ΧΡΗΣΤΗΣ Ή ΧΤΙΣΤΗΣ;

Δημ. Α. Σιδερής, ομ.καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Πρωινός Λόγος, Τρίκαλα, 12 Δεκεμβρίου, 2019

Πόση δημοκρατία και πόση αριστοκρατία (ή ολιγαρχία) χρειαζόμαστε; Απάντηση αποδεκτή από όλους ποτέ δεν δόθηκε. Ο Αριστοτέλης δηλώνει ξεκάθαρα, ότι η καλή μοναρχία είναι το ιδανικό πολίτευμα, εφόσον ο μονάρχης έχει θεϊκές ιδιότητες, πράγμα άκρως απίθανο, ενώ το χειρότερο είναι η κακή μοναρχία, αρχαία τυραννία ή σύγχρονη δικτατορία. Το ιδανικό πολίτευμα, κατά το Σταγειρίτη, είναι συνδυασμός αριστοκρατίας και δημοκρατίας. Ο ίδιος θέτει τις βάσεις για την απάντηση. Το πρόβλημα δεν είναι ποσοτικό, πόσο από το ένα και πόσο από το άλλο πολίτευμα να βάλουμε στο κράμα, αλλά ποιοτικό, ποιο μέρος από το καθένα. Αναγνωρίζει πως υπάρχουν γενικές και ειδικές ικανότητες. Οι πρώτες είναι είτε σύμφυτες (“φύσει“) ή συνέπεια της παιδείας που μπορεί να έχει οποιοσδήποτε. Οι δεύτερες έχουν προκύψει από εκπαίδευση, ειδική “εμπειρία” και “τέχνη” (ή γνώση).

Και φέρνει παραδείγματα. Ένα σπίτι το εκτιμά καλύτερα αυτός που το χρησιμοποιεί παρά εκείνος που το έχτισε. Και ένας δαιτυμόνας κρίνει ένα συμπόσιο πιο αντικειμενικά από το μάγειρο. Η σύγκριση μου φαίνεται λίγο άδικη. Θα έλεγα πως άλλα στοιχεία είναι κατάλληλος να κρίνει ο κατασκευαστής και άλλα ο χρήστης. Και οι δύο είναι απαραίτητοι. Το σπίτι βέβαια, αν εξυπηρετεί την οικογένεια, το κρίνει ο ένοικός του, αλλά το αν είναι στέρεα φτιαγμένο, ο μηχανικός. Το ίδιο ισχύει για κάθε έργο. Κι όμως, ακόμη σήμερα, η σύγχυση είναι διάχυτη. Οφείλεται στο ότι “Ο μν τι ἐὰν κατ τι σοι σιν, λως σοι νομίζουσιν εναι ο δ΄ τι, ἐὰν κατ τι νισοι, πάντων νίσων ξιοσιν αυτος.” Όποιος είναι ίσος με τους άλλους σε κάτι νομίζει πως είναι σε όλα ίσος και όποιος υπερέχει σε κάτι, αξιώνει να υπερέχει σε όλα. (Αριστοτέλης).

Στην πολιτική υπάρχουν τρεις εξουσίες, εκτελεστική (κυβέρνηση), νομοθετική (βουλή) και δικαστική. Ως εξουσίες είναι απαραίτητες για την ενότητα και την αυτάρκεια, τελικά την αυτοτέλεια, κάθε πολιτείας και επομένως οι μόνες που δικαιούνται να χρησιμοποιούν νόμιμα βία. Η ανάγκη για ανεξαρτησία μεταξύ τους, αν και αυτονόητη, δεν εφαρμόζεται. Στην πατρίδα μας, η κυβέρνηση, επί μοναρχίας ταυτιζόταν με το μονάρχη (μπορούσε να διορίσει ως και τον κηπουρό του πρωθυπουργό!). Στη ρεπούμπλικα (“κοινοβουλευτική δημοκρατία”) σήμερα, ταυτίζεται με τη νομοθετική εξουσία, αφού ο Ανώτατος Άρχοντας (Πρόεδρος “Δημοκρατίας”) είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει τη “δεδηλωμένη”, να αναθέσει εντολή για σχηματισμό κυβέρνησης στον αρχηγό του κόμματος που πλειοψηφεί στη βουλή. Ο ίδιος εκλέγεται από τη βουλή. Η δικαστική εξουσία ταυτίζεται με την κυβέρνηση, αφού το Υπουργικό Συμβούλιο διορίζει τους επικεφαλής των Ανώτατων Δικαστηρίων. Τελικά, όλες οι εξουσίες ανάγονται στο πλειοψηφικό κόμμα, που λειτουργεί σαν μια μοναρχική μονάδα, χωρίς όμως θεϊκές ιδιότητες.

Ποια θα όφειλε να είναι η σύσταση των τριών εξουσιών; Η δικαστική εξουσία χωρίζεται αδρά σε ποινικές και αστικές υποθέσεις. Στις αστικές, κύριο ερώτημα είναι αν μια πράξη είναι σύννομη ή όχι. Επομένως, ο δικαστής πρέπει να γνωρίζει τους νόμους. Στις ποινικές υποθέσεις κύριο ερώτημα είναι αν ο κατηγορούμενος διέπραξε ένα κακούργημα ή όχι. Συγκρίνονται δηλαδή, αν ταιριάζουν, ένας άνθρωπος με μια πράξη. Σ΄ αυτή τη σύγκριση δεν υπεισέρχεται νόμος, αλλά μόνο κοινός νους. Ο πιο κατάλληλος δικαστής επομένως είναι ο κοινός πολίτης, ο ένορκος. Κάθε μεμονωμένο άτομο είναι χειρότερος κριτής από τους ειδικούς, όλοι μαζί όμως σε μια ομάδα είναι καλύτεροι ή τουλάχιστον ισάξιοι. “καστος μν χείρων κριτς τν εδότων, παντες δ συνελθόντες βελτίους ο χείρους” (Αριστοτέλης). Αυτό ισχύει, διότι υπάρχει απεριόριστη ποικιλία θεμάτων για κρίση, έτσι που είναι απίθανο να τα καλύπτει ένα άτομο, όσο βαθύς γνώστης και αν είναι στο αντικείμενό του, ενώ σε ένα πλήθος που συνέρχεται και διαβουλεύεται είναι πιο πιθανό να υπάρχουν κάποιοι με μια αμυδρή τουλάχιστον γνώση του ζητήματος.

Η κυβέρνηση, όπως στα αστικά δικαστήρια, οφείλει να αποτελείται από αυστηρά επιλεγμένους γνώστες, με εμπειρία και τέχνη ο καθένας στον τομέα του. Για την εμπειρία και την τέχνη, αναγκαστικά προεπιλέγονται τα υποψήφια μέλη μιας κυβέρνησης (π.χ. από ένα κόμμα, ελεγχόμενο από τη δικαιοσύνη), η επιλογή μεταξύ τους όμως πρέπει να γίνει από το σύνολο του λαού, με γενικές εκλογές, όπως επιλέγομε το δικηγόρο, μηχανικό, γιατρό μας κλπ.

