Τρίτη Άποψη Ο διάβολος και το άγαλμα

Δημ. Α. Σιδερής*, Dimitris.sideris@gmail.com

Ηπειρωτικός Αγών, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2018

Πρόσφατα είδα στα Μέσα Ενημέρωσης ότι κάπου στήθηκε ένα άγαλμα που μοιάζει με τον διάβολο. Δε διάβασα λεπτομέρειες, καθώς το θέμα δε με ενδιέφερε. Άκουσα, ωστόσο, ότι πολλοί σκανδαλίσθηκαν, ιδιαίτερα κληρικοί, αλλά και πλήθος πιστών. Έγιναν αγιασμοί και πολλές διαμαρτυρίες. Αυτή η αντίδραση μου φάνηκε πιο ενδιαφέρουσα και μ’ αυτήν ασχολούμαι σήμερα. Ως ποιο βαθμό μπορεί ένας καλλιτέχνης να κάνει ό,τι θέλει και ως ποιο βαθμό μπορεί το κοινό να διαμαρτύρεται φθάνοντας ακόμη και σε βίαιες πράξεις;

Δεν έχω δει το έργο και δεν έχω προσωπική άποψη για την καλλιτεχνική αξία του, αν μου αρέσει ή όχι. Οι πράξεις του κοινού όμως, αν φθάνουν μάλιστα στην καταστροφή έργων, είναι σοβαρό θέμα. Προβάλλει ξανά και ξανά το ερώτημα: ως ποιο βαθμό μπορεί το έργο τέχνης να εκφράζει ό,τι γουστάρει ο καλλιτέχνης; Πριν από λίγα χρόνια, έγινε άγρια δολοφονία, στο Παρίσι, του προσωπικού ενός περιοδικού που είχε δημοσιεύσει σκίτσο του Μωάμεθ. Παλιότερα, εδώ, ο υπουργός Πολιτισμού είχε απομακρύνει από μια έκθεση ζωγραφικής έναν πίνακα που παρίστανε τον Σταυρό με ένα πέος που εκσπερματώνει. Και πιο παλιά, η κυβέρνηση σταμάτησε στο Ηρώδειο τις παραστάσεις των Ορνίθων του Αριστοφάνη (σκηνοθεσία Κουν, μουσική Χατζηδάκη), διότι θεωρήθηκε ότι τα κοστούμια των ηθοποιών και η μουσική παρέπεμπαν στη σύγχρονη θεία λειτουργία. Το φαινόμενο δεν είναι νέο. Οι αρχαίοι Αθηναίοι απαγόρευσαν να παίζεται το έργο του Φρύνιχου «Μιλήτου άλωσις», διότι τους θύμιζε τις τύψεις τους που δεν είχαν στείλει τη βοήθεια που τους είχαν ζητήσει οι Μιλήσιοι. Πότε επιτρέπεται λοιπόν η λογοκρισία και κάτω από ποιους όρους σε έργα τέχνης, εικαστικά, μουσικά, θεατρικά, λογοτεχνικά κ.λπ.;

Η σκέψη τελείται μέσα στο άβατο του νοητού Εγώ. Οι πράξεις όμως είναι αισθητές, ιδιότητες του αισθητού Εγώ και, ορθά ελέγχονται από την πολιτεία, ώστε να μη θίγουν την ελευθερία των άλλων. Η έκφραση είναι από μια πλευρά πράξη, καθώς γίνεται αισθητή, δεν έχει όμως καμιά συνέπεια πάνω στους άλλους, άλλη από την επικοινωνία μαζί τους, λογική, συναισθηματική, βουλητική. Η έκφραση είναι λοιπόν ιδιότητα του κοινωνικού Εγώ, μέσο επικοινωνίας. Κανονικά οφείλει να γίνεται ακώλυτα. Μπορεί, όμως, η έκφραση να είναι παρακίνηση των άλλων σε πράξη. Σ’ αυτή την περίπτωση υπάγονται π.χ. η συκοφαντία και η εξύβριση. Συκοφαντία (δυσφήμιση) υπάρχει, όταν κάποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου. Εξύβριση υπάρχει όταν, και χωρίς διάδοση ψευδών ειδήσεων, προσβάλλει κάποιος την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο. Η παρακίνηση σε βία ή σε άλλες παράνομες πράξεις επίσης αποτελεί λόγο για τον οποίον η έκφραση μπορεί να είναι επιζήμια στην κοινωνία και να προκαλέσει βίαιες κοινωνικές αντιδράσεις.

