ΕΞΟΔΟΣ, ΒΟΥΛΗΣΗ, ΗΘΙΚΗ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Πρωινός Λόγος, Τρίκαλα, 13 Αυγούστου 2020

Όταν γίνεται επεξεργασία σημάτων, κάποια εισάγονται και κάποια εξάγονται. Ανάμεσά τους υπάρχει ένας μηχανισμός που μετατρέπει τα εισαγόμενα σε εξαγόμενα αλλάζοντας τη φύση τους, αλλά διατηρώντας στα δεύτερα τις ίδιες σχέσεις που υπάρχουν στα πρώτα. Υπάρχουν και μηχανισμοί που εκπέμπουν σήματα χωρίς να λαβαίνουν κανένα από πουθενά, οι ταλαντωτές, όπως το ρολόι. Έτσι ό,τι σήμα βγαίνει από ένα σύστημα μπορεί να έχει διττή προέλευση. Είτε παράχθηκε αυτόματα, από μόνο του ή προκλήθηκε από κάποιο άλλο, που έδρασε στο μηχανισμό του. Πολύ σημαντικό, υπάρχουν μηχανισμοί, οι ταλαντωτές χάλασης (VanderPol), οι οποίοι εκπέμπουν σήματα τόσο αυτόματα, παράγοντάς τα, όσο και με διέγερσή τους, αν προλάβει κάποιο εξωτερικό ερέθισμα να τους διεγείρει. Οι περισσότερες λειτουργίες του οργανισμού μας εκδηλώνονται με αυτό τον τρόπο. Η καρδιά μας π.χ. πάλλεται, ταλαντώνεται, αυτόματα, ρυθμικά, αλλά μπορεί και να διεγερθεί από εξωγενή ερεθίσματα και τότε αισθανόμαστε κάποια “αρρυθμία”.