Κύριο καθήκον της βουλής είναι να νομοθετεί σύμφωνα με τη βούληση του λαού και το Σύνταγμα. Τη βούληση του λαού είναι απίθανο να τη γνωρίζουν η πεπερασμένη ποικιλία οποιωνδήποτε ειδημόνων, όταν μάλιστα είναι προκατειλημμένοι, ενώ είναι πιο πιθανό να τη γνωρίζει ένα ικανοποιητικά ευρύ τυχαίο δείγμα του λαού όπως έχει προκύψει με κλήρωση μεταξύ όλων των πολιτών. Το Σύνταγμα αποτελείται από πεπερασμένο μόνο αριθμό γενικών πλαισίων νόμων, που τίθενται στη διάθεση των βουλευτών από ειδικούς.  Δεύτερο έργο της βουλής είναι να κρίνει τις πράξεις της κυβέρνησης. Σύγκριση ανθρώπων με πράξεις. Χωρίς ειδικές γνώσεις. Η προκατάληψη των εκλεγμένων βουλευτών προέρχεται από το ότι είναι προεπιλεγμένοι πριν εκλεγούν και επομένως είναι αναγκασμένοι να εξυπηρετούν τα συμφέροντα του κόμματος που τους χρίζει υποψηφίους, των ψηφοφόρων τους μεροληπτώντας έτσι σε βάρος του συνόλου, και της παρούσας γενιάς ως την επόμενη εκλογική αναμέτρηση σε βάρος της ερχόμενης γενιάς. Με αυτές τις προδιαγραφές ένα κληρωμένο δείγμα των πολιτών είναι το πιο κατάλληλο να λαβαίνει αποφάσεις, αφού έχει ακούσει τα επιχειρήματα των επαϊόντων, συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης, όπως οι ένορκοι ακούν την πολιτική αγωγή και την υπεράσπιση πριν πάρουν τις αποφάσεις τους.

Τα τυχαία σφάλματα είναι αδύνατο να απαλειφθούν, εκτός από την περίπτωση που μια απόφαση λαμβάνεται από το σύνολο των ενδιαφερομένων (εκκλησία του δήμου, δημοψήφισμα) που εξορισμού αυτή είναι η βούληση του συνόλου. Αξιόπιστο δείγμα (με το ελάχιστο δυνατό τυχαίο σφάλμα) είναι οι αποφάσεις των δυο εξουσιών όπως περιγράφηκαν. Συστηματικό σφάλμα όμως (προκατάληψη) μπορεί να υπάρχει όποτε το δείγμα του λαού που λαβαίνει αποφάσεις έχει προεπιλεγεί. Η προεπιλογή επιβάλλει την προκατάληψη. Ο κίνδυνος έχει επισημανθεί πάλι από τον Αριστοτέλη: “χει δ κα περ τν αρεσιν τν ρχόντων τ ξ αρετν αρετούς πικίνδυνον“. Είναι επικίνδυνο να εκλέγονται οι άρχοντες από κατάλογο προσώπων που ήδη έχει καταρτισθεί με (προ)εκλογική διαδικασία. Επικίνδυνο, αλλά αναγκαίο για την κυβέρνηση. Ο κίνδυνος υφίσταται για την κυβέρνηση, όχι για μια κληρωμένη βουλή. Από τους κυβερνώντες μάλλον παρά από τους νομοθέτες θα προκύψουν συχνότερα ατασθαλίες. Υπό την κρίση όμως βουλής και δικαιοσύνης όπως περιγράφηκαν, οι κίνδυνοι τέτοιων παρεκτροπών μειώνονται στο ελάχιστο. Χτίστες η κυβέρνηση· χρήστες η κληρωμένη βουλή.

 

 

 

 

 

ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΩΝ

Δημ. Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Ηπειρωτικός Αγών, 13 Δεκεμβρίου, 2019

Η διαίρεση των πολιτευμάτων από τον Αριστοτέλη έχει μείνει αξεπέραστη, αν και συχνά διαστρεβλώνεται, ιδίως στη γλώσσα μας. Ανάλογα με το πλήθος των αρχόντων, τα πολιτεύματα διακρίνονται σε μοναρχίες, ολιγαρχίες και δημοκρατίες, καθένα τους με καλή και κακή όψη. Καλή είναι εκείνη στην οποία οι άρχοντες νοιάζονται για τους πολίτες, κακή όταν μεριμνούν για τους εαυτούς τους. Ο μεγάλος σοφός διαπιστώνει ότι η μοναρχία, από τη φύση της είναι το πιο κατάλληλο πολίτευμα για να διατηρεί την ενότητα της πολιτείας, που, μαζί με την αυτάρκειά της, συμβάλλει στην αυτοτέλειά της, στη δυνατότητά της δηλαδή να αποφασίζει μόνη της τους σκοπούς της και να τους επιδιώκει. Επομένως στην ευδαιμονία των πολιτών της. Η καλή όψη της μοναρχίας όμως, λέει, απαιτεί ο μονάρχης να έχει θεϊκές ιδιότητες, πράγμα βέβαια αδύνατο, ακυρώνοντας έτσι στην πράξη την ιεράρχηση των πολιτευμάτων που κάνει. Χειρότερο όλων θεωρεί την κακή όψη της μοναρχίας (τυραννία, δικτατορία κλπ). Μετά την “καλή” μοναρχία τοποθετεί την “καλή” όψη της δημοκρατίας, που περιέχει στοιχεία ολιγαρχίας (π.χ. κυβέρνηση επιλεγμένη ολιγαρχικά, με εκλογές, βουλή δημοκρατικά, με κλήρωση). Πολύ κακό πολίτευμα είναι η κακή όψη της δημοκρατίας, η οχλοκρατία, στην οποίαν ο λαός αποφασίζει σύμφωνα με τις επιθυμίες του και όχι σύμφωνα με νόμους. Είναι επικίνδυνο, λέει, να εκλέγονται οι άρχοντες από κατάλογο προσώπων που ήδη έχει καταρτισθεί με (προ)εκλογική διαδικασία, απορρίπτοντας έτσι την ολιγαρχία. Η ολιγαρχία αποκλείει την νόμιμα εξουσιαστική, υπεύθυνη, έκφραση της βούλησης του λαού, ανεχόμενη την ανεύθυνη έκφρασή της, με διαδηλώσεις, αποκλεισμούς, καταλήψεις κλπ και δυσφημίζοντας έτσι τη δημοκρατία ως οχλοκρατία.  Η διαστρέβλωση που ανέφερα συνίσταται στο ότι βαφτίσαμε δημοκρατία κάθε αμόναρχο καθεστώς, βάζοντας στον ίδιο κορβανά δημοκρατία και ολιγαρχία. Οι ξένοι ονομάζουν το πολίτευμά μας ρεπούμπλικα, (République française, Hellenic republic κλπ), που εμείς το αποκαλούμε απατηλά δημοκρατία. Όπως αναφέρθηκε, η βασική διαφορά μεταξύ δημοκρατίας και ολιγαρχίας, όπως ήταν στην Αρχαία Ρώμη (res publica), είναι ότι στην πρώτη οι άρχοντες κληρώνονται, ενώ στη δεύτερη εκλέγονται.

Χωρίς να αίρεται η παραπάνω διαίρεση του σοφού, στο μυαλό μου κάνω μιαν άλλη, απλούστερη νομίζω, που βασίζεται στη βούληση του λαού και στους φυσικούς νόμους. Δημοκρατία είναι το πολίτευμα στο οποίο γίνεται δυνατό να ικανοποιούνται οι επιθυμίες των πολιτών στη βάση κανόνων. Η ικανοποίηση των επιθυμιών του λαού χωρίς κανόνες είναι ίδιο της οχλοκρατίας. Η καταστολή των επιθυμιών του λαού είναι το χαρακτηριστικό των ολοκληρωτικών καθεστώτων.

Στη βάση των παραπάνω, πολίτης μιας πολιτείας, που έχει έκταση είτε μιας πόλης είτε ενός κράτους με πολλές πόλεις είτε και μιας ομοσπονδίας κρατών, είναι κάθε μόνιμος κάτοικός της, εκτός αν το σύνολο έχει προδιαγεγραμμένους κανόνες που τον αποκλείει. Μόνιμη κατοικία καθενός είναι μόνον μία, ορίζει ο αστικός κώδικας. Αποκλείονται οι ανήλικοι, αφού, βιολογικά, είναι ανώριμοι να προστατεύουν τον εαυτό τους, να αναζητούν τροφή και να αναπαράγονται. Εθνικά ανώριμοι είναι επίσης πριν περατώσουν τη θητεία τους, για ένα πεπερασμένο χρονικό διάστημα στο οποίο αφιερώνουν άνευ όρων ακέραιη την ύπαρξή τους στην πατρίδα τους. Αποκλείονται επίσης μέτοικοι που δεν έχουν μείνει μόνιμοι κάτοικοί της για ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα προαποφασισμένο με νόμο.