Βίαιες κοινωνικές αντιδράσεις αναμένεται να προκληθούν ιδιαίτερα όταν εξυβρίζονται σύμβολα κοινωνικά, και μάλιστα όταν αυτά δεν μπορούν να αμυνθούν κατάλληλα. Παραδείγματα είναι η εξύβριση θρησκευτικών ηγετών, του ανώτατου άρχοντα κλπ. Προφανώς, το αν πραγματικά θίγονται τέτοια πρόσωπα από ένα έργο τέχνης είναι συζητήσιμο. Ποιος είναι κατάλληλος να το κρίνει; Ένα υπεύθυνο πρόσωπο, όπως ο υπουργός, ο δήμαρχος, ο εισαγγελέας ή ο συλλογικός νους; Το θέμα είναι εξαιρετικά πολύπλοκο. Θεωρώ, μάλλον αυθαίρετα, ότι οι ειδήμονες, βασικά νομικοί, όχι πολιτικά πρόσωπα, έχουν την ικανότητα περισσότερο από κάθε άλλον για να αναλύσουν και αποδείξουν κατά πόσο η συγκεκριμένη έκφραση αποτελεί ή όχι προσβολή άλλων, χρησιμοποιώντας ασφαλώς μάρτυρες, όπως κυρίως αντίστοιχους καλλιτέχνες, αλλά και τους ίδιους τους δημιουργούς του έργου και, ενδεχομένως, κάποια τεκμήρια. Ωστόσο, δεν είναι αυτοί που θα λάβουν την απόφαση. Πρόκειται για μια δικαστική απόφαση που κατεξοχήν σκοπεύει στην ικανοποίηση του κοινού αισθήματος και όχι στην τυπική τήρηση ορισμένων νόμων, που, από τη φύση τους, δεν μπορούν να έχουν επαρκή σαφήνεια. Ένα δικαστήριο ενόρκων, επομένως, με δικαστές κληρωμένους τυχαία από τον λαό, είναι το κατάλληλο να αποφασίσει. Ο δικαστής που προεδρεύει μεριμνά για τη νομικά άψογη διεξαγωγή της διαδικασίας, χωρίς κι αυτός να μετέχει στη λήψη απόφασης. Οι πολιτικοί εκτελούν την απόφαση. Φυσικά και οι σχετικοί νόμοι πρέπει να έχουν ψηφισθεί από βουλή που εκπροσωπεί τον δήμο, όχι τα κόμματα. Αλλιώς, η τήρηση του νόμου μπορεί να μην ικανοποιεί το κοινό αίσθημα. Θυμίζω το τραγικό δίλημμα της Αντιγόνης. Ο νόμος απαγόρευε να ταφεί ο αδελφός της, αλλά η ηθική επέβαλλε την ταφή του. Ο νόμος εκφράζει ρητά τη βούληση των αρχόντων. Η βούληση εκφράζει με αρκετή ασάφεια τη βούληση της κοινωνίας. Μόνον αν το νομοθετικό σώμα είναι η κοινωνία ή τυχαίο δείγμα της, με κληρωμένους βουλευτές, εξασφαλίζεται κατά το δυνατόν, ότι το δίκαιο συμπλέει με την ηθική.

Να επιστρέψω σε μερικά από τα παραδείγματα που ανέφερα. Ο πίνακας με τον Σταυρό και το πέος που εκσπερματώνει είναι, προφανώς, θα έλεγαν οι περισσότεροι, μια βέβηλη παράσταση. Καθαυτός ο οργασμός σε σχέση με το θείο δεν είναι βέβηλος. Καθαγιάζεται στην αυτοβιογραφική περιγραφή της Αγίας Θηρεσίας: «Είδα στα χέρια του αγγέλου, ένα μακρύ χρυσό δόρυ, και στην άκρη του μια μικρή φωτιά. Με αυτό με διαπέρασε επανειλημμένως ως τα σωθικά μου. Όταν το τράβηξε έξω, με άφησε να φλέγομαι με έναν μεγάλο έρωτα προς τον θεό». Ο Πλάτων ξεχώρισε σαφώς την Πάνδημο από την Ουράνια Αφροδίτη. Οργασμό με το θείο περιγράφει η Αγία Θηρεσία, οργασμό με το θείο έδειχνε και ο πίνακας στην έκθεση ζωγραφικής. Μόνο ο συλλογικός νους μπορεί να αποφασίσει το βέβηλο του πίνακα και την ιερότητα της έκστασης της Αγίας.

Στους Όρνιθες, ο Αριστοφάνης ακριβώς επιδίωκε να τσιγκλήσει τα ψευδοϊερά αισθήματα των συμπολιτών του και επομένως σωστά παρουσίασαν το έργο οι κορυφαίοι καλλιτέχνες δημιουργοί του με τον τρόπο που το έκαναν.

Να έλθω όμως και στο πρόσφατο συμβάν. Προσωπικά, δεν έχω καμιά σχέση με τον διάβολο και, φυσικά, δεν τον έχω δει ποτέ. Επομένως δεν έχω την παραμικρή ιδέα αν το άγαλμα, που το είδα σε φωτογραφία, του μοιάζει. Αν, ωστόσο, κάποιοι έχουν ιδιαίτερες σχέσεις με τον σατανά, τον έχουν δει, γνωρίζουν επομένως τη μορφή του και διαπιστώνουν πως το άγαλμα του μοιάζει, έχουν κάθε δίκιο, νομίζω, να διαμαρτύρονται. Μου φαίνεται αυτονόητο. Με την προϋπόθεση πως τον γνωρίζουν προσωπικά τον Σεϊτάν Πασά και έχουν σχέσεις μαζί του.

*Ο κ. Δημήτριος Α. Σιδερής είναι ομ. καθηγητής Καρδιολογίας

3 thoughts on “Τρίτη Άποψη Ο διάβολος και το άγαλμα

  1. Εξαιρετική ανάλυση! Εδώ φαίνεται καθαρά η δυσκολία καθορισμού της μεσότητας της αρετής, όπως είχε προβλέψει ο Αριστοτέλης. Στην περίπτωση αυτή το κοινωνικό εγώ πρέπει να πάρει την απόφαση η οποία αν μπει, π.χ., σε δημοψήφισμα, σίγουρα θα επηρεασθεί από την παιδεία και τις προκαταλήψεις της κοινωνίας. πάντως στην τελευταία παράγραφο γίνεται μια καλή προσπάθεια για να μπουν κάποια πράγματα στη σωστή τους θέση!

    Καλή Χρονιά!

    Like

  2. “Η βούληση εκφράζει με αρκετή ασάφεια τη βούληση της κοινωνίας.” Μήπως: “Η ηθική εκφράζει με αρκετή ασάφεια τη βούληση της κοινωνίας.” ;

    Like

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s