Ο εσωτερικός μας κόσμος λειτουργεί ανάλογα. Έξοδος του νοητού Εγώ μας είναι η βούληση, είσοδος η γνώση, το λογικό, ενώ ενδιάμεσο συνδετικό στοιχείο είναι το συναίσθημα. Περιοδικά, σαν από ταλάντωση, διψάω και θέλω να πιω νερό, πεινάω και θέλω να φάω, είμαι σε γενετήσια διέγερση και θέλω να κάνω έρωτα κλπ. Αυτές οι λειτουργίες συντελούνται αυτόματα, απλώς με την παρέλευση του χρόνου. Ωστόσο, διεγείρονται και από εξωτερικά ερεθίσματα που προσπίπτουν στις αισθήσεις μας, στους αισθητήρες του αισθητού Εγώ μας. Πεινάω διότι πέρασε η ώρα, αλλά και διότι μου παρουσιάσθηκε πρόωρα ένας νόστιμος μεζές. Θέλω να κάνω έρωτα, διότι παρήλθε αρκετός χρόνος, αλλά και διότι είδα ένα προκλητικό γυμνό. Επομένως, μόνον εν μέρει το συναίσθημα και η βούλησή μου βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο της λογικής μου. Διεγείρονται από τα γνωστικά στοιχεία του Λόγου μου, με προαίρεση (Αριστοτέλης), αλλά και αυτόματα, με την Αριστοτελική όρεξη. Οι φιλόσοφοι ερίζουν για το ποιο από τα τρία στοιχεία της ψυχής, γνωστικό, συναισθηματικό ή βουλητικό, γνωστά από τον καιρό του Πλάτωνα, έχει το προβάδισμα. Από τον καιρό των αρχαίων, θεωρήθηκε ότι ο Λόγος επικρατεί πάνω στα άλλα δύο στοιχεία της ψυχής μας. Αυτή η στάση, ωστόσο, είναι ανθρωποκεντρική. Επειδή ο άνθρωπος έχει ποιοτικά πιο οργανωμένο από τα άλλα ζώα το γνωστικό στοιχείο του, θεωρούν ότι ο Homo sapiens κυριαρχεί πάνω στον κόσμο και το κύριο στοιχείο που τον ξεχωρίζει είναι ο Λόγος. Συνέβαλαν σ΄ αυτό και όλες οι θρησκείες, που βλέπουν ως κέντρο του Σύμπαντος τον άνθρωπο. ” δο δέδωκα μν πν χόρτον σπόριμον σπερον σπέρμα, στιν πάνω πάσης τς γς κα πν ξύλον, χει ν αυτ καρπόν σπέρματος σπορίμου – μν σται ες βρσιν – κα πσι τος θηρίοις τς γς κα πσι τος πετεινος το ορανο κα παντ ρπετ τ έρποντι π τς γς χει αυτ ψυχήν ζως, πάντα χόρτον χλωρόν ες βρσιν” (Γένεσις). Ο άνθρωπος είναι ο άρχοντας του Κόσμου, μετά το Θεό, βέβαια. Ήδη ο Spinoza και εντονότερα αργότερα ο Shopenhauer, θεώρησαν ότι το σημαντικό στοιχείο του ανθρώπου είναι η βούλησή του, διότι από αυτήν ξεκινά η επιρροή του πάνω στον κόσμο. Από καθαρά φυσική σκοπιά όμως, τόσο στον άνθρωπος όσο και σε ολόκληρο το ζωικό βασίλειο, το σημαντικό στοιχείο είναι το συναίσθημα. Τη στιγμή της γέννησής του το νεογνό ούτε γνωρίζει τίποτε ούτε εκφράζει κάποια επιθυμία του, εκφράζει όμως το συναίσθημά του, π.χ. κλαίοντας, γελώντας κλπ. Η μητέρα του προσλαμβάνει και ερμηνεύει τα σήματα που εκπέμπει το βρέφος (“όταν κλαίει ή πεινάει ή πονάει”) και ανταποκρίνεται. Αν η ανταπόκριση της μητέρας ήταν σωστή, το βρέφος προσκολλάται στο μαστό της, αλλιώς τον αποποιείται. Όμως η ανθρώπινη ψυχή είναι ένα αδιαίρετο σύνολο, στο οποίο δεν έχει έννοια να αξιολογούμε ποιο στοιχείο της έχει το προβάδισμα, εκτός αν oρίζουμε ως προς ποιο κριτήριο αξιολογούμε. Η βούληση ενεργοποιείται, όπως είπαμε από τη γνώση, αλλά και αφεαυτής, ενώ είναι η απαρχή της επίδρασης του ατόμου πάνω στο περιβάλλον του, να προσαρμοσθεί σ΄ αυτό, αλλά και να προσπαθήσει να το προσαρμόσει στις δικές του συναισθηματικές ανάγκες.