Η βούληση του λαού διαπιστώνεται με την πλειοψηφία, εφόσον έχει προηγηθεί εκτεταμένη, συζήτηση μεταξύ όλων των ενδιαφερομένων. Γίνεται νόμος, δηλαδή επιβάλλεται ακόμη και βίαια, εφόσον πληροί τους κανόνες και δεν αντιστρατεύεται προϋπάρχουσες γενικές διατάξεις, όπως είναι του Συντάγματος. Αυτό έχει προαποφασισθεί, πάντα με ψήφο του συνόλου των πολιτών, αλλά με ιδιαίτερες προδιαγραφές, όπως π.χ. απαγόρευση αναθεώρησης κάποιων άρθρων του πριν από την παρέλευση συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος. Μόνιμα μη αναθεωρήσιμα, άρθρα δεν είναι δυνατό, είναι αφύσικο, να υπάρχουν.

Η ενότητα του κράτους εξασφαλίζεται όχι με την επιβολή βίας, αλλά διττά: Ένας τρόπος είναι λογικός, με την επιβολή κανόνων που εξασφαλίζουν την συμπληρωματική δραστηριότητα των πολιτών μεταξύ τους. Καθώς οι φυσικές και πνευματικές (εκγενετής και επίκτητες) ικανότητες των ανθρώπων διαφέρουν απεριόριστα, κανένας δεν μπορεί μόνος του να επιτελέσει ένα πλήρες έργο με πολλές παραμέτρους, μπορούν όμως πολλοί μαζί, εφόσον επικοινωνούν μεταξύ τους. Ένας βάζει τα θεμέλια, άλλος τους τοίχους, άλλος το επιστέγασμα. Η ποικιλία δεν σημαίνει ανισότητα. Ανισότητα υπάρχει μόνο στο ταίριασμα των ικανοτήτων καθενός με τις επιμέρους απαιτήσεις του έργου. Για μια απαίτηση είναι κάποιος καταλληλότερος, για άλλην άλλος. Αυτή η ρύθμιση προάγει την αυτάρκεια και την ενότητά της πολιτείας, αφού καθένας μόνος του παράγει λιγότερο έργο, ωφέλιμο γι΄ αυτόν και για το σύνολο, παρά συγκροτημένα όλοι μαζί. Ο άλλος τρόπος είναι συναισθηματικός, με την καθιέρωση ομαδικών δραστηριοτήτων συναισθηματικού χαρακτήρα, όπως είναι έργα τέχνης, μουσικά στο χρόνο και εικαστικά στο χώρο. Η πρόκληση το ίδιο ευχάριστων (ή το ίδιο δυσάρεστων) συναισθημάτων σε όλους (ή, τουλάχιστον στη συντριπτική πλειοψηφία των ατόμων) από ένα, το ίδιο, έργο, προάγει μέγιστα την ενότητα της πολιτείας.

Όταν οι παραπάνω κανόνες δεν τηρούνται, η δημοκρατία μεταπίπτει σε οχλοκρατία ή ολοκληρωτισμό. Οχλοκρατία είναι η απουσία τάξης, ολοκληρωτισμός η επιβολή τάξης ενάντια στη βούληση του λαού. Και οι δυο καταστάσεις οδηγούν σε διάλυση της πολιτείας. Η τάξη δεν είναι αυτοσκοπός.

Μια πολιτεία, τόσο πιο δύσκολα διατηρείται ενωμένη όσο μεγαλώνει. Η επιφάνειά της μεγαλώνει σε δύο διαστάσεις, ενώ η γραμμή των συνόρων της, που διαμέσου τους επικοινωνεί με το λοιπό κόσμο που τον έχει ανάγκη, αυξάνεται σε μία διάσταση. Γι΄ αυτό είναι ανάγκη η πολιτεία να υποδιαιρείται σε μόρια. Μια υποδιαίρεση είναι στο χώρο, με την τοπική αυτοδιοίκηση. Όσο περισσότερες αρμοδιότητες έχει η τοπική αυτοδιοίκηση συγκριτικά με την κεντρική εξουσία, τόσο πιο ευτυχισμένοι είναι οι πολίτες της. Αυτό όμως μπορεί να έχει αποσχιστικές τάσεις. Γιατί μια πλουσιότερη περιφέρεια να μοιράζεται τον πλούτο της με άλλες φτωχότερες, αφού διαθέτει ικανή αυτάρκεια μόνη της; Το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερο αυταρχισμό (ολοκληρωτισμό) της κεντρικής εξουσίας, αλλά με μιαν άλλη αποκέντρωση σε διαφορετικό άξονα, για παράδειγμα σε επαγγελματικές τάξεις. Ο εργαζόμενος στην Κρήτη νιώθει αλληλεγγύη με τον εργοδότη στην Κρήτη λόγω εντοπιότητας. Όμως νιώθει αλληλεγγύη και με τον εργαζόμενο στη Θράκη, λόγω κοινών ταξικών συμφερόντων. Και πάλι αναδύεται η διαφορά μεταξύ δημοκρατίας και οχλοκρατίας. Η δεύτερη αυτή, συνδικαλιστική, διαίρεση ενέχει και αυτή τον κίνδυνο του οχλοκρατικού λαϊκισμού, της συντεχνίας, αν δεν είναι σωστά δομημένη. Αν κάποιο μέλος της παρεκτραπεί, ο συνδικαλισμός τού επιβάλλει πειθαρχική ποινή, ενώ η συντεχνία φροντίζει να συγκαλύψει την παρεκτροπή του.

 

 

 

 

 

Δημιουργός ή Χρήστης;

  • Δημήτρης Α. Σιδερής, wordpress.com
  • Κοινή Γνώμη, 10 Δεκεμβρίου 2019
  • 269α. Δημιυργός ή χρήστης;269β. Δημιουργός ή χρήστης;.JPG

Διαβάζοντας Αριστοτέλη δεν μπορείς παρά να θαυμάζεις. Ασφαλώς έχει τις προκαταλήψεις του. Όλοι έχομε, κι εγώ που γράφω τούτες τις γραμμές, μόνο που δεν γνωρίζω ποιες είναι. Τις θεωρώ αυτονόητες. Ο Αριστοτέλης φθάνει σε λογικά αδιέξοδα που τα αντιμετωπίζει αυθαίρετα με τη λέξη “φύσει”. Έτσι είναι από τη φύση τους τα πράγματα. “Πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει “. Και την “όρεξη” τη χρησιμοποιεί χωρίς να την αναλύει περισσότερο, σαν κάτι φυσικό, ανεξάρτητο από οποιονδήποτε εξωγενή παράγοντα, χωρίς να μπορεί να συνειδητοποιήσει, με τις γνώσεις που υπήρχαν τότε, ότι η “όρεξη” αφορά λειτουργίες της βούλησής μας που εκδηλώνονται σαν ταλαντώσεις. Περιοδικά ορέγομαι να μαθαίνω, φθάνω στον κόρο, σταματώ και πάλι ορέγομαι τη μάθηση. Όπως ορέγομαι να φάω, τρώω, φθάνω στον κόρο, σταματώ και πάλι βαθμιαία ξαναθέλω να φάω. Όμως ο Αριστοτέλης εξετάζει από κάθε λογική πλευρά κάθε τι που μπορεί να αμφισβητηθεί. Η μεγάλη ένσταση εναντίον του είναι η προκατάληψη πως υπάρχουν άνθρωποι που είναι “φύσει” δούλοι, που από τη φύση τους έχουν τόση λογική για να καταλαβαίνουν τι τους διατάζει ο δεσπότης τους, αλλά όχι τόση που να σχηματίζουν δική τους βούληση. Τους συμφέρει, επομένως, να είναι δούλοι!

