ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΟΙ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Πρωινός Λόγος, Τρίκαλα, 24 Δεκεμβρίου 2020

Ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία που έχουν ποτέ γραφτεί είναι η Γένεση. Ίσως προκατειλημμένη επιλογή, καθώς δεν έχω διαβάσει π.χ. τις Βέδες και άλλα πανάρχαια σοφά βιβλία. Μας περιγράφει την προέλευσή μας από το σκότος της αβύσσου και στη συνέχεια την εξέλιξη των Πρωτοπλάστων και των απογόνων τους. Φυσικά, η δημιουργία του κόσμου σε 6 ημέρες, δεν κυριολεκτεί. Η ημέρα προϋποθέτει ημερονύκτιο, που δεν υπήρχε όταν άρχισε η δημιουργία. Μας παραθέτει όμως μια ανθρωποκεντρική λογική σειρά που σε γενικές γραμμές ισχύει. Η ύπαρξη ανθρώπου προαπαιτεί να έχουν δημιουργηθεί ζώα και φυτά, προηγουμένως στεριά και θάλασσα, γη και ουρανός, μέρα και νύχτα κοκ. Αυτή είναι η σειρά της Γένεσης.

Ο άνθρωπος είναι πολιτικό ζώο, με στοιχεία αγελαία και κοινωνικά. Οι πρωτόπλαστοι, όπως περιγράφονται, είναι οι πρώτοι που βίωσαν κοινωνικοποίηση. Η αρχή έγινε σε σαφώς περιγραφόμενη περιοχή, στην εύφορη κοιλάδα ανάμεσα στον Τίγρη και τον Ευφράτη. Ως τότε οι άνθρωποι, σαν όλα τα ζώα, γεννιόνταν, ζούσαν, τρέφονταν, άφηναν απογόνους και πέθαιναν. Χάνονταν. Και ένα ζευγάρι, ο Αδάμ και η Εύα, ξέφυγαν από αυτή την ιστορία. Πρώτα βίωσαν περιορισμούς στη διατροφή τους, τον απαγορευμένο καρπό. Δηλαδή άρχισαν να απέχουν από την κατανάλωση ορισμένων τροφίμων, ώσπου να πολλαπλασιασθούν και τότε μόνο τα κατανάλωναν. Είτε ήταν ζωικές είτε φυτικές τροφές. Αυτή η πρακτική τούς εξασφάλισε, όπως στις μέλισσες και στα μυρμήγκια, τροφή, που μάλιστα αυτοπολλαπλασιαζόταν, για τις περιόδους ένδειας, όταν το κυνήγι ή η συλλογή καρπών ήταν αδύνατη. Έτσι έλυσαν το διατροφικό τους πρόβλημα. Η πιο σημαντική στιγμή στην ανθρώπινη ιστορία. Όμως, από τη στιγμή που άρχισαν να αποθηκεύουν τροφή και μάλιστα αναπαραγόμενη, άρχισαν να την εποφθαλμιούν άλλοι, που δεν ήταν οργανωμένοι σε κοινωνίες, δηλαδή με απαγορεύσεις. Άρχισε η βία. Τι θα γινόταν όμως όταν θα γερνούσαν και θα πέθαιναν; Αυτό απαιτούσε τα παιδιά τους να είναι γνωστό ποιους είχαν γονείς. Ως τότε, πριν σχηματισθεί κοινωνία, οι άνθρωποι δεν νοιάζονταν να θυμούνται τους γονείς καθενός. Τώρα ήταν απαραίτητο να τους θυμούνται. Οι ίδιοι οι πρωτόπλαστοι, κανένας δεν είχε λόγο να θυμάται, ούτε οι ίδιοι, ποιους είχαν γονείς. Οι φυσικοί γεννήτορές τους δεν είχαν περιουσία. Επομένως, δεν είχαν κοινωνικά αναγνωρισμένους γονείς. Τότε, πώς γεννήθηκαν; Η απάντηση είναι απλή και αφοπλιστική: Δεν γεννήθηκαν! Τους έπλασε ο Θεός.

Ο τρόπος για να είναι γνωστός ο γονιός απαιτούσε νέους περιορισμούς. Για τη μητέρα δεν υπήρχε σοβαρό πρόβλημα. Βιολογικά, με το θηλασμό, κάθε μητέρα συνδεόταν με το τέκνο της, ώσπου αυτό μεγάλωνε και μπορούσε να υπάρχει μνήμη και σ΄ αυτό το ίδιο και στη μητέρα και στο κοινωνικό, έλλογο, περιβάλλον τους. Ξεκίνησε η μητριαρχία. Από τη στιγμή που εισέβαλε η βία όμως στην ανθρωπότητα, οι άντρες, ως μυϊκά ισχυρότεροι, έγιναν πιο σημαντικοί από τις γυναίκες. Ακραία, θανάσιμη, βία μεταξύ αγελαίων ομοειδών ζώων δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως μεταξύ κοινωνικών ζώων, όπως είναι κάποια έντομα. Αν σε ένα καύσωνα λιώσουν οι κηρύθρες και χυθεί το μέλι έξω από την κυψέλη, οι μέλισσες τρέχουν να το μαζέψουν, αδιαφορώντας αν είναι από τη δική τους ή από ξένη κυψέλη. Ακολουθεί εξοντωτικός πόλεμος μεταξύ τους. Και ο άνθρωπος, όπως είπαμε, είναι, κατά ένα σημαντικό μέρος, κοινωνικό ζώο. Για την προστασία  της περιουσίας από τη βία επικράτησε η ανδροκρατία, συνεπώς η πατριαρχία, δηλαδή μεταβίβαση από τον πατέρα στο γιο, με ποικίλους εξαναγκασμούς στο γεννητικό τομέα, πρώτιστα με απαγόρευση της αιμομιξίας και επιβολή μονογαμίας. Και οι πρωτόπλαστοι στη Γένεση βίωσαν τις γενετήσιες δεσμεύσεις καλύπτοντας τη γύμνια τους με φύλλα συκιάς.

