Θαύμα και τριαδική θεότητα

Δημ. Α. Σιδερής, ομ. Καθηγητής καρδιολογίας, dimitris.sideris@gmail.com

Κοινή Γνώμη, 5 Ιουνίου 2018

190 β Θαύμα και τριαδική θεότητα190. Θαύμα και τριαδική θεότητα

Προσπαθώντας να πείσει του επισκόπους της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου για το λάθος του Αρείου, πήρε ο Άγιος Σπυρίδωνας Τριθυμούντος ένα κεραμίδι, το έσφιξε, μια φλόγα πετάχτηκε πάνω, νερό έρρευσε κάτω και στο χέρι του έμεινε το χώμα. Όπως το κεραμίδι είναι νερό, χώμα και φωτιά, αλλά είναι Ένα, έτσι και ο Θεός είναι Ένας, αλλά τρισυπόστατος. Αυτά λέει η παράδοση. Αν υπάρχουν ίχνη αλήθειας σ΄ αυτή την ιστορία, μπορούμε να φαντασθούμε τον Άγιο να υποστηρίζει ξαναμμένος τις απόψεις του, παρομοιάζοντας το κεραμίδι με την Αγία Τριάδα και τους ακροατές του να νομίζουν πως βλέπουν όσα τους περιέγραφε με τα φλογερά λόγια του.

Η αγράμματη γιαγιά μου γνώριζε από παράδοση τα θαύματα των Αγίων και από εκείνην είχα πρωτακούσει το περιστατικό που περιέγραψα. Σήμερα μου γεννά ποικίλα ερωτήματα. Τι είναι θαύμα; Πώς μπορεί να γίνει κατανοητό το τρισυπόστατο της θεότητας σύμφωνα με την ορθόδοξη πίστη μας; Γενικότερα τι είναι μεταφυσικό;

Εκλογικευμένα, μπορώ να χρησιμοποιήσω λίγα στοιχειώδη μαθηματικά, για να ξεδιαλύνω κάποια πράγματα. Μηδενικές πιθανότητες υπάρχουν σε δύο περιπτώσεις: όταν κάτι είναι αδύνατο και όταν είναι απίθανο να γίνει. Ένα σακούλι έχει μέσα τους κλήρους 1-10. Όσο κι αν προσπαθώ, είναι αδύνατο να τραβήξω ένα κλήρο με τον αριθμό 11, εκτός αν πρόκειται για απάτη. Οι πιθανότητες Ρ εκφράζονται τότε με τον τύπο: P=0/x. Μηδενικές είναι οι πιθανότητες και να τραβήξω τον αριθμό 11 από ένα σακούλι που έχει μέσα όλους τους αριθμούς από το 1 ως το άπειρο (∞), δηλαδή P=1/∞. Τώρα όμως οι μηδενικές πιθανότητες σημαίνουν ότι αυτό είναι απίθανο, αλλά όχι αδύνατο. Κάποιον αριθμό θα τραβήξω. Γιατί όχι το 11; Αν μάλιστα κάνω άπειρες προσπάθειες, οι πιθανότητες από απίθανες γίνονται απροσδιόριστες: P=∞/∞. Συνεχίζοντας επάπειρον να τραβάω κλήρο, κάποτε, δεν μπορεί, θα τραβήξω και το 11. Ποιος όμως συνεχίζει να προσπαθεί για κάτι, όταν αυτό είναι απίθανο να συμβεί; Μόνον όποιος πιστεύει ότι τελικά θα τα καταφέρει. Αυτό είναι θαύμα, δηλαδή το να συμβεί κάτι το απίθανο, χάρη στη (συνήθως παράλογη) πίστη. Θαύμα δεν είναι να γίνεται το αδύνατο. Για όποιον πιστεύει στο Θεό, αυτό θα σήμαινε άρνηση από τον ίδιο το Θεό της βούλησής Του, των ίδιων των δικών Του νόμων, των νόμων της φύσης που είναι δημιούργημά Του.