Η βούληση μιας κοινωνίας, το “θέλω” της γίνεται αντιληπτό στο κάθε μέλος της ως “πρέπει”. Είναι, ωστόσο, ασαφές, αφού υποκειμενικά και άβατα στους άλλους είναι τα “θέλω” του καθενός. Για να είναι η ηθική ίδια για όλους, γίνεται δεκτό είτε ότι έχει υπερφυσική προέλευση, με πίστη σε ένα Πανάγαθο Θεό (που όμως οὐδεὶς  ἑώρακε  πώποτε, Ιωάννης) ή να διαμορφωθεί σε αντικειμενικές, γραπτές κανονικά, προτάσεις που εμμένουν στο χρόνο, το “Δίκαιο”. Η μετατροπή της ηθικής σε δίκαιο γίνεται από “άρχοντες”, τους μόνους σε μια κοινωνία που νόμιμα μπορούν να επιβάλλουν τη βούλησή τους βίαια: Κυβέρνηση, που εισηγείται τους νόμους, βουλή, που τους εγκρίνει και δικαιοσύνη που ελέγχει αν τηρούνται. Οι νόμοι όμως αποτελούν μια αποκρυσταλλωμένη βούληση, ενώ η ηθική διαρκώς εξελίσσεται, καθώς αλλάζουν οι συνθήκες, τα ερεθίσματα που δέχονται οι πολίτες δηλαδή, αλλά και οι ίδιοι οι πολίτες με τις διαδοχικές γενιές. Επομένως, οι νόμοι πρέπει περιοδικά, προγραμματισμένα, να αλλάζουν προσαρμοζόμενοι στις νέες συνθήκες. Για να γίνονται σεβαστοί οι νόμοι με όσο γίνεται μικρότερη βία, οι άρχοντες, ειδικά στη νομοθετική εξουσία, πρέπει να εναλλάσσονται εκπεριτροπής μεταξύ όλων των πολιτών. “Ελευθερία: Ἓν μὲν τὸ ἐν μέρει ἂρχειν καὶ ἂρχεσθαι…ἓν δὲ  τὸ  ζῆν  ὡς βούλεταἱ τις” (Αριστοτέλης). Αυτοί κρίνουν αν μια κυβερνητική εισήγηση είναι σύμφωνη με τη βούληση της κοινωνίας. Το αν είναι σύμφωνη με προϋπάρχοντες νόμους (π.χ. Σύνταγμα) κρίνεται πριν από τη συζήτηση στη βουλή. Δεν απαιτούνται επομένως ειδικές γνώσεις και, ένα αρκετά ευρύ κληρωμένο δείγμα των πολιτών είναι κατάλληλο για τέτοια αποστολή. Οι δικαστές όμως είναι δύο ειδών. Από τη μια, για τα ποινικά δικαστήρια, εξετάζεται αν μια εκ προοιμίου τεκμηριωμένα παράνομη πράξη, έχει διαπραχθεί από κάποιο άτομο ή όχι. Κριτική ικανότητα, όχι γνώσεις, π.χ, νόμων, απαιτείται για τέτοιου είδους αποστολή. Τυχαία κληρωμένοι ένορκοι είναι, επομένως, οι πιο κατάλληλοι. Για τα αστικά και πολιτικά δικαστήρια όμως γίνεται σύγκριση μιας πράξης με κάποιους νόμους. Οι δικαστές συνεπώς πρέπει να είναι γνώστες των νόμων, καλά εκπαιδευμένοι και έμπειροι νομικοί, χωρίς καμιά εξάρτηση από τις άλλες εξουσίες, αλλιώς η απόφασή τους αμφισβητείται μήπως είναι προκατειλημμένη. Η εξάρτησή τους οδηγεί στο παράλογο, ένας δικαστικός λειτουργός που στρέφεται κατά μελών μιας κυβέρνησης να βρίσκεται κατηγορούμενος για κατάχρηση εξουσίας, όταν αλλάξει η κυβέρνηση.    

One thought on “ΕΞΟΔΟΣ, ΒΟΥΛΗΣΗ, ΗΘΙΚΗ

  1. Η ψυχή κατά τον Πλάτωνα αποτελείται από τρία επιμέρους στοιχεία τη λογική, την επιθυμία και το θυμό. Η βούληση επηρεάζεται από την κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα τρία αυτά στοιχεία. Το συναίσθημα είναι αποτέλεσμα επιθυμίας.Το νεογέννητο που κλαίει θέλει κάτι και γιαυτό κλαίει, άρα επιθυμεί κάτι και δεν το έχει. Το δίκαιο στην κοινωνία έχει να κάνει με την Αριστοτελική μεσότητα και η νομοθεσία ουσιαστικά θέτει τα όρια της μεσότητα σχετικά με την έλλειψη (ελάχιστα μέτρα για την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών) και την υπερβολή (ξεπέρασε το όριο ταχύτητας). Το ανθρώπινο λάθος είναι εκτός ορίων μεσότητας και αυτό πρέπει να κολάζει ο νόμος.

    Like

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s