Σήμερα ασχολούμαι με το πολιτικό δίλημμα, ποιου η άποψη βαραίνει περισσότερο, του δημιουργού ενός εργαλείου, μιας πολιτικής κλπ ή του χρήστη; Φέρνει το παράδειγμα ενός σπιτιού. Ποιος θα πει αν είναι καλό; ο κατασκευαστής του ή όποιος κατοικεί μέσα; Ποιος θα αποφανθεί για ένα εργαλείο; ο κατασκευαστής ή ο χρήστης του; Και πιο δύσκολα διλήμματα: Ποιος θα πει αν είναι καλός ένας γιατρός; οι άλλοι γιατροί ή οι άρρωστοί του; Κλίνει προς την πλευρά του χρήστη ο Σοφός, αλλά, φρόνιμα, δεν είναι απόλυτος. Γιατί έρχεται το δίλημμα: Ποιος είναι αρμόδιος να κρίνει μια πολιτική απόφαση; ο εκλεκτός που άρχει ή οι πολίτες που άρχονται;

Νομίζω πως βαραίνει η κρίση όλων, με διαφορετικό σημείο εφαρμογής της. Ο άρρωστος θα κρίνει το γιατρό με το αν έγινε καλά (ή βελτιώθηκε) ή όχι. Όμως “φύσει” – και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε γι΄ αυτό – η έκβαση μιας νόσου, όπως και κάθε προσπάθειας, δεν εξαρτάται μόνο από την ανθρώπινη ενέργεια του ειδικού, αλλά και από πλήθος αστάθμητων παραγόντων. Επομένως η κρίση για το γιατρό μετατοπίζεται: Έκανε ο γιατρός ό,τι υπαγορεύει η επιστήμη πως έπρεπε να κάνει στην περίπτωση του συγκεκριμένου αρρώστου; Όμως σ΄ αυτό δεν μπορεί να απαντήσει ο άρρωστος. Αυτός γνωρίζει τι επιθυμεί: Να γίνει καλά ή να βελτιωθεί. Οι άλλοι γιατροί, γνωρίζουν τι πρέπει να γίνει. Οι επαΐοντες για το κάθε τι έχουν “εμπειρία” και “τέχνη” (λέξεις κι αυτές του Σταγειρίτη). Εμπειρία σημαίνει γνώση που πηγάζει κυρίως από τις αισθήσεις μας· τέχνη σημαίνει γνώση που οδηγεί σε σωστές κινήσεις και συμπεριφορά γενικότερα. Ας κρατήσουμε αυτή την αναλογία και για την πολιτική να δούμε πού βγάζει.

Οι επαγγελματίες της πολιτικής, δηλαδή όσοι έχουν πολιτική εμπειρία και τέχνη, γνωρίζουν ποιες πολιτικές αποφάσεις μπορούν να παρθούν. Τις γνωρίζουν με την επιφύλαξη της προκατάληψης που έχουν και την αγνοούν. Η προκατάληψη αντιμετωπίζεται με την ύπαρξη πολλών πολιτικών, όπως είναι οι αγορητές της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης σε μια βουλή. Οι προκαταλήψεις τους θα είναι διαφορετικές. Από την άλλη, σκοπός μιας πολιτείας, ενός κράτους, είναι η ευδαιμονία των πολιτών της. Κι αυτή απαιτεί ικανοποίηση των βουλήσεων των πολιτών της. Κάθε πολίτης έχει διαφορετικά “θέλω”, μοναδικά δικά του. Όλοι μαζί όμως έχουν κάποιες κοινές βουλήσεις. Αυτές οφείλει να ικανοποιεί ο πολιτικός άρχοντας με τους νόμους που ψηφίζει και εφαρμόζει. Από την αρχαιότητα θεσμοθετήθηκαν τρεις ανεξάρτητες εξουσίες. Η εκτελεστική, που χρειάζεται εμπειρία και τέχνη όσων την υπηρετούν, η νομοθετική (βουλή) και η δικαστική που χρειάζονται μόνο αρετή και κοινό νου. Από το πλήθος των συσκεπτόμενων βουλευτών ή δικαστών εξασφαλίζεται κατά το δυνατόν η ορθή κρίση. Θεωρεί ότι η γνώμη του “πολιτικού σώματος” των πολλών είναι ανώτερη από τις διάχυτες ατομικές γνώμες, με τον όρο ότι το πολιτικό σώμα έχει οργανική ολότητα και όχι τυχαία συνύπαρξη. Έτσι, η απόφαση ενός συγκροτημένου δημοψηφίσματος είναι ανώτερη από ενός συλλαλητηρίου. Αυτοί που συγκροτούν το πολιτικό σώμα πρέπει τουλάχιστον να είναι ελεύθεροι. Η εκλογή των αρχόντων δεν εξασφαλίζει την ελευθερία των βουλευτών, διότι οι εκλεγόμενοι είναι δεσμευμένοι αφενός με το κόμμα τους (αν δεν πειθαρχούν ακόμη και παρά τη συνείδησή τους, δεν θα ξαναείναι υποψήφιοι) και αφετέρου από τους ψηφοφόρους τους (αν δεν ικανοποιούν τις επιθυμίες τους, έστω και σε βάρος του συνόλου, δεν θα ξαναψηφισθούν). Με την κλήρωση και περιορισμένη θητεία στις δυο τελευταίες εξουσίες εξασφαλίζεται κατά το δυνατόν ότι όλοι έχουν ίση πρόσβαση σ΄ αυτές “Ελευθερία: Ἓν μὲν τὸ ἐν μέρει ἂρχειν καὶ ἂρχεσθαι…ἓν δὲ  τὸ  ζῆν  ὡς βούλεταἱ  τις». Και ορίζει: “Λέγω δ΄ οἷον δοκεῖ δημοκρατικὸν μὲν εἶναι τὸ κληρωτὰς εἶναι τὰς ἀρχὰς, τὸ δ΄ αἱρετὰς ὀλιγαρχικὸν“. Κληρωτοί οι άρχοντες στη δημοκρατία, αιρετοί στην ολιγαρχία. Μιλά πάντοτε για τη νομοθετική και τη δικαστική εξουσία, όχι την εκτελεστική.

Τα κωλύματα για την εγκαθίδρυση δημοκρατίας είναι πολλαπλά. Θεωρητικά είναι ο φόβος μήπως η οργανική ολότητα ενός πολιτικού σώματος εκτραπεί σε τυχαία συνύπαρξη. Φόβος πραγματικός και υπαρκτός. Δημαγωγία, λαϊκισμός. Υπάρχει όμως και η προκατάληψη. Η κρατούσα σήμερα ολιγαρχία θεωρεί ότι τα μέλη της έχουν ανωτερότητα έναντι του πλήθους – κατάλοιπο αριστοκρατικής αντίληψης. Πραγματικά οι ανήκοντες στην άρχουσα ολιγαρχία είναι κατά μέσον όρο πλουσιότεροι (άρα ικανότεροι να αποκτούν περιουσία) και περισσότερο μορφωμένοι. Όμως καθένας είναι εκπαιδευμένος σε έναν αποκλειστικά τομέα, ενώ σε όλους τους άλλους είναι τυχαίος, όπως και ο αμόρφωτος. Όταν συζητούνται σε μια βουλή νόμοι για την αλιεία, ένας μηχανικός ή ένας γιατρός είναι πιο ακατάλληλοι από ένα ψαρά. Το οργανωμένο σύνολο όμως ενός πλήθους, όπως κληρωμένων βουλευτών, έχει κατά κανόνα ευρύτερες γνώσεις από οποιονδήποτε καθένα. Εξάλλου, επιζητεί και ακούει και τους επαΐοντες πριν αποφασίσει. Προπάντων υπάρχει ο φόβος της βίας. Όταν οι λαγοί ζήτησαν ισότητα μεταξύ των ζώων, τα λιοντάρια απάντησαν: “Δείξτε μας τα νύχια και τα δόντια σας!” (Αίσωπος). Η άρχουσα τάξη έχει τη νόμιμη εξουσία να επιβάλει βία. Η ανατροπή της απαιτεί βία που δεν μπορεί τυπικά να χαρακτηρισθεί άμυνα, αφού δεν είναι νόμιμη, εκτός αν η δικαστική εξουσία τη θεωρήσει άμυνα εναντίον κατάχρησης της εξουσίας από την άρχουσα τάξη.

