ΕΙΜΑΙ, ΕΧΩ, ΘΕΛΩ

Δημ. Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitris.sideris@gmail.com

Ηπειρωτικός Αγών, 15 Νοεμβρίου 2019

Βοηθητικά ρήματα στη γλώσσα μας, είναι τα “είμαι”, “έχω” και “θέλω”. Χρησιμοποιούνται μαζί με άλλα ρήματα για να προσδιορίσουν το χρόνο τους. “Είμαι” στον ενεστώτα (“είμαι πλυμένος” ή απλώς είμαι ή και συνδετικό με κατηγορούμενο). “Έχω” στο παρελθόν (“έχω πλυθεί” ή μεταβατικό με αντικείμενο κάποια ύλη, ουσιαστικό· το “έχω πλυθεί” δεν είναι συνώνυμο με το “είμαι πλυμένος”, διότι μπορεί στο μεταξύ να έχω λερωθεί). “Θέλω” στο μέλλον (“θέλω να πλυθώ”· ή μεταβατικό με κάποια ενέργεια, ρήμα). Το “θέλω να” συντέμνεται στη γλώσσα μας σε “θε’-να” και έπειτα “θα”. Τι υπαρξιακό κοινό όμως και τι διαφορές έχουν μεταξύ τους;

Ύπαρξη σημαίνει διαφορά από το περιβάλλον. Η ύπαρξή μας είναι τρισυπόστατη. Με τη σύλληψή μας δημιουργείται το αισθητό από όλους Εγώ μας. Με τη γέννησή μας προκύπτει το νοητό από τους άλλους Εγώ, άμεσα αντιληπτό μόνον από το ίδιο. Με την ένταξή μας σε μια κοινωνία γεννιέται το κοινωνικό Εγώ, που αντιπαραβάλλεται στο έλλογο περιβάλλον του, την κοινωνία.

Το “είμαι” αναφέρεται στο νοητό Εγώ. Είμαι εδώ και τώρα. Σημαίνει “υπάρχω” σε μια στιγμή και σε ένα σημείο, όπου κι όποτε κι αν βρίσκεται το αισθητό Εγώ, π.χ. στο γραφείο μου στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2019. Ο χώρος του νοητού Εγώ εκτείνεται σε ένα σημείο και διαρκεί μία στιγμή. Τα σύνορα του αισθητού Εγώ όμως είναι ασαφή. Το δέρμα μου με ξεχωρίζει από το περιβάλλον μου και διαθέτει πολυάριθμους αισθητήρες που διακρίνουν τη σταθερότητα των φυσικοχημικών ιδιοτήτων μέσα μου από τη διηνεκή μεταβλητότητα του περιβάλλοντός μου. Όμως, η τεχνητή οδοντοστοιχία μου, ο τεχνητός βηματοδότης μου είμαι Εγώ; Το ξύλινο ποδάρι μου (είμαι κουτσός) ή το μπαστούνι μου είμαι Εγώ; Το γραφείο μου, το σπίτι μου, το χωράφι μου, όλα τα αντικείμενα που συνοδεύονται από το κτητικό “μου”, είμαι Εγώ; Γράφει ο Sartre: “Είμαι ό,τι έχω”. Η πρόταση μοιάζει παράξενη ή ασαφής. Γίνεται όμως σαφέστερη, αν συνειδητοποιήσουμε πως το υποκείμενο των δύο ρημάτων είναι λίγο διαφορετικό. Η πλήρης πρόταση που ισχύει είναι: “Εγώ ο αισθητός είμαι ό,τι Εγώ ο νοητός έχω“. Ξεκαθαρίζει έτσι η διαφορά μεταξύ του Είμαι και του Έχω, διασαφηνίζεται και η διαφορά μεταξύ αισθητού και νοητού Εγώ: Σχέση δουλείας. Διευκρινίζει ο Αριστοτέλης ότι ο δεσπότης εξαρτά την επιβίωσή του από το δούλο, που δουλεύει, αλλά αυτός νοεί και διατάζει το δούλο να κάνει ό,τι θέλει. Ο αφέντης “έχει” το δούλο. Όμοια, το νοητό Εγώ υφίσταται μόνο με φορέα το αισθητό Εγώ, που ενεργεί, αλλά κινείται και εκκρίνει όπως διατάζει το νοητό Εγώ. Αυτή η εξάρτηση έχει όρια, διότι πάμπολλες από τις λειτουργίες του αισθητού Εγώ (όπως και των δούλων) γίνονται ερήμην του (αφέντη) νοητού Εγώ, συνήθως με κάποια ταλάντωση, όπως είναι η λειτουργία της καρδιάς, της αναπνοής της πέψης μας κλπ.