Το άπειρο είναι μια καθαρά νοητή έννοια. Δεν υπάρχει άπειρο, υπάρχουν όμως ασύλληπτα μεγάλα μεγέθη. Ακόμη και το Σύμπαν γύρω μας δεν μπορούμε να το φαντασθούμε άπειρο. Η επικρατούσα σήμερα άποψη είναι ότι ο Κόσμος δεν δημιουργήθηκε πριν από μερικές χιλιάδες χρόνια, όπως θα ερμηνεύαμε κατά γράμμα τη Γένεση, ούτε πριν από άπειρο χρόνο, αλλά πριν από 13,7 δισεκατομμύρια γήινα έτη. Στο διάστημα ενός τόσο μακρού διαστήματος ισχύουν σχεδόν όσα λέγαμε παραπάνω για το άπειρο. Οπωσδήποτε πολλά απίθανα μπορούν να συμβούν, ακόμη και η δημιουργία του Κόσμου. Να, κάπως έτσι. Τα στοιχεία του Σύμπαντος κινούνται τυχαία αέναα, λόγω του φυσικού νόμου της εντροπίας. Κάποια στιγμή σχηματίζουν τυχαία ένα μόρφωμα με εσωτερική τάξη. Την επόμενη στιγμή, το μόρφωμα θα αποσυντεθεί χάρη στην τυχαιότητα της εντροπίας. Όμως αναγκαστικά καθυστερεί λιγάκι. Όλα τα στοιχεία ενός μορφώματος μέσα στον όγκο του δέχονται δυνάμεις από τα διπλανά τους ίσες και αντίθετες που αλληλεξουδετερώνονται. Εξαιρούνται τα επιφανειακά στοιχεία του, που άλλες δυνάμεις δέχονται από μέσα και άλλες απέξω, με αποτέλεσμα να σχηματίζεται ένα προστατευτικό περίβλημα γύρω από το μόρφωμα. Κάθε οντότητα έχει τέτοιο περίβλημα: το ψωμί την κόρα, το γάλα την πέτσα, το αβγό το τσόφλι, το νερό την επιφανειακή τάση, τα κύτταρα την κυτταρική μεμβράνη, τα φυτά το φλοιό, τα ζώα δέρμα ή όστρακο κλπ. Στο μετρητό χρόνο που διατίθεται χάρη σ΄ αυτή την προστασία, πολλά μπορούν να συμβούν. Το κυριότερο είναι τούτο: Υπάρχουν ουσίες που είναι καταλύτες, δηλαδή η παρουσία τους ευνοεί τη δημιουργία ενώσεων, χωρίς να μετέχουν οι ίδιες στο τελικό αποτέλεσμα. Το υδρογόνο και το οξυγόνο έχουν τόση τάση να ενωθούν που όταν τελικά σχηματίσουν νερό, γίνεται έκρηξη. Κι όμως δεν ενώνονται, παρά μόνο αν υπάρξει ένα έναυσμα ή ένας καταλύτης, λευκόχρυσος σ΄ αυτή την περίπτωση. Μπορεί να τύχει τώρα, μέσα στα δισεκατομμύρια των ετών ένα μόρφωμα να έχει το ίδιο καταλυτικές ιδιότητες. Ακόμη μπορεί να τύχει να καταλύει την ένωση των τυχαίων στοιχείων γύρω του έτσι που να δομούν ένα μόρφωμα ίδιο ακριβώς με τον καταλύτη. Τώρα η ταχύτητα της δημιουργίας πολλαπλασιάζεται και φθάνομε στη ζωή, που η κυριότερη ιδιότητά της είναι η αναπαραγωγή του εαυτού της. Επισημαίνω εδώ ότι περιγράφω Πώς μπορεί να δημιουργήθηκε ο Κόσμος, όχι το Ποιος τον δημιούργησε. Στο Πώς απαντά η επιστήμη, στο Ποιος η θρησκεία. Απαντώντας σε διαφορετικά ερωτήματα, δεν μπορούν να αντιτίθενται. Η απάντηση στο Ποιος, δεν αντέχει σε καμιά λογική. Κάθε τι στον Κόσμο κάποιος το δημιούργησε, άρα τον Κόσμο κάποιος πρέπει να τον δημιούργησε: ο Θεός. Αν ισχύει αυτό όμως, το Θεό ποιος τον δημιούργησε; Γι΄ αυτό για το Θεό στηριζόμαστε στην αποκαλυπτική πίστη μας κι όχι στην επιστημονική γνώση μας που βρίσκεται εκεί όπου διασταυρώνονται το αισθητό με το νοητό.

