Τρίτη άποψη. Ηθική και νομιμότητα

38. Ηθικη και νομιμότητα

Δημ. Α. Σιδερής*

Ηπειρωτικός Αγών, 11 Αυγούστου 2017

 

 

Η λογική, μαθηματικά, γεωμετρία παρέχουν απλούστατα πρότυπα που καθιστούν κατανοητά πολύπλοκα θέματα. Στη μαγεία των αριθμών περιπλανιόταν ο νους του, όταν πέρασε έξω από ένα σιδηρουργείο ο Πυθαγόρας. Τέσσερα σφυριά κοπανούσαν στο αμόνι. Οι ήχοι των τριών φάνηκαν αρμονικοί στον Μεγάλο Δάσκαλο, ενώ του τέταρτου ήταν παράφωνος. Από τον ονειρεμένο κόσμο της Νόησης μεταφέρθηκε στον πεζό της Αίσθησης: Ζύγισε τα σφυριά. Κι έκπληκτος ανακάλυψε πως οι σχέσεις των βαρών των σύμφωνων σφυριών ήταν απλές αριθμητικές, ενώ του παράφωνου ήταν άσχετη. Πειραματίστηκε παραπέρα. Η ίδια χορδή ανέδιδε ήχους διαφορετικούς ανάλογα με το μήκος της. Όταν τα μήκη είχαν σχέση 2:1 ή 3:2 ή 4:3, οι ήχοι ήταν αρμονικοί. Κάθε άλλη σχέση ηχούσε παράφωνα. Έτσι, οι αριθμοί του εξήγησαν την αρμονία. Είδε την αρμονία και στις τροχιές των ουράνιων σωμάτων, που ήταν κύκλοι. Όταν διαιρούσε έναν αριθμό δι’ ενός άλλου, περιοδικά επαναλαμβανόταν το ίδιο μοτίβο. 1:7= 0,142857 142857… Τα πάντα στο σύμπαν είχαν μια αρμονική περιοδικότητα. Και κάποτε… Ένα παλιόπαιδο, μαθητής του (αναρχικός θα ήταν!), ο Ίππασος, απέδειξε πως η διαγώνιος ενός τετραγώνου, ήταν ένας αριθμός που δεν έχει καμιά περιοδικότητα, όσο κι αν προχωρούμε στα δεκαδικά του: Άρρητος! Στην προβλεπτή τελολογία του Πυθαγόρα βγήκε αντίπαλος η τυχαιότητα. Το λαμπρό οικοδόμημά του κατέρρευσε. Μαζί και ο Μέγας Διδάσκαλος. Μαζί και ο Ίππασος: Δολοφονήθηκε!

Τον ίδιο καιρό ένας άλλος Μεγάλος, ο Ηράκλειτος ξεστράτισε από τον ονειρεμένο κόσμο και κοίταξε γύρω του. Παρατήρησε πως τα πάντα αλλάζουν, ρέουν. «Δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στον ίδιο ποταμό», έλεγε. Τη δεύτερη φορά θα είναι άλλα νερά, άλλος ποταμός.

Ο Πλάτων ξαναγύρισε στην ουράνια αρμονία. Ούτε ν’ ακούσει για τον Ηράκλειτο. Όλα έχουν μια αιτία, έλεγε. Και η ψυχή του ανθρώπου έχει τρία στοιχεία: μια είσοδο, το γνωστικό ή λόγο, μια έξοδο, τη βούληση και ένα ενδιάμεσο που ισορροπεί τα άλλα δύο, τον θυμό ή συναίσθημα. Η γνώση είναι η αιτία και αν δεν ελέγχει τον θυμό και τη βούληση, πορεύεται ο άνθρωπος σαν τον αμαξά που έχουν αφηνιάσει τα άλογά του και δεν του υπακούν.

Ο κόσμος όμως εξελίσσεται. Γραμμικά, θα έλεγε ο Darwin. Σε κάθε αλλαγή προστίθεται μια άλλη κι έτσι προχωρεί ο κόσμος. Κύκλους κάνει, θα αντέτεινε ο Πυθαγόρας που λέγαμε, μόνο που έτσι, ο κόσμος δεν προχωράει. Ο Hegel προσπάθησε να συμβιβάσει τα πράγματα. Όλα προχωρούν κι αλλάζουν, όπως τα βλέπει ο Ηράκλειτος, αλλά κάνοντας κύκλους σαν του Πυθαγόρα, μόνο που δεν είναι κύκλος πια η πορεία, αλλά έλιξη. Από μια θέση πάμε στην αντίθεση κι έπειτα στη σύνθεση που είναι η επόμενη θέση καθώς προχωράμε. Κι ήλθε μετά ο Marx που αναγνώρισε πως καλά τα λέει ο Hegel, μόνο που, αντί να βλέπει την πραγματικότητα, βλέπει το είδωλό της σαν σε καθρέφτη. Ο υλικός, όχι ο πνευματικός κόσμος είναι που εξελίσσεται σαν θέση, αντίθεση, σύνθεση. Επιπλέον, ο Marx παρατήρησε πως όταν αθροίζεται μεγάλη ποσοτική μεταβολή, επέρχεται απότομα ποιοτική μεταβολή. Και σ’ αυτή τη βάση επιχείρησε να ερμηνεύσει την ιστορία. Καθώς εξελίσσεται η κοινωνία, αυξάνει η διάσταση μεταξύ της ηθικής πραγματικότητας και των νόμων που τη διέπουν, αρχίζουν οι διαμαρτυρίες, κορυφώνονται και καταλήγουν σε μεταβολή του πολιτικού συστήματος.

