Η ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

Δημήτρης Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrisideris.wordpress.com

Πρωινός Λόγος, Τρίκαλα, 21 Μαΐου 2020

Πεινάω, διψάω, κρυώνω και θέλω να κάνω έρωτα. Έχω πολλά χαρτονομίσματα και κέρματα στην τσέπη μου, έχω μάλιστα και χρυσές λίρες στο θησαυροφυλάκιό μου, έχω ακόμη πλήθος ομόλογα, μετοχές και γενικά ηλεκτρονικό χρήμα. Ε, λοιπόν τίποτε από όλα αυτά δεν με χορταίνει, δεν με ξεδιψάει δεν μου προσφέρει την ερωτική ηδονή. Το πολύ να κάψω τα χαρτονομίσματα για να ζεσταθώ λιγάκι. Κι όμως όλος ο κόσμος προσπαθεί να έχει χρήματα. Γιατί; Διότι, τίποτα δεν μπορεί να ανταλλαγεί με τόση ποικιλία αντικειμένων και υπηρεσιών, όσο το χρήμα, σχεδόν με τα πάντα. Τόσο πολύ που τείνομε να πιστέψουμε πως με το χρήμα μπορούμε να έχουμε τα πάντα, χωρίς το σχεδόν. Μπορώ να αγοράσω ένα πρόβατο δίνοντας τρεις κότες ή να έχω μια νομική συμβουλή, καθαρίζοντας το γραφείο του δικηγόρου. Αλλά είναι πολύ περιορισμένα τα όσα μπορώ να αποκτήσω ανταλλάσσοντας με πράγματα που έχω ή που μπορώ να κάνω. Το χρήμα υπήρξε μεγάλη ανακάλυψη για την πρόοδο της κοινωνίας και του πολιτισμού. Παίζει το ρόλο του καταλύτη. Διευκολύνει τις διαδικασίες, ενώ το ίδιο μένει αναλλοίωτο καθαυτό στο τέλος τους. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε δυο πράγματα. Πρώτο, ότι η αξία του χρήματος καθαυτού είναι σχεδόν μηδενική. Το χρήμα είναι άχρηστο. Και δεύτερο, με το χρήμα μπορούν να αγορασθούν σχεδόν, αλλά όχι πλήρως, τα πάντα. Ιδιαίτερα, δεν αγοράζονται τα πνευματικά αγαθά. Δεν αγοράζονται η αγάπη, η ελπίδα, η γνώση, η χαρά, η αθανασία κλπ. Το χρήμα μπορεί να ανταλλαγεί με πολλά από όσα χρειάζονται για την ικανοποίηση των αναγκών του αισθητού Εγώ και του κοινωνικού Εγώ, αλλά οπωσδήποτε όχι όλα που χρειάζεται το νοητό Εγώ.

Συνηθίζομε από τρυφερή ηλικία να ζητάμε χρήματα, που μας έχουν γίνει σα φυσική ανάγκη, σαν το φαγητό, το νερό, τον ύπνο. Υπάρχει όμως μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στις φυσικές ανάγκες, στις φυσιολογικές επιθυμίες, από τη μια και στη δίψα για χρήμα από την άλλη: Οι φυσικές ανάγκες ταλαντώνονται. Πεινώ, τρώω, χορταίνω, ξαναπεινώ. Η δίψα για χρήμα όμως δεν ταλαντώνεται. Είναι ακόρεστη. Κάθε ανάγκη για χρήμα περισσότερο από όσο αρκεί για να καλύψει τις σωματικές ανάγκες του αισθητού Εγώ, μας προσφέρει μια ικανοποίηση, την ψευδαίσθηση πως ό,τι κι αν επιθυμήσω στο μέλλον θα μπορώ να το αγοράσω με τα χρήματα που διαθέτω. Αυτή η ψευδαίσθηση είναι σαν την ελπίδα, αλλά λήγει πριν από αυτήν. Η αναλογία του χρήματος με τις φυσιολογικές ανάγκες όμως προχωρεί περισσότερο. Τρώω αφενός επειδή πεινώ, που σημαίνει πως στο αίμα μου έχει μειωθεί η συγκέντρωση ορισμένων θρεπτικών ουσιών όπως η γλυκόζη, αλλά και διότι έχω μια ποιοτική προτίμηση για ό,τι γεύομαι. Μου είναι ευχάριστα τα γλυκά, δυσάρεστα τα πικρά. Η εσωτερική ανάγκη μπορεί να επηρεάζει σε κάποιο βαθμό τη γευστική ευαισθησία, αλλά όχι πλήρως. Μπορεί να έχω χορτάσει με το φαγητό που έφαγα, αλλά μου αρέσει να φάω και ένα γλυκό στο τέλος. Η ευχαρίστηση του χορτασμού της πείνας μου γίνεται μέγιστη αν τρώω τη νοστιμιά, ενώ, μαζί με την όσφρηση μάλιστα, με καθοδηγεί αδρά στο τι να επιλέξω να φάω και τι όχι. Όμως αυτό το γλυκό στο τέλος, που το τρώω επειδή μου αρέσει, όχι επειδή πεινάω, αυτό είναι που κυρίως θα με παχύνει, με όλες τις σοβαρές επιπτώσεις της παχυσαρκίας. Το χρήμα έχει και τις δύο ιδιότητες, του χορτασμού και της ευγευσίας. Είναι ανταλλάξιμο και με τις ποικίλες ανάγκες μας, και με πλείστες επιθυμίες μας, που μας ευχαριστεί η ικανοποίησή τους χωρίς να καλύπτουν ανάγκες. Βέβαια σ΄ αυτό που είπα με τη λέξη “ανάγκες” εννοούσα τα κίνητρα του αισθητού Εγώ, ό,τι αυξάνει τις πιθανότητες της επιβίωσής μου και της διαιώνισης του είδους μου. Με τη λέξη “επιθυμίες” εννοούσα τα κίνητρα του κοινωνικού Εγώ, την κοινωνική ανάγκη που έχομε για αγάπη και αναγνώριση από τους άλλους. Εδώ υπάγεται η δίψα για κοινωνική επιτυχία, για αναρρίχηση σε υψηλά αξιώματα, σε θέσεις εξουσίας, πλούτου, αναγνωρισιμότητας κλπ. Με την ικανοποίηση των αναγκών του αισθητού Εγώ απαλλασσόμαστε από τα οδυνηρά συναισθήματα που τις συνοδεύουν· με την ικανοποίηση των αναγκών του κοινωνικού Εγώ προσαποκτούμε τα ευχάριστα συναισθήματα που τις συνοδεύουν. Το χρήμα αγοράζει και τα δύο.