Το αισθητό από όλους Εγώ μου γεννήθηκε με τη σύλληψή μου. Το νοητό Εγώ μου, αντιληπτό άμεσα μόνον από εμένα και όχι από άλλους, που μόνο το νοούν, το συμπεραίνουν, γεννήθηκε μόλις βγήκα στο φως και στον αέρα. Το κοινωνικό Εγώ μου, τη στιγμή που εισάχθηκα στην κοινωνία μου. Εγώ είμαι Ένας, αλλά τρισυπόστατος, λοιπόν. Με αξιόλογη ανεξαρτησία καθεμιάς από τις υποστάσεις μου. Το αισθητό Εγώ μπορεί να είναι ακρωτηριασμένο, το νοητό και το κοινωνικό Εγώ όμως είναι αναγκαστικά ακέραια. Το αισθητό και το νοητό Εγώ είναι μοναδικά, ανεπανάληπτα, ανόμοια· τα κοινωνικά Εγώ όμως είναι όλα ίδια και ίσα μεταξύ τους τη στιγμή της ένταξής τους στην κοινωνία. Το αισθητό Εγώ ζει στο φυσικό χρόνο και χώρο, το νοητό όμως ζει μόνο σε μια στιγμή, τώρα, και σε ένα σημείο, εδώ, όπου κι όποτε νάναι. Το τρισυπόστατο λοιπόν του ενιαίου Εγώ μπορεί να ανοίξει ένα παραθυράκι για να κατανοήσουμε το τρισυπόστατο του ενιαίου Θεού της Ορθοδοξίας. Ο Θεός, πνεύμα, είναι μόνον νοητός, ουδείς πώποτε Τον εώρακε. Ο Υιός που εγένετο σαρξ, αντιστοιχεί στο αισθητό Εγώ. Και το Άγιον Πνεύμα που μεταφέρει τη θεία βούληση στους πιστούς αντιστοιχεί προφανώς στο κοινωνικό Εγώ.

 

Τρίτη άποψη. Θέλω

Δημ. Α. Σιδερής* dimitris.sideris@gmail.com

Ηπειρωτικός Αγών, 2 Ιουνίου 2018

Προσπαθήστε να μη σκέπτεστε τίποτε έστω για ένα δευτερόλεπτο. Είναι αδύνατο. Μπορείτε όμως να θέλετε κάτι διαρκώς, αν και το «θέλω» σας αλλάζει συνεχώς, σε ποιότητα και ένταση. Ας πούμε: «Θέλω να φάω». Ξεκινώ μια δραστηριότητα να βρω τροφή και να φάω – ή, αν βρίσκεται μπροστά μου, απλώς τρώω. Όσο τρώω μου ανοίγει η όρεξη (τρώγοντας έρχεται η όρεξη). Ώσπου όταν έχω φάει αρκετά, έχω χορτάσει και «θέλω να μη φάω» άλλο. Βαθμιαία έπειτα, το «θέλω να μη φάω» μεταπίπτει στο «δεν θέλω να φάω». Και με την απλή πάροδο του χρόνου, χωρίς εξωτερικό ερέθισμα, φθάνω ξανά στη φάση «θέλω να φάω». Το «δεν θέλω να» διαφέρει από το «θέλω να μη». Αν παρουσιασθεί ένας νόστιμος μεζές, στη φάση «θέλω να μη», μόλις έχω χορτάσει, μου προξενεί απέχθεια, αηδία, ενώ στη φάση «δεν θέλω να» μου ανοίγει την όρεξη και μεταπίπτω πρόωρα στη φάση «θέλω να». Σαν το «θέλω να φάω», έχομε πάμπολλα «θέλω»: να πιω, να αναπνεύσω, να ουρήσω, να κάνω έρωτα κλπ. Όλα αυτά τα «θέλω» μπορούν να συνυπάρχουν, αλλάζουν συνεχώς μόνα τους, σαν ταλαντώσεις, απλά με το χρόνο, ή και διεγείρονται θετικά ή αρνητικά με κατάλληλα ερεθίσματα.