Όμως παρέβηκαν την εντολή του Θεού και έφαγαν από τον απαγορευμένο καρπό. Το τίμημα θα ήταν θάνατος: ” ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε“. Οι πρωτόπλαστοι παρέβηκαν την εντολή του Θεού, έφαγαν από τον απαγορευμένο καρπό, αλλά δεν πέθαναν την ίδια μέρα. Λέει ψέματα η Γραφή ή μήπως υπονοεί κάτι άλλο;

Ο θάνατος, όπως το σύνολο της ύπαρξής μας, έχει τρεις όψεις. Μία είναι αισθητή, σε σχέση με το φυσικό περιβάλλον μας, μία είναι νοητή, σε σχέση με τον εαυτό μας και μία κοινωνική σε σχέση με το έλλογο περιβάλλον μας, την κοινωνία. Ο σωματικός θάνατος καλύπτει όλα τα ζωντανά όντα. Μ΄ αυτόν αρχίζομε να αφομοιωνόμαστε με το φυσικό περιβάλλον μας. “Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει“. Στο μεταξύ αφήνομε κάτι αθάνατο από εμάς, κάποια γεννητικά μας κύτταρα που έχουν εξελιχθεί σε παιδιά μας. Ο νοητός θάνατος επέρχεται λίγο πριν από τον αισθητό θάνατο, όταν οριστικά χάνουμε την επαφή μας με το περιβάλλον και, υποθέτομε, τον εαυτό μας. Αθάνατα αφήνομε τα πνευματικά τέκνα μας, ό,τι δημιουργήσαμε σε όλη μας τη ζωή. Κοινωνικός θάνατος υπάρχει μόνον μετά την εμφάνιση της κοινωνίας. Κανένας δεν έχει πεθάνει αν δεν έχει διαγραφεί από τα κοινωνικά κατάστιχα (κηδεία, ληξιαρχείο κλπ). Ο διάβας μας από τη ζωή έχει χαραχτεί στη μνήμη του έλλογου περιβάλλοντός μας. Στη μνήμη όσων θα έχουν έλθει στην κηδεία μου θα έχει εντυπωθεί κάποια διαχρονική όψη της προσωπικότητάς μου και παραμένει, σα σε κοινωνικό εκμαγείο, όσο υπάρχει κοινωνία που θα με θυμάται. Το “αιωνία η μνήμη” γίνεται έτσι περίπου ταυτόσημο με την “αθανασία της ψυχής“. Αν κάποιος, έστω και φυσικά νεκρός, δεν έχει πεθάνει κοινωνικά, μπορεί να ζει, να μετέχει στην κοινωνία, να παίρνει σύνταξη, να ψηφίζει, να δικαιοπραττεί ποικιλοτρόπως. Πριν σχηματισθεί κοινωνία, τον καιρό των Πρωτοπλάστων, δεν υπήρχε κοινωνικός θάνατος. Οι άνθρωποι πέθαιναν φυσικά, όπως όλα τα ζώα, και κανένας δεν ενδιαφερόταν για το αν ζει ή πέθανε καθένας. Από τη στιγμή που σχηματίσθηκε κοινωνία, από την εποχή των Πρωτοπλάστων δηλαδή, έπρεπε ολόκληρη η κοινωνία να γνωρίζει το θάνατο του κάθε μέλους της, διότι αυτό είχε συνέπειες στη δομή της με διαθήκη κλπ. Να λοιπόν πώς, η θέσπιση του απαγορευμένου καρπού συνδέεται αναγκαστικά με την εμφάνιση θανάτου, κοινωνικού βέβαια, που προηγουμένως δεν υπήρχε. Τίποτε δεν υπάρχει στην κοινωνία αν δεν αφήνει το αποτύπωμά του στη μνήμη της.

Αφότου εμφανίσθηκε περιουσία, υπάρχει βία στα πλαίσια του ίδιου είδους. Η βία, άρχισε με τα πρώτα παιδιά των πρωτοπλάστων. Ο γεωργός Κάιν σκότωσε το βοσκό Άβελ, διότι η θυσία του δεν έγινε δεκτή από το Θεό, δηλαδή τα ζαρζαβατικά του δεν πουλήθηκαν στην αγορά, όπου ο λαός προτίμησε τα προϊόντα του βοσκού αδελφού του. Αδελφοκτόνος βία συνεχίζεται όσο υπάρχει περιουσία.

One thought on “ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΟΙ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s