ΑΘΑΝΑΣΙΑ

Δημ. Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Ηπειρωτικός αγών, 17-18 Απριλίου 2020

«Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσο∙ καταλήγομε σε μια σκοτεινή άβυσο. Το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή» (Καζαντζάκης). Δηλαδή, το πριν από τη γέννησή μας και το μετά το θάνατό μας είναι το ίδιο; Μετά το θάνατό μας είναι σα να μην υπήρξαμε ποτέ; Κι όμως δεν είναι ακριβώς έτσι.

Το πέρασμά μας από τη ζωή άφησε ίχνη ανεξίτηλα. Καθαρά υλικά, κάποια από τα κύτταρά μας, γεννητικά, εξακολουθούν να επιβιώνουν στα παιδιά μας. Έπειτα, ό,τι δημιουργήσαμε, ό,τι υπάρχει μετά το θάνατό μας που δεν θα υπήρχε αν δεν είχαμε ζήσει. Για τους Μεγάλους είναι τα μεγαλουργήματά τους που επιβιώνουν για αιώνες, χιλιετίες. Είναι τα έργα του Ομήρου, του Πλάτωνα, του ΝταΒίντσι, του Μπετόβεν, του Ηράκλειτου, του Γαλιλαίου, του Αϊνστάιν, του Θεμιστοκλή, του Καίσαρα, του Σωκράτη, του Ιησού, του Κομφούκιου. Είναι όλος ο πνευματικός κόσμος που βιώνομε σήμερα χάρη στο ότι κάποιοι συγκεκριμένοι άνθρωποι έζησαν τη φωτεινή ζωή τους περνώντας από τη μια σκοτεινή άβυσσο στην άλλη. Αλλά και καθένας από εμάς κάτι δημιούργησε, έναν τρόπο ζωής που τον άφησε στο περιβάλλον του. Και είναι, τέλος, το αποτύπωμά μας στην κοινωνία σε όσους μας γνώρισαν άμεσα ή έμμεσα που τους επηρεάσαμε και μας επηρέασαν όσο ζούσαμε. Αν ερωτηθούν οι άνθρωποι που θα έλθουν στην κηδεία μου, καθένας τους κάτι θυμάται από εμένα, σαν κοινωνικό εκμαγείο μου και από τις αναμνήσεις τους μπορεί να αναπλασθεί η ύπαρξή μου, η μορφή, αλλά και οι γνώσεις, τα συναισθήματα και οι βουλήσεις μου. Φυσικά θα μείνουν από εμένα και τα λείψανα του σώματός μου, που αμέσως μόλις πεθάνω, θα αρχίσουν να αποσυντίθενται για να μείνουν άμορφα στο χώμα. «Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει». Με το θάνατό μας μένουν αθάνατες και οι τρεις υποστάσεις του Εγώ μας, η αισθητή, η νοητή και η κοινωνική, αλλά χωριστά η καθεμιά. Θάνατος είναι ο χωρισμός των τριών αθάνατων υποστάσεών μας.

Θέλω να πω πως το πέρασμά μας από τη ζωή δεν είναι ένας κύκλος που αρχίζει από κάπου, από μια σκοτεινή άβυσσο, για να καταλήξει στο ίδιο σημείο, πάλι στη σκοτεινή άβυσσο. Είναι, αν προτιμάτε, έλιξη, καλύτερα μια ταλάντωση, που αρχίζει από κάποιο σημείο, κάνει μια κίνηση και καταλήγει σε κάτι που μοιάζει με την αφετηρία του, αλλά δεν είναι ακριβώς ίδιο. Και αυτό το καταληκτικό σημείο είναι αφετηρία για μια επόμενη κίνηση, για το τι θα κάνουν τα παιδιά μας, οι απόγονοί μας, όλοι οι άνθρωποι που θα έλθουν μετά από εμάς.