Κάποια ερεθίσματα αποτελούν την απαρχή αντανακλαστικών προκαλώντας, θέμε-δε-θέμε, κίνηση ή έκκριση, που μπορεί να ενισχύει θετικά ή να αναστέλλει αρνητικά την ένταση του ερεθίσματος. Με τέτοια αντανακλαστικά γεννιόμαστε. Τα θερμόαιμα κυρίως ζώα αναπτύσσουν και επίκτητα, εξαρτημένα, αντανακλαστικά, όταν ένα ερέθισμα προηγείται πάντοτε πριν από εκείνο που εκλύει την απάντηση του αντανακλαστικού. Ειδικά οι άνθρωποι αναπτύσσομε εύκολα και δευτεροβάθμια εξαρτημένα αντανακλαστικά, όταν ένα ερέθισμα προηγείται πάντοτε πριν από ένα προσχηματισμένο εξαρτημένο αντανακλαστικό. Έτσι, τα «θέλω» μας ποικίλλουν απεριόριστα και αλλάζουν διαρκώς.

Όσο απλώς νοιώθω το «θέλω», μέσα μου, στο νοητό Εγώ μου, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα να αλλάζει συνέχεια. Από τη στιγμή όμως που το «θέλω» εξωτερικεύεται είτε σαν πράξη (αρχίζω να τρώω) είτε σαν έκφραση (δηλώνω ότι «θέλω να φάω»), υπεισέρχεται ένας νέος παράγοντας, ο κοινωνικός. Το κοινωνικό Εγώ μου μού επιβάλλει ένα «πρέπει», που αντιτίθεται στις αλλαγές του «θέλω» μου. Κατά κάποιον τρόπο δεσμεύομαι τώρα σε ένα παγιωμένο «θέλω», αυτό που εκδηλώθηκε κοινωνικά. Η παραβίασή του συνεπάγεται ασήμαντες έως πολύ σημαντικές κυρώσεις από την κοινωνία: Γίνομαι ασυνεπής.

Τα «θέλω» μου παίρνουν τη μορφή της προσπάθειας για ικανοποίηση είτε αναγκών, σαν τα παραδείγματα που ανέφερα, που αφορούν κυρίως το αισθητό Εγώ· είτε απλών επιθυμιών για πρόκληση αντανακλαστικών με θετική ανάδραση (π.χ. επιζητώ το χάδι) που αφορούν κυρίως το κοινωνικό Εγώ· είτε και σκοπών, που είναι η ανώτερη μορφή κινήτρου για τον άνθρωπο και αφορούν κυρίως το νοητό Εγώ και είναι μοναδικά ανθρώπινοι. Στα άλλα ζώα, όταν μας φαίνονται να δραστηριοποιούνται για επιτέλεση κάποιου σκοπού, αυτός είναι επιβεβλημένος από μια έξωθεν «ανώτερη βούληση», το Θεό ή τη Φύση.