 

ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΙΑ

Στήριγμα-εξάρτησηΔημ. Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

Ηπειρωτικός Αγών, 6 Δεκεμβρίου 2019.

Κυβερνούσαν το Σύμπαν ο Κρόνος και η Ρέα και τα πάντα έρρεαν με τη Ρέα στο διάβα του Κρόνου (χρόνου). Χάος. Από αυτούς γεννήθηκε ο Δίας. Πήρε την εξουσία και έβαλε τάξη. Το Σύμπαν έγινε Κόσμος. Ζέστη το καλοκαίρι, κρύο το χειμώνα. Φως τη μέρα σκοτάδι τη νύχτα. Βέβαια κράτησε για τον εαυτό του κάποιες αυθαιρεσίες, που τις επέβαλλε με ποικίλους τρόπους, ως και με το υπερόπλο του, τον κεραυνό. Πονοκεφάλιασε φρικτά ο αρχιθεός για να βάλει τάξη, αλλά ο Ήφαιστος του έδωσε μια με το τσεκούρι στο κεφάλι και πετάχτηκε από μέσα η Σοφία, η Αθηνά, που συνέβαλε στην τάξη. Αναρωτιέμαι, αν μετά το Δία, μου ζητούσαν να βάλω εγώ τάξη, πώς θα το έκανα;

Κάθε έργο που πρέπει να γίνει θα το ανέλυα σε επιμέρους έργα και θα τα ιεραρχούσα. Καθένα στη σειρά. Τελειώνει το ένα, αρχίζει το άλλο. Τελειώνει η νύχτα αρχίζει η μέρα. Ιεραρχία και δομικά. Ο βασιλιάς διατάζει το στρατηγό, αυτός το συνταγματάρχη, αυτός τον ταγματάρχη, το λοχαγό, τον επιλοχία, το λοχία, το δεκανέα, το στρατιώτη, που θα κάνει τη δουλειά. Ξεκάθαρα πράγματα. Ακολουθεί και η φύση αυτό τον τρόπο. Από τον κορμό βλαστάνουν τα κλαδιά από αυτά τα μπουμπούκια, από αυτά τελικά οι καρποί. Τι καλύτερο! Επιπλέον, εύκολα δημιουργεί ανακύκλωση που διαιωνίζει την τάξη. Τη μέρα ακολουθεί η νύχτα, έπειτα πάλι μέρα κοκ.

Τοποθετηθείτε όμως στη θέση του τελευταίου κρίκου, του στρατιώτη, που τελικά εκτελεί. Όταν θέλει κάτι, το ζητά από το δεκανέα, αυτός από το λοχία, τον επιλοχία κλπ, ως το βασιλιά. Οπουδήποτε κι αν διακοπεί αυτή η αλυσίδα, το αίτημα του στρατιώτη δεν ικανοποιείται, το έργο τελικά δεν επιτελείται. Θέλετε να πάτε κάπου. Στο δρόμο συναντάτε ποικίλα κωλύματα, κλειδωμένες πόρτες. Με το κλειδί ή τον κωδικό θα ανοίξετε την πρώτη, στη συνέχεια τη δεύτερη, την τρίτη κλπ με όλες τις καθυστερήσεις, έτσι που μπορεί να μη φθάσετε ποτέ στον προορισμό σας. Τα περιγράφει αξιοθαύμαστα ο Κάφκα! Χωρίς ιεραρχία το χάος. Με ιεραρχία σχεδόν αδιέξοδο. Υπάρχει εναλλακτική λύση;

Φανταστείτε λοιπόν πολλαπλές πόρτες παράλληλες, όχι στη σειρά. Οδηγούν όλες άμεσα στον επιθυμητό χώρο. Οποιαδήποτε από όλες κι αν μπορέσω να ανοίξω, φθάνω στο επιθυμητό μέρος. Πόσο πιο εύκολη γίνεται η ζωή μας με την παράλληλη οργάνωση! Ωστόσο, αυτή είναι πιο δύσκολο από τη σειριακή να σχεδιασθεί από τον οργανωτή. Οι σύγχρονες επιστήμες έχουν δημιουργήσει αλγορίθμους που με συνδυασμό συνδέσεων παράλληλων και στη σειρά, φθάνει κάποιος στο στόχο του με τον πιο “οικονομικό” τρόπο, με τις λιγότερες δυσκολίες, τη μεγαλύτερη ασφάλεια.

Σε απλά συστήματα πρέπει να αναλογισθούμε πως κάθε αγωγός είναι αναγκαστικά και αντίσταση. Και η αντίσταση είναι ακριβώς αντίστροφη από την αγωγιμότητα: Αντίσταση = 1/Αγωγιμότητα. Όμοια κάθε στήριγμα είναι και εξάρτηση. Πάλι: Στήριγμα = 1/Εξάρτηση. Αν βάλουμε στη σειρά αγωγούς, η συνολική αντίσταση είναι το άθροισμα των επιμέρους αντιστάσεων. Και αν έχουμε στη σειρά στηρίγματα, η συνολική εξάρτηση μεγαλώνει, άθροισμα των επιμέρους εξαρτήσεων. Το αντίστροφο ισχύει με την παράλληλη σύνδεση. Αν τοποθετήσουμε παράλληλα αντιστάσεις, η συνολική αγωγιμότητα είναι το άθροισμα των επιμέρους αγωγιμοτήτων, δηλαδή η συνολική αντίσταση μειώνεται. Κι αν βάλουμε παράλληλες εξαρτήσεις, το συνολικό στήριγμα αυξάνεται. Τι σημαίνει αυτό στην πολιτική;

Εξαρτηθήκαμε στην κρίση οικονομικά από την ΕΕ, κι αυτή στην περίπτωσή μας, από το ΔΝΤ. Είτε με την ΕΕ διαφωνούσαμε είτε η ΕΕ διαφωνούσε με το ΔΝΤ, εμείς βρισκόμαστε στο κενό. Αν αντίθετα είχαμε παράλληλες οικονομικές εξαρτήσεις, αν εξαρτιόμαστε από την ΕΕ και από τις ΗΠΑ και από τη Ρωσία και από την Κίνα, με το να διαφωνήσουμε με κάποια από αυτές, δε χάθηκε ο κόσμος. Έχομε τις άλλες.

Το κακό είναι ότι και τα στηρίγματα αλληλεξαρτιόνται. Το ένα μπορεί να είναι απαγορευτικό για τα άλλα. Η Τουρκία θεώρησε ότι οι ΗΠΑ δεν εξασφαλίζουν τα συμφέροντά της και πήγε να στηριχθεί και στη Ρωσία. Αμέσως οι Αμερικανοί τους διαμήνυσαν: “Ή παραιτείστε από την προμήθεια των S400 ή μην περιμένετε να σας παραδώσουμε F35. Και ο καϋμένος ο Ερντογάν τα βρίσκει σκούρα. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Κάποιος θάπρεπε να του σφυρίξει πειστικά στ΄ αυτί ότι η Τουρκία δεν απειλείται από την Ελλάδα, επομένως δεν χρειάζεται ούτε S400 ούτε F35. Και αμέσως ελευθερώνεται από τον ασφυκτικό κλοιό των μεγάλων. Όμως φαίνεται πως είτε εμείς είμαστε μουγκοί ή ο Ταγίπ εκλεκτικά κουφός.

