ΕΥΕΛΙΞΙΑ

Δημ. Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitris.sideris@gmail.com

Ηπειρωτικός Αγών, 6 Σεπτεμβρίου 2019

Επισήμανε το πρόβλημα πρόσφατα ο Χρήστος Μασσαλάς. Η κοινωνία αλλάζει ολοένα γρηγορότερα. Κι εμείς πρέπει να προσαρμοζόμαστε διαρκώς στις νέες συνθήκες. Ταχύτητα γενικά (Αγγλικά rate) είναι το πηλίκο της αλλαγής ενός μεγέθους δια του αντίστοιχου χρόνου. Στη φυσική π.χ., ταχύτητα (velocity) είναι το πηλίκο της αλλαγής διαστήματος δια του αντίστοιχου χρόνου. Για την κοινωνία ποιο είναι το μέγεθος που αλλάζει;

Σε άλλο μου άρθρο (Υποκειμενικός Χρόνος) άφησα να εννοηθεί σαν υποκειμενική ταχύτητα ο αριθμός των εξαρτημένων αντανακλαστικών που αποκτούμε στη μονάδα του χρόνου. Ο χρόνος μπορεί να θεωρηθεί ως αλληλοδιάδοχες, συνεχόμενες χρονικές στιγμές. Στην υποκειμενική αντίληψη του χρόνου, ως αλληλοδιάδοχα, συνεχόμενα χρονικά στοιχεία μπορούν να θεωρηθούν οι μαθήσεις που αποκτούμε. Σε μικρές ηλικίες δημιουργούμε διαρκώς νέα αντανακλαστικά, διαρκώς μαθαίνομε, κι έτσι ο χρόνος που περνά μας φαίνεται ατέλειωτος. Σε μεγάλες ηλικίες ό,τι προσπίπτει στις αισθήσεις μας το πιθανότερο είναι να έχει ήδη δημιουργήσει εξαρτημένο αντανακλαστικό στο παρελθόν, οπότε όλο και λιγοστεύουν τα όσα μαθαίνομε και ο χρόνος διαβαίνει ολοένα ταχύτερα. Στην κοινωνία;

Ο Μασσαλάς επισημαίνει σωστά, ότι έχομε περάσει από την εργασία ως μέσο βιοπορισμού και άνεσης ζωής, στην εργασία ως μέσο για να βρούμε άλλη θέση εργασίας, ίσως καλύτερα αμειβόμενης. Η εργασία καθενός είναι ουσιώδες στοιχείο της κοινωνικής δραστηριότητας. Η εκτέλεσή της είναι ένα πολύπλοκο σύστημα συνηθειών, γνώσεων, πράξεων, δηλαδή μιας αλυσίδας εξαρτημένων αντανακλαστικών. Έτσι η αντίληψη που έδωσα για τον υποκειμενικό χρόνο ισχύει και σε κοινωνικό επίπεδο. Ο κοινωνικός χρόνος αποτελείται από αλληλοδιάδοχες μαθήσεις. Όσο περισσότερες περιέχει μια μονάδα φυσικού ή βιολογικού χρόνου (έτος, εβδομάδα, διάρκεια ζωής κλπ) τόσο μακρότερος είναι ο κοινωνικός χρόνος. Η ταχύτητα με την οποίαν αλλάζει η κοινωνία θα μπορούσε να εκτιμηθεί με το πόσες εργασίες είναι υποχρεωμένο να αλλάξει κάθε άτομο που την αποτελεί σε μια φυσικοβιολογική χρονική μονάδα. Όλα αυτά έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη διαδικασία της μάθησης, που σε σημαντικό βαθμό είναι ευθύνη της κοινωνίας, αλλά και του ίδιου του ατόμου.

Κάθε καθεστώς έχει τη δική του παιδεία που αποβλέπει στη σταθερότητα και διαιώνισή του. Ως σχετικά πρόσφατα, η παιδεία μας περιλάμβανε κυρίως θησαυρισμό γνώσεων. Πηγή γνώσης ήταν ο δάσκαλος. Ήταν αδιανόητο ο μαθητής να γνωρίζει περισσότερα από το δάσκαλο. Με τις “αντικειμενικές” εξετάσεις, όπως οι Πανελλήνιες, ελέγχεται αν ο εξεταζόμενος έγραψε με το νι και με το σίγμα ό,τι γράφει το διδακτικό βιβλίο του, που είναι και ό,τι του δίδαξε ο δάσκαλός του ή ο φροντιστής. Και βλέπομε τις τελευταίες δεκαετίες αυτή η αντίληψη να αλλάζει ριζικά. Ο ρόλος του δασκάλου δεν είναι πια να μεταδίδει γνώσεις, αλλά να καθιστά ικανό το μαθητή να κάνει κάτι που δεν μπορούσε να το κάνει πριν εκπαιδευθεί, όπως ανάκληση γεγονότων, ερμηνεία γεγονότων και, προπάντων, λύση προβλημάτων. Ο μαθητής πρέπει να αποκτήσει αυτές τις ικανότητες. Ήδη, όταν πρωτοπηγαίνει σχολείο, ξέρει να μιλάει και να κατανοεί ό,τι ακούει. Στο σχολείο, για να αυξήσει τις γνωστικές ικανότητές του, πρέπει να μάθει κάποια πράγματα. Θα θεωρούσα απαραίτητα στο δημοτικό σχολείο π.χ.: να διαβάζει τη γλώσσα που μιλάει και να τη γράφει με τον απλούστερο δυνατό τρόπο· να χειρίζεται στοιχειώδη μαθηματικά· να χειρίζεται υπολογιστή· να επικοινωνεί στοιχειωδώς σε μια διεθνή γλώσσα. Καθώς αυτό το διάστημα είναι η ευκαιρία για να δώσουμε στα παιδιά μας και εθνική παιδεία, το παιδί πρέπει να μάθει να διαβάζει τα προγονικά κείμενα (αρχίζοντας από τον Παπαδιαμάντη και τον Κάλβο ως τον Όμηρο), ενώ δεν χρειάζεται να μάθει να γράφει όπως οι προπαππούδες μας, αφού κανένας τους δεν ζει πια για να διαβάσει τα κείμενά του· στοιχειώδη εθνική ιστορία και γεωγραφία. Κι ακόμη στοιχειώδη επαφή με τις φυσικές επιστήμες, φυσική, χημεία, βιολογία, ανατομική, φυσιολογία. Πέρα από αυτά το σχολείο οφείλει να έχει επαρκή ευελιξία, ώστε να κατευθύνει κάθε παιδί προς την κατεύθυνση που δείχνει ότι το ενδιαφέρει, όπως γυμναστική, μουσική, χορό, ζωγραφική, πλαστικές τέχνες κλπ με επιλογή του μαθητή και έμφαση αντίστοιχη από το δάσκαλο ή οποιαδήποτε από τις παραπάνω επιστήμες.