Όσο το «θέλω» βρίσκεται μέσα στα όρια του νοητού Εγώ, δεν επιδέχεται κανένα περιορισμό. Είναι το στοιχείο της ελευθερίας της βούλησης. Ακόμη και όταν υπάρχουν ερεθίσματα στις φάσεις «δεν θέλω να» που επισπεύδουν την έλευση του «θέλω να», το νοητό Εγώ έχει τη δυνατότητα να αναστείλει τέτοια επίσπευση. Ελεύθερο είναι επίσης το άτομο να εκφράσει το «θέλω» του. Από τη στιγμή όμως που το εξέφρασε, όπως είπαμε, δεσμεύεται από το κοινωνικό «πρέπει», το «θέλω» της κοινωνίας δηλαδή. Και τώρα αρχίζει η σημαντική διαδικασία της κοινωνικής ελευθερίας. Ο Αριστοτέλης ορίζει την ελευθερία διττά: ως ισότητα στην πρόσβαση στην εξουσία και ως δυνατότητα για να κάνει κάποιος ό,τι θέλει: «Εν μεν το εν μέρει άρχειν και άρχεσθαι… εν δε το ζην ως βούλεταί τις». Ο Kant προχωρεί παραπέρα να ορίσει ότι ελευθερία δεν είναι μόνο το να μην κάνει κάποιος ό,τι θέλουν οι άλλοι, αλλά να κάνει ό,τι θέλει ο ίδιος. Βγήκα με σκοπό να πάω στο θέατρο. Συναντώ ένα φίλο, που με δελεάζει να πάμε στο γήπεδο. Ελεύθερος, κατά τον Kant, είμαι πραγματικά αν δεν παρασυρθώ. Αν, αντίθετα, θεωρήσω ότι «είμαι ελεύθερος» να κάνω ό,τι θέλω (επομένως και να αλλάξω το δηλωμένο θέλω μου), αυτή η στάση ανοίγει το δρόμο στο λαϊκισμό. Άλλοι, με προγραμματισμένο δικό τους «θέλω», δηλαδή δικό τους σκοπό, με παρασύρουν να κάνω ό,τι εκείνοι επιθυμούν με τη δικαιολογία πως «ελεύθερος είμαι να κάνω ό,τι θέλω, δηλαδή ό,τι εκείνοι με παροτρύνουν να κάνω». Σε τέτοια λογική στηρίζονται κοινωνικά φαινόμενα όπως η διαφήμιση και η προπαγάνδα. Και τα δύο είναι χρήσιμα για να πληροφορηθώ τι προϊόντα διατίθενται στην αγορά ή τι ιδέες πλανώνται στον πολιτικό ορίζοντα. Ωστόσο, η διαφήμιση στοχεύει στο να μου δημιουργήσει ανάγκες που δεν υπάρχουν, ώστε να παρακινηθώ να αγοράσω το αγαθό που διαφημίζεται. Αν δεν χρησιμοποιήσω αποσμητικό για τις μασχάλες μου, δεν μπορώ να βρω δουλειά! Και η προπαγάνδα προσπαθεί να με δελεάσει με μελλοντικές υποσχέσεις. Αν ψηφίσω το συγκεκριμένο κόμμα, θα αυξηθεί η σύνταξή μου, θα μειωθούν οι φόροι που πληρώνω. Λίγο να επιμείνει κάποιος σε τέτοιες επαγγελίες θα δει πως αυτά, αν γίνουν, θα σημάνουν υποθήκευση του μέλλοντος που θα ικανοποιήσει ενδεχομένως το άμεσο «θέλω μου» σε βάρος της μακροχρόνιας υποδούλωσής μου, συνηθισμένου τιμήματος της άμεσης ικανοποίησης των επιθυμιών μας. Πρόβλημα είναι, επομένως, να ξέρουμε τι θέλομε.

Στις μέρες μας βλέπομε να πιεζόμαστε από την παρουσία γειτόνων μας που νοιώθομε να μας απειλούν. Τι θέλομε γι΄ αυτούς; Να πάψουν να υπάρχουν; Μα τότε κάποιοι άλλοι (ποιοι; μήπως χειρότεροι;) θα πάρουν τη θέση τους. Να τους υποδουλώσουμε; Μα τότε θα έχουμε αντιπάλους όλη την Υφήλιο. Είναι αδύνατο. Πρέπει να βρούμε τρόπο να συνεννοηθούμε, που σημαίνει να δεχθούμε κάποια δικά τους «θέλω» που είναι μικρότερης σημασίας για μας, ώστε να δεχθούν κι εκείνοι κάποια δικά μας «θέλω» που για κείνους είναι λιγότερο σημαντικά. Το «καμιά υποχώρηση» είναι απραγματοποίητο, και αυτοί που το προτείνουν είναι είτε ανόητοι είτε προδότες για πρόκληση αντιπαλότητας (προβοκάτσιας) που θα αποβεί σε βάρος μας, έστω και αν αυτοί αποκαλούν προδότες και χτυπούν όσους υιοθετούν συμβιβαστική στάση (ακόμη και ογδοντάρηδες).

Προσοχή στα «θέλω» μας. Αν δεν πηγάζουν από τις σωματικές ανάγκες του αισθητού Εγώ μας, οφείλουν να απορρέουν ως μέρος ενός όσο γίνεται καλύτερα δομημένου σκοπού, που εκφράζει την αυτοπραγμάτωσή μας και τη διατήρηση της ταυτότητάς μας σε συμπληρωματική συνύπαρξη με άλλους. Ακολουθεί η ικανοποίηση των άμεσων επιθυμιών.

*Ο κ. Δημήτριος Α. Σιδερής είναι ομ. καθηγητής Καρδιολογίας