Τελικά ένα πλέγμα ιεραρχικών και παράλληλων εξαρτήσεων γίνεται ένας εξαιρετικά ισχυρός ιστός, που δεν καταρρέει εύκολα. Και αν ο ιστός είναι καλοπροαίρετος, θαυμάσια. Όμως, κανονικά τέτοια δίκτυα έχουν πρώτο σκοπό την αυτοπροστασία τους. Ο πολιτικός ιστός της ολιγαρχίας που μας κυβερνά είναι (σχεδόν) πανίσχυρος, έτσι που μπορεί περισσότερο να εξαρτά από αυτόν τους πολίτες παρά να τους στηρίζει. Το Σύνταγμά μας έχει τη μια μετά την άλλη διατάξεις που εμποδίζουν τη μεταβολή των κρίσιμων άρθρων του. Ο λαός ψηφίζει ποιοι από τους προαποφασισμένους υποψηφίους θα τον εκπροσωπήσουν. Κάθε 4 χρόνια. Στο μεταξύ αυτός ο λαός μπορεί να γκρινιάζει, να αναβάλλει, να αδρανεί, όχι όμως να μετέχει στη λήψη αποφάσεων που τον αφορούν. Από την άλλη μεριά, το πλειοψηφικό κόμμα, έχει την πλειοψηφία στη Βουλή, σχηματίζει την κυβέρνηση, Η βουλευτική πλειοψηφία αδυνατεί έτσι να κριτικάρει και ελέγχει την κυβέρνηση, ενώ αυτή η κυβέρνηση διορίζει τους επικεφαλής της δικαιοσύνης. Η δικαιοσύνη επομένως δεν μπορεί να αποφανθεί για τυχόν παρανομίες των υπουργών ή των βουλευτών. Ο ολιγαρχικός ολοκληρωτισμός αρχίζει να αγγίζει τα όρια του δικτατορικού (μοναρχικού) ολοκληρωτισμού, στον όποιον οι άρχοντες δεν λογοδοτούν σε κανένα. Μας ενοχλεί η ιεραρχία. Προσοχή! Χρειάζεται περαιτέρω οργάνωση, με την Αθηνά, όχι κατάργησή της, που οδηγεί στο χάος.

Υπάρχουν και άτυπες εξουσίες. ΜΜΕ, οικονομικοί παράγοντες, εκκλησία, ΑΕΙ με τα καθηγητικά και τα φοιτητικά κατεστημένα, στρατός, αστυνομία κοκ. Η διαπλοκή τους μοιάζει να σχηματίζει το τέλειο αδιέξοδο, που στηρίζεται σα σύνολο τελικά στον εξωγενή παράγοντα, στους ξένους, παράγοντες, όπως είναι οι παραπάνω που αναφέραμε, εκτός των ίδιων των πολιτών. Δεν μας έχει μείνει καν η επιλογή ποιον από τους ισχυρούς να διαλέξουμε για προστάτη. Μπορεί αυτοί να αντιδρούν ενίοτε με επικίνδυνα βίαιο τρόπο μεταξύ τους, σε ένα όμως είναι σύμφωνοι: Κανένας τους δεν επεμβαίνει στις σχέσεις εξάρτησης των υποτελών από τους αντίπαλους ισχυρούς. Το μάθαμε ύστερα από πολλά χρόνια. Έγινε στη Γιάλτα.

 

ΠΡΟΣΟΝΤΑ

Δημ. Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής, καρδιολογίας, dimitrissideris, wordpress.com

Πρωινός Λόγος Τρικάλων, 5 Δεκεμβίου 2019.

Για να έχει αναλάβει υπεύθυνη θέση, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει δύο ικανότητες: Να αναρριχάται και να λειτουργήσει σωστά όταν αναλάβει την εξουσία. Την πρώτη ικανότητα την έχουν συνήθως αρκετοί. Τη δεύτερη ελάχιστοι. Η ανάληψη μιας θέσης μπορεί να γίνει με ποικίλους τρόπους: Απαιτεί συνήθως προεπιλογή, στη βάση συγκεκριμένων προσόντων, που εγγυώνται ότι δεν είναι ακατάλληλος κάποιος. Δεν υπάρχει όμως αντικειμενικός τρόπος για να κριθεί ποιος είναι ο πιο κατάλληλος. Για παράδειγμα, κανένας δεν μπορεί να λειτουργήσει δημιουργικά σε μια θέση αν δεν είναι “συνεργάσιμος”. Τι θα πει όμως συνεργάσιμος; Και πώς αξιολογείται; Πρέπει επομένως να αποδεχθούμε πως σε αρκετές θέσεις δεν θα υπάρχουν οι πιο κατάλληλοι, αλλά τουλάχιστον να μην είναι εκ προοιμίου ακατάλληλοι.

Πρώτιστο είναι να καθορισθεί ποιος είναι ο σκοπός της συγκεκριμένης θέσης. Όσο πιο ξεκάθαρος είναι ο ρόλος που θα παίξει ο αντίστοιχος υπεύθυνος, τόσο διευκολύνεται η επιλογή. Δεν είναι δυνατό π.χ. να γίνει καθηγητής κάποιος με ανεπαρκή εκπαίδευση. Τα απαραίτητα προσόντα κάθε θέσης είναι δουλειά των τεχνοκρατών μάλλον παρά του ευρέος κοινού. Παρόλα αυτά, η γνώμη του ευρέος κοινού δεν πρέπει να αγνοηθεί. Ποιος είναι ο “καλός γιατρός”, ώστε να ζητάμε αντίστοιχα προσόντα από τους υποψήφιους φοιτητές; Κάποιοι τον θέλουν γνώστη· άλλοι ερευνητή· άλλοι αφοσιωμένο απόλυτα στον ασθενή του· άλλοι να είναι αφιλοκερδής κλπ. Δεν έχει τελειωμό ο κατάλογος των ικανοτήτων και γι΄ αυτό δεν υπάρχουν δύο κράτη που να έχουν τα ίδια κριτήρια για να γίνει κάποιος φοιτητής ιατρικής. Ένας τρόπος να αντιμετωπισθεί επιστημονικά το θέμα να είναι ο εξής: Η ομάδα επιστημόνων που αναλαμβάνει σε ένα κράτος τέτοιο έργο συλλέγει τα κριτήρια εισαγωγής των φοιτητών της ιατρικής από όσο γίνεται περισσότερα πανεπιστήμια και/ή κράτη. Κάνει έτσι ένα κατάλογο με πολλές δεκάδες ιδιότητες που θεωρούνται γενικά απαραίτητες. Επιλέγει τότε ένα μεγάλο τυχαίο δείγμα του πληθυσμού, με κλήρωση, τους δίνει τον κατάλογο των ιδιοτήτων και τους ζητά να τις ιεραρχήσουν. Από την ιεράρχηση προκύπτουν τα απαραίτητα προσόντα που η ομάδα των επιστημόνων θα προτείνει στην πολιτεία, κι αυτή θα αποφασίσει τα λίγα πρώτα από αυτά για να αποκλείσει ένα πλήθος υποψηφίων. Με τέτοια προσόντα, είναι πολύ πιθανό να γίνουν αυτοί, οι περισσότεροι τουλάχιστον, ικανοί φοιτητές και ακολούθως “καλοί γιατροί”, που να ικανοποιούν δηλαδή τους πολίτες στοιχειωδώς για να τους εμπιστευθούν την υγεία τους. Ο τρόπος αυτός αποκλείει κάποιους, αλλά σαφώς δεν επιβάλλει τους καλύτερους. Γι αυτούς χρειάζεται περισσότερη τεχνογνωσία. Αν υιοθετηθεί ο παραπάνω τρόπος, σύγκριση απαραίτητων ικανοτήτων για τη θέση, με τις ικανότητες κάθε υποψηφίου, τότε καταλληλότεροι να κρίνουν είναι όσοι έχουν ήδη, κατά τεκμήριο, αυτές τις ικανότητες, δηλαδή οι καθηγητές της Ιατρικής Σχολής, που γνωρίζουν τις αναγκαίες ικανότητες για να προχωρήσει ο φοιτητής. Αν, αντίθετα, αγνοηθούν οι απαιτούμενες απαραίτητες ικανότητες, η κρίση θα γίνει από εκείνους που μπορούν να αξιολογήσουν την ιστορία κάθε υποψηφίου, π.χ. πόσο καλά απέκτησαν τις γνώσεις που όφειλαν να έχουν, δηλαδή με κάποιου είδους “πανελλήνιες εξετάσεις” με κριτές καθηγητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Οι καθηγητές της Ιατρικής μοιάζει να είναι καταλληλότεροι τεχνοκρατικά για το ρόλο του κριτή, αλλά έχουν ένα μειονέκτημα. Καθώς είναι σχετικά λίγοι και επώνυμοι, είναι πιο ευάλωτοι σε εξωγενείς επιδράσεις. Ένας “φίλος” ή κάποιος από τον οποίον προσδοκά μια ερευνητική χορηγία ο καθηγητής, ζητά από αυτόν να δεχθεί ένα φοιτητή. Αυτό είναι πιο δύσκολο για την ανώνυμη κρίση των “πανελλήνιων” εξετάσεων. Από την άλλη, οι “πανελλήνιες”, απαιτώντας κυρίως αντικειμενικότητα, δύσκολα ξεφεύγουν από την πριμοδότηση των “παπαγάλων” που γράφουν ό,τι γράφει το βιβλίο, αντί των παιδιών που διαθέτουν κρίση. Απαιτείται από τους κριτές υψηλή εκπαίδευση και εμπειρία, όπως την έχουν μάλλον οι καθηγητές της τριτοβάθμιας παρά της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Άλλη μια φορά προκύπτει το δίλημμα για τον καθένα τι προτιμά, να ζυγίσει τα υπέρ και τα κατά κάθε τοποθέτησης.