Πριν από σχεδόν ένα αιώνα, ο VanderPol μελέτησε τις ταλαντώσεις χάλασης. Είναι περιοδικές, σαν κάθε ταλάντωση και κυκλική κίνηση, αλλά ασύμμετρες. Αθροίζεται βραδέως μια ποσότητα με αρνητική ανάδραση κι όταν φτάσει σε συγκεκριμένη τιμή, τον ουδό (κατώφλι), επέρχεται ποιοτική μεταβολή και με θετική ανάδραση, γίνεται εκτόνωση. Η ταλάντωση αυτή προτυπώνει και τις δύο παρατηρήσεις του Marx, την περιοδική εναλλαγή θέσης-αντίθεσης και την ποιοτική αλλαγή όταν η ποσότητα αυξηθεί ως μια κρίσιμη τιμή. Οι ταλαντώσεις χάλασης έχουν αυτοματισμό με περιοδικότητα, αλλά διεγείρονται εύκολα από εξωγενή ερεθίσματα που μπορεί να είναι τυχαία. Και να, ξαφνικά, που η τελεολογία μπόρεσε να συνυπάρξει με την τυχαιότητα. Όσο ο ταλαντωτής δε δέχεται εξωτερικά ερεθίσματα, λειτουργεί ρυθμικά, προβλέψιμα. Υπακούει όμως και σε εξωτερικά ερεθίσματα, που είναι τυχαία, και μοιάζει η λειτουργία του να είναι τυχαία, απρόβλεπτη. Το σχήμα του Πλάτωνος όμως ισχύει. Ο λόγος, διαμέσου του θυμού, ελέγχει τη βούληση, αλλά αυτή ταλαντώνεται και από μόνη της, εκδηλώνεται και χωρίς ερέθισμα. Όπως όταν βλέπουμε (γνωστικό) ένα νόστιμο μεζέ, μας ανοίγει η όρεξη (συναίσθημα) και θέλουμε (βούληση) να φάμε, αλλά θέλουμε να φάμε και χωρίς μεζέ, απλώς επειδή πέρασε η ώρα κι η βούλησή μας ταλαντώνεται.

Κοινωνική γνώση είναι η επιστήμη, βούληση η ηθική και συναίσθημα η τέχνη. Ηθική είναι λοιπόν το «θέλω» της κοινωνίας, που κάθε μέλος της το αντιλαμβάνεται σαν «πρέπει». Στις αγέλες, τα ζώα είναι ελεύθερα να κάνουν ό,τι θέλουν, απρόβλεπτα, υποκείμενα μόνο στους φυσικούς νόμους. Είναι βέβαια άνισα, διότι τα ισχυρά έχουν ευχερέστερη πρόσβαση στην τροφή τους από τα αδύνατα. Στις κοινωνίες, όπως των εντόμων, κάθε μέλος τους κάνει όχι ό,τι θέλει, αλλά ό,τι απαιτεί η κοινωνία τους, έχουν δηλαδή μηδενική ελευθερία, καθώς οι κοινωνικοί νόμοι τους εκδηλώνονται βιολογικά, με απαραβίαστα αντανακλαστικά. Βασικός σκοπός της κοινωνίας τους είναι η δημιουργία αποθηκών με τα χρειώδη για τις συνθήκες ένδειας. Και η πρόσβαση σ’ αυτές τις αποθήκες είναι ακριβώς ίση για όλα τα μέλη. Οι άνθρωποι, μόνοι αυτοί, ζουν σε πολιτείες που είναι κοινωνίες, στις οποίες όμως οι κοινωνικοί νόμοι αποφασίζονται από τους ίδιους. Έχουν ποικίλη ελευθερία και ισότητα στην πρόσβαση των αποθηκών τους.

Τα πολιτεύματα, κατά τον Αριστοτέλη είναι βασικά τρία (με υποδιαιρέσεις): Μοναρχία, ολιγαρχία, δημοκρατία. Στη μοναρχία (π.χ. βασιλεία, δικτατορία) ένας αποφασίζει τους νόμους για όλους και έχει την εξουσία να επιβάλει τη βούλησή του. Στην ολιγαρχία κυβερνά μια ομάδα ολίγων, που, στην καλύτερη περίπτωση, έχουν εκλεγεί από το σύνολο. Στη δημοκρατία οι άρχοντες κληρώνονται από το σύνολο των (ενήλικων) μελών της κοινωνίας. Οι νόμοι των μαθηματικών επιβάλλουν ώστε η βούληση του κληρωμένου δείγματος να είναι στατιστικά ίδια με του συνόλου. Σύμφωνα με τα παραπάνω, υπάρχει διάσταση ανάμεσα στην (ασαφή) Ηθική (βούληση της κοινωνίας) και στη (σαφή) νομιμότητα (βούληση των αρχόντων). Στη μοναρχία η διάσταση είναι μέγιστη. Κλασικό παράδειγμα είναι το δίλημμα της Αντιγόνης. Στην ολιγαρχία η διάσταση είναι μικρότερη, επειδή αυτοί που αποφασίζουν τους νόμους έχουν εκλεγεί από το σύνολο. Μόνο στη δημοκρατία η διάσταση είναι ελάχιστη, αφού εκείνοι που νομοθετούν είναι οι ίδιοι που βούλονται.

* Ο κ. Δημήτριος Α. Σιδερής είναι ομ. καθηγητής Καρδιολογία

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s