Το αισθητό Εγώ εμφανίζεται με τη σύλληψη και διαμορφώνεται έκτοτε συνεχώς, ενδομήτρια και εξωμήτρια, ενώ το νοητό αναφύεται στη στιγμή του τοκετού. Το κοινωνικό Εγώ περιορίζεται από τις δυνατότητες του “θέλω” μας. Θέλω εγώ ο νοητός. Η θέλησή μου πηγάζει από τη νόησή μου, διεγερμένη αυτόματα ή με εξωγενές ερέθισμα. Οδηγεί σε πράξη του αισθητού Εγώ. Μόλις εκδηλωθεί η θέληση στο αισθητό Εγώ, σκοντάφτει στο “θέλω” των λοιπών μελών της κοινωνίας στην οποίαν ανήκομε. Το “θέλω” γίνεται αντιληπτό από το νοητό Εγώ σαν “πρέπει”, έτσι που στην Αγγλική γλώσσα, ο μέλλοντας χρόνος εκφράζεται στο πρώτο πρόσωπο με το “πρέπει” (I shall), ενώ στο δεύτερο και τρίτο με το “θέλω” (you, he, she will). Μπορώ τώρα να ορίσω ότι “Είμαι ό,τι θέλω”, εννοώντας ότι “Εγώ ο κοινωνικός είμαι ό,τι εγώ ο νοητός θέλω“. Άλλη μια φορά ισχύει η σχέση δουλείας μεταξύ νοητού και κοινωνικού Εγώ. Όπως ο κύριος θέλει και ο δούλος υπακούει, έτσι και Εγώ ο νοητός θέλω και Εγώ ο κοινωνικός υπακούω. Μπορώ να έχω μόνον κάτι που δεν είναι έλλογο. Το έλλογο περιβάλλον μου θέλει, όπως θέλω και εγώ και τα όριά μας είναι εκεί όπου εφάπτονται τα θέλω μας.

Στους άλλους γραμματικούς χρόνους τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο δυσνόητα. Εφόσον “είμαι” τώρα και το τώρα είναι αναγκαστικά παρόν, το “είμαι” δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εκφράσει το παρελθόν. Είναι ρήμα χωρίς αόριστο. Αν θελήσουμε να εκφράσουμε την έννοιά του ανάγοντας το παρόν στο παρελθόν, χρησιμοποιούμε τον αόριστο άλλων ρημάτων, του “Γίνομαι” και του “Υπάρχω”. Το “Γίνομαι” διαρκεί όχι μια στιγμή όπως το “Είμαι”, αλλά μια χρονική περίοδο. Καταλήγει στο “Είμαι”. Αν γίνομαι κάτι, όταν πάψω να γίνομαι, είμαι. Αν γίνομαι γιατρός, όταν πάψω να γίνομαι, είμαι γιατρός. Έτσι, ο αόριστος του “Είμαι” είναι το “Έγινα”. Το “Υπάρχω”, αντίθετα από το “Γίνομαι”, δεν καταλήγει στο “Είμαι”. Έτσι, αν “Υπήρξα” γιατρός στο παρελθόν τώρα δεν είμαι γιατρός, είμαι συνταξιούχος.

Το παρελθόν μου ανήκει στο αισθητό Εγώ μου. Προηγήθηκε πριν από ό,τι είμαι τώρα. Διαμορφώθηκε από την κληρονομικότητά μου και από τον τρόπο που βίωσα ως τώρα, την παιδεία μου. Αυτό υπαγορεύει τις ενέργειές μου που δεν υποβάλλονται στον έλεγχο της ψυχολογικής συνείδησής μου, μιας ανώτατης αρχής του νοητού Εγώ. Τέτοιες ενέργειες υπόκεινται στο υποσυνείδητο της ψυχανάλυσης. Επομένως, καθορίζουν τις ανάγκες του αισθητού Εγώ, που από το παρελθόν αποτελούν, σαν αιτίες, το κίνητρο των σημερινών ενεργειών μου. Είναι αναπόδραστες. Μπορεί το νοητό Εγώ να καθυστερήσει (ή επισπεύσει) την ικανοποίησή τους, αλλά όχι να τις άρει. Τίμημα είναι ο θάνατος, η ανυπαρξία. Οι ενέργειές μου όμως μπορούν να έχουν και κίνητρο που έρχεται από το μέλλον. Είναι ο σκοπός. Η νοητή παράσταση του σκοπού είναι παρούσα τώρα και γίνεται αιτία των ενεργειών μου. Ο σκοπός είναι μοναδικό προνόμιο του ανθρώπου. Τα άλλα ζώα ενεργούν μόνον από κάποιες αιτίες, όχι σκοπούς. Οι ενέργειές μας είναι αναγκαστικά μικτές, από φυσιολογικές αιτίες (του αισθητού Εγώ), από κοινωνικές επιταγές (του κοινωνικού Εγώ) και από σκοπούς (του νοητού Εγώ). Ωστόσο, όταν επικρατούν οι δραστηριότητες από ανάγκες, αυτή είναι μια διαβίωση που προσομοιάζει στα ζώα, ενώ όταν επικρατούν εκείνες από σκοπούς, σε ανθρώπους. Γεννήθηκα. Παρελθόν. Δεν έχει τόση σημασία από ποιον και πού, καθώς αυτό έγινε χωρίς τη δική μου βούληση και ευθύνη. Μεγαλύτερη σημασία είναι το για τι ζω και πού πεθαίνω (μέλλον), καθώς αυτά τα ορίζω υπεύθυνα (ως ένα βαθμό) μόνος μου τώρα.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s