Ασφαλώς, υπάρχει και η μεταφυσική θέση, για την οποία είναι εξορισμού αδύνατο να έχουμε την παραμικρή γνώση. Έχομε μόνο πίστη σε όσα κάποια, που δεχόμαστε αναμφισβήτητη, αυθεντία, μας λέει. Είναι οι θρησκευτικοί ηγέτες ή, έστω, κάποιοι σοφοί. Αυτή η μετέπειτα ζωή ενέχει συνήθως μια ανταμοιβή για ό,τι, όσο είχαμε ευθύνη στη διάρκεια της ζωής μας, πράξαμε. Μπορεί να είναι μετεμψύχωση σε ένα καινούργιο ον που η φύση του θα είναι ανάλογη με τη διαβίωσή μας. Ή μπορεί να είναι μια οριστική μετάβασή μας σε τόπο παραδείσου ή κόλασης, εσαεί ή ως τη δευτέρα παρουσία, πάντα ανάλογα με τη ζωή που κάναμε.  Ή να είναι με ένα διάστημα καθαρτηρίου, για να μεταπέσουμε τελικά σε ένα παράδεισο. Όλες αυτές οι πίστεις υποκρύπτουν την αδυναμία των ανθρώπων να καταλήξουν σε μια ανθρώπινα εφικτή διαβίωση με αρετή. Ή ίσως, σε αδυναμία μας να δεχθούμε τι σημαίνει αρετή, που φαίνεται δεν είναι μία, αλλά ποικίλλει ανάλογα με το χρόνο και τον τόπο που ζει καθένας.

Ανεξάρτητα από το αν η μετά θάνατον μεταφυσική ζωή είναι η ανταμοιβή για τα όσα ζήσαμε, μια ανταμοιβή που δεν αξιωθήκαμε να απολαύσουμε όσο υπήρχαμε, μας επιτρέπει κάτι: Να ονειρευόμαστε στο φυσικό κόσμο μας για το μέλλον, πέρα από τα όρια της φυσικής ζωής μας. Να ονειρευόμαστε για την τύχη των παιδιών μας, των έργων μας, της μνήμης μας στην κοινωνία. Και το όνειρο, με κάποια πνευματική προσπάθεια, μπορεί να διαμορφωθεί σε συγκεκριμένο σκοπό, σε προγραμματισμό για το πώς θα επιδιωχθεί και με σχεδιασμό για το πώς θα αξιολογηθεί αν επιτεύχθηκε. Όλα αυτά είναι διεργασίες του νοητού Εγώ, που καταλήγουν στην έξοδό του, στη βούληση. Το επόμενο στάδιο είναι ποιοτικό. Η βούληση του νοητού Εγώ μεταμορφώνεται σε πράξη του αισθητού Εγώ. Τότε μπορεί να συναντήσει αντιθέσεις, τόσο φυσικές, όσο και κοινωνικές. Τις φυσικές αντιστάσεις μπορούν να τις αντισταθμίσουν οι φυσικές επιστήμες. Και, αν οι υπάρχουσες γνώσεις δεν το καταφέρνουν, οι ανάγκες θα ικανοποιηθούν με την επιστημονική έρευνα. Και οι κοινωνικές αντιθέσεις μπορούν επίσης να αντισταθμιστούν με τις κοινωνικές επιστήμες. Και γι΄ αυτές επίσης απαιτείται έρευνα. Ο καθένας μας όμως, το νοητό Εγώ μας, αποβλέπει στην ευτυχία, στην ευδαιμονία, στη μακαριότητα. Η ευτυχία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την τύχη, που κανένας πουθενά στον κόσμο δεν την ελέγχει. Επομένως, μόνη καταφυγή είναι η μεταφυσική αντίληψη του κόσμου. Απλώς προσευχόμαστε. Η μακαριότητα σημαίνει ότι δεν ζητάμε τίποτε, αν είναι αδύνατο να βρεθεί. Είναι η νιρβάνα των Ανατολικών θρησκειών, που οδηγεί στον ασκητισμό, στην άσκηση δηλαδή να μην επιθυμούμε τίποτε. Αν δεν επιθυμούμε τίποτε, τίποτε δεν μας λείπει. Ακόμη και το φαγητό μας, έχομε συνηθίσει να το τρώμε όχι επειδή πεινάσαμε ή για να απολαύσουμε τη γευστικότητά του, αλλά απλώς επειδή έτσι πρέπει για να μην πεθάνουμε. Ακόμη και χωρίς φαγητό, έτσι, δεν θα νοιώσουμε δυσάρεστη πείνα, την έχομε καταστείλει. Η ευδαιμονία, όπως την παρουσιάζουν οι σοφοί πρόγονοί μας, ιδίως ο Αριστοτέλης, σημαίνει ικανοποίηση των σκοπών που μόνοι μας, το νοητό Εγώ μας δηλαδή, έχομε θέσει για τον εαυτό μας, την επιδίωξη δηλαδή των ονείρων μας, την αυτοπραγμάτωσή μας. Προφανώς η ευδαιμονία προϋποθέτει στοιχειώδη ικανοποίηση των σωματικών αναγκών του αισθητού Εγώ μας και την κοινωνική αναγνώριση του κοινωνικού Εγώ μας, αλλά μόνα τους αυτά δεν φέρνουν την ευδαιμονία. Αν επιτύχω τους σκοπούς που έθεσα, νοιώθω ευδαιμονία, που πέτυχα, αλλά με τον όρο ότι δεν πεινάω, δεν διψάω, δεν κρυώνω, δεν πονάω, κλπ, έστω και χωρίς να τρώω αμβροσία ή να πίνω νέκταρ και επιπλέον δέχομαι τη στοιχειώδη επιδοκιμασία, έστω σαφή ανοχή, από το περιβάλλον μου.

