Είναι μεταφυσική;

  • Δημ. Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitris.sideris@gmail.com
  • Κοινή Γνώμη, 2 Απριλίου 2019

Το πρωί ανοίγομε τα μάτια μας και μόλις δούμε ένα γνωστό, λέμε “καλημέρα”. Ε, και; Κι όμως, αν, αντί να πούμε “καλημέρα”, πούμε “καλή μέρα!” σε δύο λέξεις, αυτό κάνει μια ανεπαίσθητη μικρή διαφορά. Είναι μια ευχή που αλλάζει τη διάθεσή μας και μας συνοδεύει όλο το 24ωρο. Έχει ουσιαστική αξία η ευχή ή ακόμη κι η προσευχή σε ένα Θεό που δεν τον έχομε δει ποτέ κι ούτε κανένας στον κόσμο τον έχει δει (έτσι λέει ο Ιωάννης);

Θα εξομολογηθώ πώς έχω βιώσει εγώ την ευχή των προγόνων μου. Ο παππούς και η γιαγιά με γέμιζαν ιστορίες για κάποιους που είχαν βοηθήσει έναν άγνωστο – έτσι τους ήρθε και το κάνανε – κι ήλθε πολύ αργότερα η ανταπόδοση από κει που ποτέ δεν το περίμεναν. “Κάνε το καλό και ρίξ΄ το στο γιαλό” ήταν η επωδός. Δεν το καταλάβαινα, αλλά πότισε τα παιδικά μου χρόνια. Μεγάλος πια βρέθηκα στη Βόρεια Αγγλία. ‘Ηλθε στο νοσοκομείο που εργαζόμουν ένας νεαρός Έλληνας ναυτικός, είχε πρόβλημα υγείας. Ήταν μόνος του, χωρίς κανένα γνωστό. Τον εξυπηρέτησα όπως μπορούσα και τον κάλεσα στο σπίτι μου να τον κεράσω. Ήταν γεμάτος ευγνωμοσύνη. “Πώς θα μπορέσω να σας το ανταποδώσω;” Σκέφτηκα πολύ, ήλθαν στο νου μου οι προπάτορές μου. “Κάποια μέρα θα βρεθείς σε ένα εξωτικό λιμάνι και κάποιος άγνωστος θα χρειάζεται βοήθεια”, του είπα. “Αν του την προσφέρεις, εκείνη τη στιγμή θα ανταποδίδεις σε μένα ό,τι νομίζεις πως μου χρωστάς”. Κι αναλογίσθηκα πως η καλοσύνη μεταδίδεται σαν κρίκος σε μια αλυσίδα ή σαν ένα κύμα. Βοηθάς κάποιον, αυτός νοιώθει ευγνωμοσύνη, ανταποδίδει την καλοσύνη σε άλλους κι αυτοί σε άλλους κι αυτό δημιουργεί ένα ολόκληρο δίχτυ καλοσύνης που ενδέχεται να σε σώσει απρόοπτα κάποια στιγμή που θα έχεις ανάγκη. Στο κάτω κάτω, τέτοια βοήθεια δεν κοστίζει συνήθως και πολύ. Θα αφηγηθώ κι άλλες ιστορίες για το πώς βίωσα την ευχή της μάνας μου που την έχασα στα 13 μου χρόνια.

Αγγλία πάλι, Λονδίνο. Έχω πάει, καρδιολόγος πια, για μετεκπαίδευση. Δουλειά δεν έχω, κάνω αιτήσεις για να προσληφθώ, απορρίπτονται η μια μετά την άλλη, τα χρήματά μου τελειώνουν. Η εξαγωγή συναλλάγματος τότε από την Ελλάδα ήταν πολύ περιορισμένη. Κι οι οικογενειακές ανάγκες πολύ μεγάλες. Άρχισα να σκέφτομαι την ντροπιασμένη επιστροφή στην πατρίδα, χωρίς να έχω επιτελέσει το σκοπό μου. Θυμήθηκα όμως πως η μητέρα μου είχε μια φίλη στο Λονδίνο, παντρεμένη με εφοπλιστή. Είχαν περάσει δυο σχεδόν δεκαετίες χωρίς επαφή τους. Όμως της τηλεφώνησα. Θυμόταν τη μητέρα μου, αλλά δεν έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η απελπισία μου στο μεταξύ επιτεινόταν. Λίγες μέρες αργότερα πήρα τηλεφώνημα από μιαν άλλη κυρία, νεότερη, σύζυγο κι αυτή εφοπλιστή. Γνώριζε κι αυτή και θαύμαζε τη μητέρα μου. Την είχε ενημερώσει η φίλη της για μένα. Μας κάλεσαν στα σπίτια τους, μας πήγαν στα πιο ακριβά εστιατόρια, σε θέατρο όπου είδα ζωντανή να παίζει την Ίγκριντ Μπέργκμαν. Επικοινώνησαν με όλους τους γνωστούς τους καθηγητές για μένα. Τα τηλεφωνήματά τους δεν είχαν αποτέλεσμα. Όμως, εγώ αισθάνθηκα ότι δεν ήμουν μόνος στην ξενιτιά. Μπορούσα να επιμένω. Είχα στήριγμα. Βρήκα μόνος μου θέση στο Σύστημα Υγείας για τη μετεκπαίδευσή μου. Τότε συνειδητοποίησα πως η αλλαγή της διάθεσής μου, που κατέληξε σε επιτυχία, αυτή ήταν η ευχή της μάνας μου που με συνόδευε.

