογεγραμμένη δὲν εἶναι παρὰ ἓνας κολπίσκος, μιἀ κατωφέρεια, μιἀ κάθετη βράχου πάνω σὲ μιἀ καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί ἀμπελῶνες, ὐπέρθυρα ἐκκλησιών…“. Κανένα λογικό επιχείρημα δεν αντικρούει την παραπάνω πρόταση, διότι δεν εκφράζει λογικό επιχείρημα, αλλά συναισθηματική βούληση. Κι εμείς; Παραφράζοντας το Θουκυδίδη “Φιλοκαλοῦμεν ἂνευ εὐτελείας και φιλοσοφοῦμεν μετἀ μαλακίας”. Η λογική δεν ξεριζώνει μια πίστη. Οσοδήποτε και αν τεκμηριώνεται επιστημονικά, δεν μπορεί να αποδείξει ότι δεν υπάρχει Θεός. Εξίσου, καμιά λογική δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει Θεός, τον οποίον “οὐδεὶς  ἑώρακε  πώποτε” (Ιωάννης). Υπάρχουν θέματα που στηρίζονται στην πίστη που μένει ακλόνητη μπροστά σε οποιαδήποτε λογική επίθεση και αν δεχθεί. Παράλληλα, η πίστη συνοδεύεται από την πεποίθηση πως είναι τεκμηριωμένη γνώση και επομένως επιτρέπεται, ή της επιβάλλεται, να προχωρεί σε υλοποίησή της, και μάλιστα με κάθε μέσο. Το δεχόμαστε;

One thought on “ΠΑΠΠΟΥΣ ΚΑΙ ΕΛΥΤΗΣ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s