Όχι, δεν πεθαίνομε με το θάνατό μας. Προπάντων δεν πρέπει να πεθαίνουμε πριν από το θάνατό μας, παραιτούμενοι από το φωτεινό διάστημα της ζωής μας.

 

 

One thought on “ΑΘΑΝΑΣΙΑ

  1. Ο άνθρωπος είναι ύλη και πνεύμα με απλούς τεχνικούς όρους είναι Hardware και Software. Το υλικό μέρος είναι αυτό που προκύπτει από τη σύνθεση της ύλης και αφού πραγματοποιήσει τον κύκλο του γίνεται η αποσύνθεση του. Αυτό που μένει είναι το πνεύμα και αν μιλάμε σήμερα για τον Σωκράτη απευθυνόμαστε στο πνεύμα του Σωκράτη που είναι αθάνατο και επηρεάζει το άυλο μέρος της οντότητας μας. Το πνεύμα του κάθε ανθρώπου είναι μέρος της οντότητας η οποία κατά τον Τίμαιο του Πλάτωνα πάντα υπάρχει και ποτέ δεν γεννιέται και είναι η επιστημονική γνώση. Αυτό μας βοηθάει να διακρίνουμε και τον προορισμό του ανθρώπου, που είναι η ποιότητα ζωής και η εξερεύνηση. Μάλιστα ποιότητα ζωής και εξερεύνηση το ένα στηρίζει το άλλο. Χωρίς την ανθρώπινη εξερεύνηση το σύμπαν (από τη δομή του ατόμου, του κυττάρου, μέχρι τον τελευταίο γαλαξία) δεν θα είχε νόημα γιατί κανείς δεν θα γνώριζε την ύπαρξη τους. Το υλικό μέρος του σύμπαντος μαζί με τη γνώση για τη δομή και λειτουργία του συνθέτουν μια ενιαία οντότητα και αυτή είναι το ΕΝ του Πυθαγόρα. Επομένως πριν τη γέννηση μας υπάρχει η επιστημονική αλήθεια σε λανθάνουσα κατάσταση και εμείς την προσεγγίζουμε άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο συνθέτοντας με αυτόν τον τρόπο την πνευματική μας υπόσταση η οποία μένει αθάνατη εις τον αιώνα.

    Like

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s