Τέτοια στάση προάγει την ομοιογένεια σε όσες ικανότητες προδιαθέτουν για ποικιλία δεξιοτήτων, αλλά την ανομοιογένεια, όταν θα μαθαίνουν όλα τα παιδιά, καθένα κάτι διαφορετικό, ανάλογα με τις κλίσεις του. Προϋποτίθεται βέβαια κατάλληλη παιδεία και μετεκπαίδευση των δασκάλων, ώστε να μπορούν αφενός να διακρίνουν τις φυσικές κλίσεις των παιδιών και αφετέρου να προωθούν τις επιδόσεις τους σ΄ αυτές: πολυμάθεια και ευελιξία των δασκάλων. Ο γενικός σκοπός είναι πάντοτε να έχει αποκτήσει ο νέος άνθρωπος τόση ευελιξία, που να μπορεί να επιβιώνει σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη κοινωνία. Κάποτε άνθιζαν επαγγέλματα όπως του πιλοποιού, του τσαγκάρη, του φαναρτζή, του αγωγιάτη και τόσα άλλα, που πια είναι ανύπαρκτα, τα συναντά κάποιος ενδεχομένως σε πολύ πρωτόγονες κοινωνίες. Ένας γνώστης του χειρισμού υπολογιστών έχει σήμερα εφόδια για να αναλάβει την ευθύνη μεγάλου πλήθους και διαφορετικότητας εργασιών. Συγχρόνως, σε κάθε τομέα υπάρχει η ανάγκη εξαιρετικά εξειδικευμένων ατόμων και σ΄ αυτό αποσκοπεί η πρώιμη, από το δημοτικό, προετοιμασία για συγκεκριμένους κλάδους του επιστητού. Η υπερτροφικά τεχνολογική κοινωνία μας πάσχει, καθώς, μας ελευθερώνει μεν από τους φυσικούς περιορισμούς, π.χ. με τη φωτιά από το κρύο, με τον τροχό από την τριβή, με αερόστατα, αεροπλάνα, πυραύλους από τη βαρύτητα, μας υποδουλώνει όμως κοινωνικά, καθώς προάγει την εξειδίκευση που αυξάνει την εξάρτηση του ενός από τον άλλον. Η παιδεία ήδη από το δημοτικό σχολείο προετοιμάζει τα παιδιά μας για την ερχόμενη κοινωνία. Όχι μόνο να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της, αλλά και να προωθεί την αλλαγή της. Η συμμετρική ανάπτυξη των φυσικών, κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών στη μοναδική ιστορική περίοδο της Ελληνικής δημοκρατίας είναι η μόνη που προήγαγε την ευδαιμονία των ανθρώπων. Και η παιδεία στην εύπλαστη παιδική ηλικία του δημοτικού σχολείου σ΄ αυτή την κατεύθυνση οφείλει να κατατείνει.

Εξειδίκευση και ευελιξία μοιάζουν αντίθετες κατευθύνσεις. Όταν ο κοινωνικός ρόλος (π.χ. επάγγελμα) καταργηθεί σε μια κοινωνία, οι ειδικευμένοι σ΄ αυτόν μένουν μετέωροι. Αν όμως σε ένα άτομο αυτές είναι σχεδόν ασύμβατες, σε μια κοινωνία είναι συμβατές: Άλλος μια ειδικότητα, άλλος άλλη, η κοινωνία όλες. Εξάλλου, έχοντας στοιχειώδεις δυνατότητες ευελιξίας, όλοι οι ενήλικες, μπορούν, αν καταργηθεί η ανάγκη της ειδικότητάς τους, να προσαρμοσθούν, αρκεί να μη θεωρούν ότι, επειδή ήταν σχεδόν μοναδικοί στη δουλειά που έκαναν, είναι κατάλληλοι μόνο για εκείνο το ρόλο και ακατάλληλοι για κάθε άλλον.