Η αξία του χρήματος όμως περιορίζεται κυρίως στην κάλυψη των αναγκών του αισθητού και του κοινωνικού Εγώ και όχι πλήρως. Η αγάπη δεν εξαγοράζεται εύκολα με χρήμα, αν και η απουσία του μπορεί να κλονίσει την ισχύ της αγάπης. Ακόμη πιο δύσκολα αγοράζεται με χρήμα η ικανοποίηση των πνευματικών αναγκών του νοητού Εγώ. Μπορώ να αναγκάσω κάποιους να ακούν κλασική μουσική ή γενικά να έρχονται σε επαφή με υψηλή τέχνη, αλλά ένα μικρό ποσοστό αυτών θα νοιώθει την ανάταση που μπορεί να προσφέρουν οι καλλιτεχνικές δημιουργίες, που αισθητά μπορούν να εκδηλώνονται με τις αντιδράσεις του φυτικού νευρικού συστήματος, με γέλιο ή κλάμα, με ανατρίχιασμα, με ρίγος συγκίνησης κλπ. Κι αυτή η ανάταση δεν μπορεί να αγορασθεί με χρήμα. Βέβαια, η απουσία του χρήματος μπορεί να τις στερήσει.

Το χρήμα γενικά έχει αξία, διότι μπορεί να διευκολύνει, σαν καταλύτης, την πραγμάτωση των σκοπών όποιου το διαθέτει. Κι αυτή μπορεί να έχει θετική ή αρνητική αξία. Το θετικό ή αρνητικό πρόσημο του σκοπού έχει κοινωνικό χαρακτήρα. Θετικό είναι ότι προάγει την ικανοποίηση του έλλογου περιβάλλοντός του. Έτσι μεγιστοποιείται η ικανοποίηση προσπελάζοντας την ευδαιμονία. Διότι, βοηθώντας το χρήμα την πραγμάτωση μιας νοητής ανάγκης, συνεπάγεται επιπλέον και μια κοινωνική αναγνώριση, μια κοινωνική ανάγκη. Από την άλλη, αρνητικό είναι ό,τι προωθεί τη δυσχέρεια στην ικανοποίηση των αισθητών και κοινωνικών αναγκών της κοινωνίας. Κι αυτή είναι η πιο συνηθισμένη ιδιότητα του υπερβάλλοντος χρήματος, εκείνου δηλαδή που δαπανάται πέρα από την ικανοποίηση των αναγκών του αισθητού Εγώ. Κι αυτό, διότι το χρήμα, μολονότι είναι σύμβολο, έχει υλική υπόσταση, είναι ποσότητα. Και επομένως, η συνάθροισή του στην κατοχή κάποιου ή ολίγων, σημαίνει την έλλειψή του από τους υπόλοιπους πολλούς. Η οικονομική ανισότητα έχει δειχθεί με αδιάσειστα στοιχεία ότι συνδέεται με πολλαπλά δεινά της “πολιτισμένης” τουλάχιστον ανθρωπότητας, όπως έχει δείξει ο Wilkinson. Η έλλειψη χρήματος δηλαδή δημιουργεί δυστυχία και η εξάλειψη της έλλειψης φέρνει ευτυχία, παράταση ζωής, απουσία λιμού, επιδημιών, αναλφαβητισμού, παιδικής θνησιμότητας κλπ (Norberg). Η περίσσεια χρήματος όμως με την ανισότητα που δημιουργεί υπό τις παρούσες συνθήκες, μάλλον δεινά παρά ευδαιμονία συνεπάγεται.

 

One thought on “Η ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

  1. Ο ενάρετος άνθρωπος χρησιμοποιεί το χρήμα για μια αξιοπρεπή διαβίωση και για να το πτύχει προσπαθεί να μην έχει έλλειψη χρήματος και επιδιώκει να μην έχει περισσότερα χρήματα από αυτά που χρειάζεται.

    Like

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s