Τα πράγματα γίνονται πιο άμεσα σημαντικά για ποικίλες θέσεις στην κρατική διοίκηση. Υπάρχει ένας γενικός κανόνας. Η εκλογή ιεραρχικά κατώτερων από ανωτέρους γίνεται επώνυμα, ώστε να υπάρχει διαφάνεια· ανωτέρων όμως από κατωτέρους γίνεται ανώνυμα, ώστε όταν ο εκλεγμένος αναλάβει εξουσία να μην μεροληπτήσει σε βάρος όσων τον καταψήφισαν. Πώς διορίζονται λοιπόν οι υπεύθυνοι σε ποικίλες θέσεις του δημοσίου; Με κριτές από κάτω ή από πάνω; Από το λαό που θα εξυπηρετηθεί από αυτούς ή από την κυβέρνηση της οποίας τις εντολές θα εκτελέσουν; Στις πολλές από αυτές τις θέσεις, ένα απαραίτητο προσόν είναι η διοικητική ικανότητα κάποιου. Προϋπηρεσίας στο δημόσιο ή σε διοικητικές θέσεις στον ιδιωτικό τομέα είναι έτσι ένα προσόν που η απουσία του αποκλείει πολλούς. Πόσο καλά όμως απέδωσαν στις προηγούμενες θέσεις τους; Όταν ο διορισμός γίνεται από πάνω, από την κυβέρνηση, οι πιθανότητες ο διορισμένος να υπηρετεί τα συμφέροντα του κυβερνητικού κόμματος μάλλον παρά του λαού, είναι υψηλές. Η συγγένεια, η προσωπική φιλία, η κομματική τοποθέτηση, παίζουν ρόλο. Από την αρχαία Ρώμη έγινε αυτό σαφές με τη διάδοση του νεποτισμού (nepos=ανιψιός) Από την άλλη, για την εκτίμηση του ταιριάσματος των προσόντων κάποιου με εκείνα που απαιτούνται για μια θέση χρειάζεται καλή γνώση των τελευταίων, που δεν μπορεί να την έχει το ευρύ κοινό. Για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του κράτους, επομένως, η επιλογή εκ των άνω φαίνεται καλύτερη. Και πώς αποφεύγεται η ευνοιοκρατία; Η μονιμότητα των θέσεων είναι ένας τρόπος. Όχι ο τελειότερος. Αν κάποιος αποδειχθεί στη θέση του ανίκανος, είναι αδύνατο να απομακρυνθεί, ούτε καν να απολυθεί, αν η θέση αποβεί πια άχρηστη. Ο διορισμός για μακρά, αλλά πεπερασμένη, θητεία φαίνεται ικανοποιητικός συμβιβασμός. Άλλος τρόπος είναι να διορίζεται κάποιος όχι από ανώτερους ή κατώτερους, αλλά από ισόβαθμους με τους υποψηφίους. Για να γίνει κάποιος διοικητής νοσοκομείου (ή άλλης υπεύθυνης θέσης) π.χ. θα θεωρούσα ότι οι πολίτες της περιοχής που εξυπηρετεί το νοσοκομείο δεν έχουν επαρκείς γνώσεις, για να κρίνουν. Οι εργαζόμενοι στο νοσοκομείο είναι επίσης ακατάλληλοι, καθώς έχουν την τάση να επιλέξουν εκείνον που θα ικανοποιεί τα συντεχνιακά συμφέροντά τους μάλλον, παρά την υγεία των πολιτών. Ο υπουργός έχει κίνητρο να επιλέξει κομματικούς ή προσωπικούς φίλους του. Οι ήδη υπάρχοντες διοικητές λοιπών νοσοκομείων έχουν, κατά τεκμήριο, την απαραίτητη γνώση και εμπειρία να κρίνουν. Ενδιαφέρονται όμως; Μια απόφαση της τοπικής αυτοδιοίκησης που εκφράζει γνήσια τη βούληση των πολιτών, στη βάση εισήγησης από άλλους διοικητές νοσοκομείων, θα το δεχόμουν σα συμβιβασμό.

 

 

Ρουφιάνος

  • Δημ. Α. Σιδερής, dimitrissideris.wordpress.com
  • Κοινή Γνώμη, 3 Δεκεμβρίου 2019

Σπιούνος, καταδότης, λέει το λεξικό στη λέ ξη ρουφιάνος. Eγείρει ηθικά διλήμματα. Στην ακραία περίπτωση είναι ο κοινός προδότης, o Εφιάλτης, ο Ιούδας. Καταδικαστέος από όλους. Έχω ακούσει πως ο Φίλιππος, πλήρωνε προδότες, αλλά όταν καταλάμβανε μια πόλη, τους απέπεμπε ή τους εκτελούσε. Δικαίως. Αν κάποιος προδίδει την πατρίδα του για χρήματα, γιατί δεν θα προδώσει και τον πρώην εργοδότη του, αν του δοθούν παραπάνω; Άλλη περίπτωση είναι του κουκουλωμένου, για να μην αναγνωρίζεται, που δείχνει αμίλητος στον κατακτητή ποιον από τους ομήρους να εκτελέσει. Δεν έχει το παραμικρό ελαφρυντικό ούτε καν το θάρρος της ταυτότητάς του. Κάτι παρόμοιο είναι ο ανώνυμος που με μια καταγγελία του στην αστυνομία, στο ολοκληρωτικό κράτος, αναφέρει ότι κάποιος σκέφτεται αντεθνικά. Σχηματίζεται φάκελος, το θύμα δεν έχει ιδέα, αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, όταν θελήσει να καταλάβει μια δημόσια θέση, τον συνοδεύει ένα πιστοποιητικό εθνικού φρονήματος που μπορεί να είναι απαγορευτικό. Στη χειρότερη περίπτωση, ιδίως αν συντρέχουν και άλλοι παράγοντες, οδηγείται στη φυλακή, εξορία ή στο απόσπασμα. Ακόμη και ως εδώ μπορεί να υπάρχει δίλημμα. Αν ο καταδότης είναι και ο ίδιος θύμα, αν υπάρχει ένα πιστόλι κρατημένο στον κρόταφό του ή αν έχουν συλληφθεί η γυναίκα του και τα παιδιά του και απειλούνται αν δεν καταδώσει, αυτά είναι σοβαρά ελαφρυντικά στοιχεία πριν τον καταδικάσουμε.