Πολλά ακόμη με την ευχή της. Χρόνια πέρασαν. Καθηγητής πια στα Ιωάννινα. Η οικογένεια ακόμη δεν είχε έλθει. Μόνος. Δεν ήξερα σχεδόν κανένα. Πρωί, μουντός, Γιαννιώτικος, ο καιρός, με κατάθλιψη κινήθηκα για το Νοσοκομείο. Στο γραφείο μου επάνω βρήκα ένα φωτοαντίγραφο από κάποιο άρθρο στα Νέα για τη βιομηχανία της Σύρου γραμμένο από τον αντιπρύτανη του Πανεπιστημίου που μου ήταν άγνωστος. Με το χέρι ήταν γραμμένη μια φράση πάνω στο φωτοαντίγραφο: “Στο γιο της Κατίνας Μπάιλα-Σιδερή”. Μελετώντας Συριανά Γράμματα είχε δει το όνομά της, το συνέδεσε με την εκλογή μου στα Ιωάννινα και μου έστειλε το άρθρο του. Κοίταξα πάλι το σημείωμα. Ο καιρός στο μεταξύ είχε αλλάξει, ο ουρανός ήταν γαλάζιος και η κατήφειά μου μετατράπηκε σε αισιοδοξία και όρεξη για δουλειά. Η ευχή της μάνας μου με συνόδευε.

Κι άλλα πολλά. Συνταξιούχος πια, βρήκα τον καιρό να τακτοποιήσω σωρό χαρτιά που ήταν καταχωνιασμένα σε αραχνιασμένα κιβώτια. Αφιέρωσα ένα Σαββατοκύριακο να ταξινομήσω τα χειρόγραφα και τις λογοτεχνικές δημοσιεύσεις που είχε προλάβει να κάνει νέα η μητέρα μου. Και ξαφνικά ηχεί το τηλέφωνο. Μια άγνωστη φωνή από τη Θεσσαλονίκη ζήτησε εμένα και με ρώτησε αν είχα σχέση με την Κατίνα Μπάιλα-Σιδερή. Ήταν ένας μεταπτυχιακός που μελετούσε τους λογοτέχνες του μεσοπολέμου. Αν είχα σχέση; Μα όλο το πνευματικό της έργο, δημοσιευμένο και αδημοσίευτο, ήταν απλωμένο σκόρπια στο πάτωμα. Εκείνη ακριβώς τη μέρα. Μπροστά μου.

Πέρασαν χρόνια πάλι. Καλοκαίρι στη Σύρο, Με παίρνει τηλέφωνο ο αείμνηστος Αντώνης Μαρκουλής, υπεύθυνος για τα πολιτιστικά στο Δήμο της Σύρου. Μου ανήγγειλε πως το δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε να δώσει το όνομα της μητέρας μου σε μια οδό της Ερμούπολης. Κοίταξα το ημερολόγιο. Ήταν 5 Αυγούστου. 5 Αυγούστου 1950 είχε πεθάνει εκείνη.

Συμπτώσεις; Ναι, ασφαλώς. Και τέτοιες συμπτώσεις η προκατάληψή μας τις μεταμορφώνει σε αιτιολογικές συνδέσεις. Χωρίς πραγματικά να ισχύει κανένας από τους τυπικούς νόμους της αιτιότητας. Κι όμως. Είναι ανεξήγητη μεταφυσική ή έχει κάποια υποφώσκουσα, αμυδρή λογική εξήγηση; Οι πιθανότητες x/∞, η απλή σύμπτωση δηλαδή, τείνουν προς το μηδέν, αλλά δεν είναι μηδενικές. Είναι απλώς απείρως μικρές. Κάποιον αριθμό θα ανασύρω τυχαία από ένα σακούλι που έχει μέσα όλους τους αριθμούς από το μηδέν ως το άπειρο. Γιατί όχι αυτόν που εύχομαι; Φυσικά δεν μπορούμε να προγραμματίζουμε τις ενέργειές μας στη βάση τέτοιων προσδοκιών. Μένουν, ωστόσο η Ελπίδα και η Πίστη. Αν ζούμε διαρκώς μια ζωή Αγάπης, σκορπάμε γύρω μας μια άλω φωτεινή που κάνει τους άλλους να την απλώνουν ολοένα περισσότερο, έτσι που το άπειρο περιορίζεται – πάντα άπειρο – και το διάχυτο φως όλων τριγύρω μπορεί (από σύμπτωση; από κάποιες ασήμαντες, αλλά υπαρκτές, πιθανότητες;) να μας φωτίσει σε μια στιγμή που θα τύχει να βρισκόμαστε εμείς οι ίδιοι στο σκοτάδι. Ναι, αυτή είναι η ευχή της μάνας. Αυτή είναι και η δύναμη της προσευχής. Ακόμη και σε ένα Θεό που ουδείς πώποτε εώρακε. “Κάνε το καλό και ρίξ΄το στο γιαλό”.