Τα συνηθισμένα προβλήματα όμως είναι σε ομαλές συνθήκες. Κάποιος κάνει μια παράβαση. Εγώ τη βλέπω. Να τον καταδώσω στην αστυνομία; Οι νόμοι είναι για να προστατεύουν το σύνολο. Η παράβασή τους σημαίνει ότι το σύνολο υφίσταται κάποια απειλή. Και η βίαιη αντίδραση σε μια απειλή που είναι παρούσα και άδικη, ακόμη και αν στρέφεται σε τρίτον, είναι άμυνα, η μόνη περίπτωση που δικαιολογείται ηθικά βία. Μόνο που στην άμυνα δεν αποσοβείται μια άδικη πράξη, απλώς αλλάζει το θύμα. Στην περίπτωση όμως που συζητώ η άδικη πράξη έχει ήδη συντελεσθεί. Γίνεται για πρόληψη. Και να το δίλημμά μου, που προέκυψε σε πολλούς με την ευκαιρία των μέτρων που έχουν ληφθεί κατά του καπνίσματος.

Κάθε απαγόρευση είναι δυσάρεστη. Ωστόσο, επιβάλλεται στην ιδανική πολιτεία για κάποιο σημαντικό γενικό όφελος. Κάθε απαγόρευση, ωστόσο, οφείλει να συνδέεται αφενός με μια ποινή, και αφετέρου με έναν τρόπο να ελέγχεται η εφαρμογή της. Από την αρχαιότητα είχε γίνει σαφές πόσο δυσάρεστη είναι η εφαρμογή της ποινής όχι μόνο σ΄ αυτόν που την υφίσταται, αλλά και σ΄ αυτόν που την εκτελεί. Γι΄ αυτό είχαν ξεχωρίσει τους δικαστές που αποφασίζουν μια καταδίκη, από τους τελεστές της ποινής, τους δημίους. Αν οι δικαστές ήταν υποχρεωμένοι να εκτελέσουν οι ίδιοι τους καταδικασμένους τους, αμφιβάλλω αν θα υπήρχε ποτέ καταδίκη. Το πρακτικά δύσκολο είναι βέβαια η επιτήρηση. Έχομε γι΄ αυτό το σκοπό την αστυνομία. Δεν επαρκεί να βρίσκεται σε κάθε σημείο και να ελέγχει. Ούτε θα δεχόμαστε να γεμίσουν οι δημόσιοι χώροι από κάμερες που παρακολουθούν κάθε μας ενέργεια. Αυτό είναι αστυνομικό κράτος. Αν όμως δεν κάνουν την επίβλεψη οι αστυνομικοί, μένει να την κάνουν οι ίδιοι οι πολίτες. Βλέπω κάποιον στο απέναντι σπίτι να παρανομεί, να ληστεύει, να βιάζει. Δεν προλαβαίνω ή δεν μπορώ να κάνω κάτι ο ίδιος. Το βρίσκω ηθική υποχρέωση να καλέσω την αστυνομία. Στο παράδειγμα για το κάπνισμα, αυτό βλάπτει πρώτιστα τον καπνιστή. Βλάβη θανάσιμη κι όμως δεν αρκεί για να αποτρέψει τον καπνιστή. Το κάπνισμα είναι μια έξη, που αυτοσυντηρείται. Η διακοπή του συνεπάγεται δυσάρεστες ψυχολογικές καταστάσεις, που ο μόνος τρόπος να αντιμετωπισθούν είναι με λίγες ρουφηξιές καπνού. Η απαγόρευση σε τέτοιες καταστάσεις μπορεί να έχει δυσάρεστες κοινωνικές συνέπειες, όπως η ποτοαπαγόρευση στην Αμερική. Και το ποτό δημιουργεί μια έξη σαν το κάπνισμα, μόνο που μια μικρή δόση, λίγο κρασάκι, έχει ευχάριστες ή και ωφέλιμες συνέπειες. Το κάπνισμα δεν ωφελεί κανέναν πλην του καπνοβιομηχάνου. Πέρα από τον ίδιο τον καπνιστή όμως, το κάπνισμα βλάπτει και τους άλλους. Πρώτο, είναι ενοχλητικό στον μη καπνιστή να μπαίνει σε ένα χώρο ντουμανιασμένο από τον καπνό. Δεύτερο, έχει αποδειχθεί πως και το παθητικό κάπνισμα, έχει βλαπτικές συνέπειες για την υγεία. Ο πελάτης σε ένα μπαρ με καπνιστές πηγαίνει για λίγες ώρες κατά αραιά διαστήματα. Αλλά οι εργαζόμενοι, καθημερινά έκθετοι για πολλές ώρες, τι φταίνε; Πέρα από αυτά, το κάπνισμα είναι μια επιδημία μεταδιδόμενη με την όραση. Κανένας δεν αρχίζει να καπνίζει αν δεν έχει δει κάποιον άλλον να καπνίζει. Δεν υπήρχε κάπνισμα πριν από την ανακάλυψη της Αμερικής. Μήπως θα έπρεπε να εφαρμόσουμε απομόνωση στον καπνιστή, όπως θα κάνουμε αν καταπλεύσει στο λιμάνι του Πειραιά κάποιος με χολέρα; Να καταγγείλω τον καπνιστή για να τον σώσω και να σώσω τους άλλους;

Επανέρχομαι όμως στο ηθικό ζήτημα. Είμαι ηθικά δικαιολογημένος, αν καταγγείλω στον αριθμό της αστυνομίας την ύπαρξη ενός καπνιστή σε απαγορευμένο χώρο ή είμαι σαν τον Ιούδα και τον Εφιάλτη; Το πρώτο που σκέφτομαι είναι πως κάτι τέτοιο πρέπει να γίνει υπεύθυνα, που σημαίνει επώνυμα, να μιλήσω ο ίδιος στον καπνιστή, όχι ότι με ενοχλεί, αλλά ότι παρανομεί. Και να υποστώ την ενδεχομένως δυσάρεστη αντίδρασή του. Δεύτερο, αν δεν συμμορφωθεί ή αν υπάρχουν πολλοί καπνιστές στον κλειστό χώρο, υπεύθυνοι δεν είναι αυτοί, αλλά ο μαγαζάτορας. Σ΄ αυτόν πρέπει λοιπόν να μιλήσω. Αν το κατάστημά του έχει κριθεί πως είναι για μη καπνιστές, αυτός έχει την ευθύνη να ζητήσει από τους πελάτες να σβήσουν το τσιγάρο, όχι να τους πάει τασάκι. Το έκανα μια φορά και η απάντηση ήταν: “Αυτοί που θέλουν να καπνίσουν είναι περισσότεροι από τους μη καπνιστές και στους περισσότερους από τους τελευταίους το κάπνισμα δεν είναι ανυπόφορο”. Εδώ το δίλημμά μου είναι μικρότερο. Ο καταστηματάρχης που παρανομεί δεν το κάνει επειδή έχει μια έξη που, ομολογουμένως, είναι δύσκολο να ξεφύγει, όπως ο καπνιστής, αλλά για το κέρδος. Όταν συνέβηκε το περιστατικό, δεν τον κατάγγειλα – δεν υπήρχε άλλωστε τότε ο αριθμός τηλεφώνου για την καταγγελία – ωστόσο δεν ξαναπήγα στο μαγαζί του. Αυτό όμως δεν αρκεί. Όχι, όταν η καταγγελία γίνεται επώνυμα, και ο καταγγελέας μπορεί να υφίσταται άμεσα τις συνέπειες της πράξης του, δεν θα τον θεωρούσα κατάπτυστο ρουφιάνο. Η πολιτεία χρειάζεται την ενεργό συμμετοχή των πολιτών της για να λειτουργήσει σωστά. Μένει τούτο: Επιβλήθηκε η απαγόρευση από ένα δείγμα της κοινωνίας που εκφράζει αξιόπιστα τη βούληση του συνόλου;